Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού
Η διαμάχη για το ποιος είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο έντονα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής μας. Αυτό που θα μπορούσε να είναι μια αθλητική συζήτηση, έχει διολισθήσει σε μια κατάσταση που θυμίζει περισσότερο δόγμα παρά ανάλυση. Η «Μεσιολατρεία» και η «Ροναλντολατρεία» δεν αποτελούν απλώς θαυμασμό· έχουν εξελιχθεί σε ταυτοτικά χαρακτηριστικά, όπου η διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως ανταλλαγή απόψεων, αλλά ως προσωπική προσβολή.
Σε ένα περιβάλλον ψηφιακής αμεσότητας, το 95% των σχολίων που καταγράφονται στα κοινωνικά δίκτυα στερείται στοιχειώδους επιχειρηματολογίας. Η συζήτηση κυριαρχείται από το μίσος, τις ύβρεις και την απαξίωση του «άλλου», ενώ η έλλειψη παιδείας καθιστά αδύνατη την κατανόηση του ποδοσφαίρου ως ιστορικού και κοινωνικού γεγονότος. Το παράδοξο είναι ότι εκατομμύρια άνθρωποι συγκρούονται με πάθος για δύο αθλητές που ανήκουν σε μια οικονομική ελίτ, την ώρα που οι ίδιοι οι παίκτες, στις σπάνιες τοποθετήσεις τους, διατηρούν συχνά μια στάση επαγγελματικού σεβασμού.
Αυτό το φαινόμενο δεν είναι τυχαίο. Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, όπως η θεωρία της «ταυτοποίησης με την ομάδα» (in-group/out-group bias) του C.R. Snyder, αλλά και οι αναλύσεις του Henri Tajfel σχετικά με την κοινωνική ταυτότητα, εξηγούν πώς το άτομο τείνει να υπερασπίζεται την «ομάδα» του με επιθετικότητα, προκειμένου να θωρακίσει την αυτοεικόνα του. Όταν το ατομικό κριτήριο υποχωρεί, ο φανατισμός γίνεται το «ασφαλές» καταφύγιο του όχλου.
Συγκεκριμένα Ο C.R. Snyder στη θεωρία της «ταυτοποίησης με την ομάδα»), αναφέρει, ότι ίδιος μηχανισμός φανατισμού παρατηρείται:
- Στην πολιτική πόλωση (echo chambers).
- Στον θρησκευτικό φανατισμό.
- Στην προσκόλληση σε καταναλωτικά brands όπου ο χρήστης ταυτίζει την αυτοπεποίθησή του με την επιλογή του.
Η αποσύνδεση από την ιστορική πραγματικότητα είναι πλήρης. Πολλοί από αυτούς που συμμετέχουν σε αυτή την ψηφιακή ανθρωποφαγία αγνοούν ότι το ποδόσφαιρο έχει παρελθόν, εξέλιξη και διαφορετικές εποχές με εντελώς ανόμοιους κανόνες και συνθήκες προστασίας των επιθετικών. Η άρνηση να μελετηθεί η πορεία του αθλήματος πριν από την εποχή του ίντερνετ στερεί από τους «οπαδούς» τη δυνατότητα να αντιληφθούν την εξέλιξη του παιχνιδιού, περιορίζοντάς τους σε μια στείρα και επιθετική υπεράσπιση του παρόντος.
Το ποδόσφαιρο, ως καθρέφτης της κοινωνίας, αποκαλύπτει εδώ μια δυσάρεστη αλήθεια: την αδυναμία της ψηφιακής εποχής να συνθέσει λογικά επιχειρήματα. Η αμορφωσιά δεν είναι πλέον έλλειψη πληροφορίας, αλλά έλλειψη διάθεσης για επεξεργασία της. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η συζήτηση για τον κορυφαίο παίκτη παύει να είναι ποδοσφαιρική και γίνεται μια άσκηση επιβολής, όπου ο νικητής δεν είναι αυτός που έχει δίκιο, αλλά αυτός που φωνάζει πιο δυνατά.
Στο ελληνικό πλαίσιο, το φαινόμενο προσλαμβάνει ακόμη πιο ανησυχητικές διαστάσεις. Η τάση για ταύτιση με το "είδωλο" του εξωτερικού προστίθεται στο ήδη επιβαρυμένο τοπίο του παραδοσιακού οπαδικού φανατισμού, δημιουργώντας ένα μείγμα τοξικότητας που δεν συναντάται εύκολα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με ανάλογη ποδοσφαιρική κουλτούρα. Στην Ελλάδα, η έλλειψη διακριτών ορίων μεταξύ της ποδοσφαιρικής προτίμησης και της κοινωνικής ταυτότητας καθιστά τη διαφωνία όχι απλώς δύσκολη, αλλά επικίνδυνη. Ενώ σε άλλες δυτικές κοινωνίες ο αθλητικός φανατισμός μπορεί να περιορίζεται σε μια ψηφιακή "φούσκα", στην Ελλάδα η απουσία πολιτισμένου διαλόγου στην καθημερινότητα, μεταφέρεται αυτούσια στα γήπεδα και στα social media, όπου ο "άλλος" δεν είναι απλώς ένας λάθος σκεπτόμενος, αλλά ένας "εχθρός" που πρέπει να εξουδετερωθεί. Η ελληνική περίπτωση επιβεβαιώνει ότι όταν ο οπαδισμός γίνεται υποκατάστατο της έλλειψης ευρύτερης παιδείας, το ποδόσφαιρο παύει να είναι παιχνίδι και μετατρέπεται σε μέσο εκτόνωσης συμπλεγμάτων. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώνουν παιδιά που πηγαίνουν σχολείο και μπουκάρουν στο γραφείο του διευθυντή για την υπερπασπιση του κανακάρη τους. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που όταν φύγει από τη ζωή ένας σύγχρονος "σκυλάς" τραγουδιστής θα κάνουν αφιέρωμα στο τικ τοκ, τοποθετώντας τον στην ίδια φώτο με τους πραγματικά κορυφάιους του είδους (Μπιθικώτση, Καζαντζίδη, Διονυσίου, Ξυλούρη), αδυνατώντας να αντιληφθούν τι κάνουν. Δυστυχώς οι άνθρωποι αυτοί είναι η πλειοψηφία. Ζουν ανάμεσά μας. Οδηγούμαστε σε μια σουρεαλιστική εποχή, όπου θα τοποθετείς τον καφέ δίπλα στο τσάι για καιρό και θα σου λένε: Δεν είναι καφές, τσάι είναι πλέον. (όποιος κατάλαβε κατάλαβε).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου