Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΝΟΧΗΣ: ΠΩΣ Ο ΕΡΜΗΤΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΣΕ ΕΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟ
Η φαινόμενη δυσκολία, ο ερμητισμός και ο τερατώδης όγκος ορισμένων λογοτεχνικών έργων —από τις αχανείς, λαβυρινθώδεις προτάσεις του Γουίλλιαμ Φώκνερ στο Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! και τον πολυφωνικό λαβύρινθο του Τζέιμς Τζόις στον Οδυσσέα, μέχρι τη συνειδησιακή αποδόμηση του Σάμιουελ Μπέκετ ή την υφολογική εμμονή του Κλοντ Σιμόν— δεν συνιστούν απλώς αισθητικές επιλογές. Αποτελούν τον πυρήνα ενός ιδιοφυούς όσο και στρεβλού ψυχολογικού μηχανισμού: τη μετατόπιση της ευθύνης από την αποτυχία του δημιουργού στην υποτιθέμενη ανεπάρκεια του αποδέκτη.
Όταν ένα συμβατικό αστυνομικό αφήγημα κουράζει, η ευθύνη καταλογίζεται με συνοπτικές διαδικασίες στον συγγραφέα για τη δραματουργική του φτώχεια. Όταν όμως το Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! πετάει έξω τον αναγνώστη μέσα από μια χειμαρρώδη, απανωτή περίοδο τεσσάρων σελίδων χωρίς την παραμικρή στίξη, το σύστημα σπεύδει να μετατρέψει την τεχνική έξαψη σε ενοχή. Η αδυναμία παρακολούθησης βαφτίζεται αυτομάτως πνευματική υστέρηση.
Η θεσμοθέτηση αυτών των έργων ως αδιαμφισβήτητων, «υποχρεωτικών» αριστουργημάτων εδράζεται σε τρεις κεντρικούς πυλώνες:
Πρώτον, στον ακαδημαϊκό ελιτισμό και την τακτική της θεσμικής περιχαράκωσης. Η κριτική συνομοταξία και το πανεπιστημιακό κατεστημένο οικοδομούν μια αυστηρή αισθητική ιεραρχία, ψιθυρίζοντας στον αναγνώστη πως η αδυναμία του να αποκρυπτογραφήσει τη ροή της συνείδησης υποδηλώνει ανετοιμότητα. Φοβούμενος τη διαπόμπευση του ακαλλιέργητου, ο δέκτης υποτάσσεται σε ένα ιδιότυπο πνευματικό βασανιστήριο, προσποιούμενος τη μέθεξη για να αποφύγει τον στιγματισμό.
Δεύτερον, στην επικίνδυνη ταύτιση του μόχθου με την ουσιαστική αισθητική αξία. Καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι η αναγνωστική εμπειρία δεν κρίνεται από την υπαρξιακή της συγκίνηση, αλλά από τον βαθμό της διανοητικής εξάντλησης. Όταν η ανάγνωση απαιτεί γενεαλογικά σχεδιαγράμματα, ερμηνευτικά λεξικά και ιστορικούς χάρτες για να παρακολουθηθούν οι προγονικές καταβολές και οι εσωτερικές παθογένειες των ηρώων, ο αναγνώστης πείθεται απατηλά πως εκτέλεσε έναν άθλο.
Τρίτον, στη χρησιμότητα του κειμένου ως μέσου κοινωνικής υπεροχής και επιδεικτικού εντυπωσιασμού. Η παρουσία του Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! ή του Infinite Jest στο κομοδίνο δεν λειτουργεί ως αφορμή στοχασμού, αλλά ως παράσημο πνευματικής ανωτερότητας. Η εκδοτική βιομηχανία, διαβλέποντας την ανθρώπινη ματαιοδοξία, δεν εμπορεύεται τη λογοτεχνική ουσία, αλλά το διαπιστευτήριο μιας δήθεν εκλεκτής διανόησης.
Υπάρχει μια καλοστημένη βιομηχανία λογοτεχνικής ενοχής που τρέφεται συστηματικά από την κόπωση του αναγνώστη. Όταν ένα κείμενο ορθώνει τείχη, επιστρατεύοντας μορφολογικούς λαβυρίνθους και μια δομή που προκαλεί συνειδησιακό κατακερματισμό, το ιερατείο της κριτικής σπεύδει να ανακηρύξει το θαύμα. Αν κουραστείς, σε εγκαλούν για "έλλειψη εργαλείων". Αν προσπεράσεις, σε κατατάσσουν στους απαίδευτους. Αν καταγγείλεις τον βασανιστικό βηματισμό της αφήγησης, σου ανταπαντούν πως η ίδια η φθορά της γλώσσας αποτελεί το υπαρξιακό νόημα. Έτσι, το βιβλίο μετατρέπεται σε κάτοπτρο αυτοθαυμασμού: ο αναγνώστης δεν λατρεύει το έργο, αλλά την αντοχή του να επιβιώσει μέσα σε αυτό. Το αριστούργημα δεν αξιολογείται πλέον από το αν άγγιξε την ανθρώπινη ψυχή, αλλά από το πόσο ψηλά τοποθέτησε τον πήχη της κοινωνικής του διαφοροποίησης.
Το δια ταύτα δεν συνιστά μια ισοπεδωτική απόρριψη — ο Φώκνερ υπήρξε αναμφισβήτητα ένας τεράστιος ανατόμος της ανθρώπινης παρακμής. Ωστόσο, η δογματική αγιοποίηση αυτών των έργων μετατρέπει την υφολογική δυσκολία σε ηθική και πνευματική υπεροχή. Όποιος λυγίσει στη διαδρομή καταδικάζεται στη ρετσινιά του ανεπαρκούς, ενώ όποιος φτάσει στο τέρμα γίνεται συνένοχος στη διατήρηση του μύθου, προκειμένου να μην αποδειχθεί μάταιος ο προσωπικός του μόχθος.
Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των έργων δεν εμφανίστηκε στο κενό, αλλά αποτελεί γέννημα του λογοτεχνικού μοντερνισμού του πρώτου μισού του 20ού αιώνα —μιας περιόδου όπου η κρίση των παραδοσιακών αξιών και ο κατακερματισμός της ανθρώπινης συνείδησης οδήγησαν σε μια ριζική, συχνά ακραία αμφισβήτηση των αφηγηματικών φορμών. Συγγραφείς όπως ο Φώκνερ, ο Τζόις και ο Μπέκετ επιχείρησαν να αποτυπώσουν το χάος του σύγχρονου κόσμου διαλύοντας τη γραμμική αφήγηση, αποδομώντας τη σύνταξη και επιστρατεύοντας τον εσωτερικό μονόλογο. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως μια αυθεντική, ειλικρινής πρόθεση να εκφραστεί το υπαρξιακό αδιέξοδο μιας ολόκληρης εποχής, στην πορεία περιχαρακώθηκε από το ακαδημαϊκό ιερατείο, μετατρέποντας την ιστορικά αιτιολογημένη μορφολογική δυσκολία του μοντερνισμού σε ένα διαχρονικό, δογματικό θέσφατο ελιτίστικου εκφοβισμού.
Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, ο αυθεντικός αναγνώστης οφείλει να αποτινάξει τις ενοχές. Η απόλαυση της τέχνης δεν μετριέται με γαλόνια, ούτε η λογοτεχνική αξία εξαρτάται από τον βαθμό της δυσκολίας. Ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι ή ο Καζαντζάκης δεν απαίτησαν ποτέ την υποταγή του αναγνώστη σε έναν ελιτίστικο εκφοβισμό, αλλά την ειλικρινή του βύθιση στην ανθρώπινη τραγικότητα. Η απόφαση να αφεθεί ένα βιβλίο στην άκρη όταν δεν συνομιλεί με την ψυχή του δέκτη δεν αποτελεί τεκμήριο αδυναμίας, αλλά πράξη πνευματικής ελευθερίας και αυτοσεβασμού.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου