ΞΕΝΟΙ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ, ΙΑΝ ΜΑΚ ΓΙΟΥΑΝ
Υπάρχουν κάποιες φορές που πιάνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο έχοντας συγκεκριμένες προσδοκίες. Ξεκινάς την πρώτη σελίδα με την αίσθηση ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, ότι μια αόρατη κλωστή σφίγγει και πως η πλοκή θα σε πάρει μαζί της. Στους Ξένους στη Βενετία του Ίαν ΜακΓιούαν, όμως, αυτό το «κάτι» αργεί πολύ να εμφανιστεί.
Ο συγγραφέας επιλέγει μια εντελώς δική του διαδρομή. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1981 (φτάνοντας μέχρι τη μικρή λίστα του βραβείου Booker) και εντάσσεται στο είδος της σκοτεινής ψυχολογικής πεζογραφίας με έντονα γοτθικά στοιχεία. Με τρόπο περίτεχνο, σχεδόν υπνωτιστικό, ο ΜακΓιούαν βυθίζει τον αναγνώστη σε μια καλοκαιρινή ραστώνη. Παρακολουθούμε ένα ζευγάρι Άγγλων σε διακοπές, τη ρουτίνα τους, τις αργόσυρτες περιγραφές της πόλης και τις αλληλεπιδράσεις τους με ένα άλλο, περίεργο ζευγάρι ντόπιων που βρέθηκε στον δρόμο τους.
Γλωσσικά, το βιβλίο είναι εξαιρετικά καλογραμμένο. Η γραφή του είναι καθαρή, κομψή, ρέει αβίαστα και το μέγεθός του το κάνει να διαβάζεται πολύ εύκολα και γρήγορα. Από την άλλη, αν ψάχνετε για μια περίτεχνη, πολυεπίπεδη πλοκή με συνεχείς ανατροπές, δεν θα τη βρείτε εδώ. Η δομή είναι πολύ απλή και, για το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, ο αναγνώστης αναρωτιέται σχεδόν αμήχανα: «Πού το πάει ο συγγραφέας;».
Κι όμως, κάτω από την επιφάνεια αυτού του νωχελικού καλοκαιριού, ο ΜακΓιούαν υφαίνει κάτι άλλο. Το «κακό» δεν εισβάλλει κραυγαλέα· είναι περίτεχνα καλυμμένο από την πέννα του, κρυμμένο πίσω από βλέμματα, μισόλογα και μια παράξενη ένταση που σιγοβράζει.
Όταν φτάνεις στο τέλος, η ατμόσφαιρα ανατρέπεται πλήρως. Είναι ένα φινάλε που πολλοί θα χαρακτήριζαν μακάβριο, ίσως και σοκαριστικό.
Το βιβλίο αφήνει τελικά μια αίσθηση ότι η διαδρομή δεν δικαιολογούσε απόλυτα την αναμονή. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει τη μαστοριά με την οποία ο συγγραφέας χειρίζεται το κείμενο μέχρι την τελευταία σελίδα, χτίζοντας μια παράδοξη αίσθηση απειλής μέσα στο πιο ανέμελο τοπίο.
