Η ΚΟΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ
Η ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας παρουσιάστηκε μέσα στο χρόνο ως ένα αθώο παραμύθι για παιδιά, μια διδακτική αφήγηση σχεδιασμένη να νουθετεί τις νεαρές ηλικίες απέναντι στους κινδύνους της υπακοής. Πίσω όμως από τη φαινομενική αυτή απλότητα, κρύβεται μια ωμή, πρωτόγονη ανατομία της ανθρώπινης αφέλειας, των θηρευτικών ενστίκτων της εξουσίας και του αναπόφευκτου τιμήματος που πληρώνει όποιος βαδίζει στον κόσμο χωρίς επίγνωση. Το κείμενο στερείται περιττών στολιδιών, καθότι δεν υπάρχει χώρος για συναισθηματισμούς, ψυχολογικές αναλύσεις του «πώς» και του «γιατί», ή λυρικές περιγραφές του δάσους. Η αφήγηση είναι κοφτή, ακαριαία, σχεδόν κυνική, ακριβώς όπως αποτυπώνεται στο πρωτότυπο του Σαρλ Περώ το 1697 αλλά και στις προφορικές καταγραφές των αδελφών Γκριμ το 1812. Ο Περώ δεν καθυστερεί, καθώς η Κοκκινοσκουφίτσα συναντά τον Λύκο, του αποκαλύπτει την πορεία της, εκείνος φτάνει πρώτος, καταβροχθίζει τη γιαγιά και περιμένει το επόμενο θύμα. Η λιτότητα αυτή δεν αποτελεί αδυναμία αλλά τη θεμελιώδη δύναμη του έργου. Όταν αφαιρούνται τα περιγραφικά στολίδια, απομένει ο γυμνός σκελετός της αλήθειας, δηλαδή η βίαιη σύγκρουση του αφελούς ατόμου με τον θηρευτή, όπου ο κοφτός λόγος λειτουργεί ως χειρουργικό νυστέρι που αποκαλύπτει την αγριότητα της πραγματικότητας χωρίς περιθώρια για αυταπάτες.
Η αφήγηση λειτουργεί παράλληλα σε δύο επίπεδα συμβολισμού, αποτυπώνοντας την αιώνια πάλη του ανθρώπου με τα ένστικτά του και τους κοινωνικούς καταναγκασμούς. Το κόκκινο σκουφί αποτελεί το σύμβολο της κοινωνικής ορατότητας, του κινδύνου και της σεξουαλικής ωρίμανσης, ενώ στο ασυνείδητο επίπεδο λειτουργεί ως δείκτης αυξημένου status που κάνει το άτομο διακριτό στο αφιλόξενο περιβάλλον, μετατρέποντάς το αυτομάτως σε περιζήτητο στόχο. Το δάσος ενσαρκώνει την άγρια ήπειρο των ενστίκτων, μια νοητή African Savana της ανθρώπινης φύσης, έναν χώρο χωρίς ηθικούς κανόνες όπου επικρατούν αποκλειστικά το ένστικτο επιβίωσης, η προσφορά και η ζήτηση, η ισχύς και η θηρευτική κυριαρχία. Ο Λύκος δεν είναι ένα απλό ζώο, αλλά ενσαρκώνει τον κυνικό, υπολογιστικό χειραγωγό, του οποίου η μεταμφίεσή με τα ρούχα της γιαγιάς συνιστά την οικειοποίηση των συμβόλων της εξουσίας και της οικειότητας προκειμένου να κατασπαράξει το θύμα εκ των έσω. Ο περίφημος διάλογος στο κρεβάτι αποκαλύπτει την απόλυτα χαμηλή συνειδητότητα της ηρωίδας, η οποία αν και βλέπει τα σημάδια του εκφυλισμού και της απειλής, αντί να δράσει, ερωτοτροπεί με τον κίνδυνο μέχρι να φαγωθεί.
Η λογοτεχνική και ψυχαναλυτική κριτική προσεγγίζει τους δύο θεμελιώδεις σταθμούς του παραμυθιού με διαμετρικά αντίθετους όρους. Στον Περώ αναγνωρίζεται ένας αφοπλιστικός, κυνικός κοινωνιολόγος, καθώς το παραμύθι του τελειώνει ακαριαία με τον Λύκο να καταβροχθίζει την Κοκκινοσκουφίτσα, συνοδευόμενο από ένα έμμετρο ηθικό δίδαγμα που προειδοποιεί για τους ευγενικούς και γλυκομίλητους λύκους της γαλλικής αυλής. Η κριτική βλέπει στον Περώ μια ωμή προειδοποίηση για την κοινωνική αποπλάνηση, υπογραμμίζοντας πως αν είσαι άβουλος, το σύστημα σε καταπίνει χωρίς οίκτο. Αντίθετα, η μεταγενέστερη προσθήκη του Κυνηγού από τους αδελφούς Γκριμ, ο οποίος σκίζει την κοιλιά του Λύκου και σώζει τα θύματα, στηλιτεύεται από τη σύγχρονη ψυχανάλυση ως μια αστική, ηθικοπλαστική και «στρογγυλεμένη» παρέμβαση. Η παρουσία του σωτήρα αποτελεί μια τεχνητή ψευδαίσθηση Θείας Δίκης, σχεδιασμένη για να παρηγορεί τον όχλο, διότι στην πραγματικότητα κανένας από μηχανής θεός δεν εμφανίζεται και το δάσος της ζωής δεν συγχωρεί ποτέ την αφέλεια.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

































