ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΪΣ ΜΠΟΡΧΕΣ, ΤΡΕΙΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ, ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ.
Το διήγημα «Τρεις εκδοχές του Ιούδα» (Tres versiones de Judas), ενταγμένο στις Μυθοπλασίες (Ficciones, 1944), αποτελεί μία από τις πιο διεισδυτικές, εγκεφαλικές και επικίνδυνες ανατομίες της θεολογικής αυθαιρεσίας που γράφτηκαν ποτέ. Ο Μπόρχες, μεταχειριζόμενος με αξεπέραστη μαέστρια τη μάσκα της ακαδημαϊκής πραγματείας, στήνει ένα διανοητικό ναρκοπέδιο: παρουσιάζει τη ζωή και το συγγραφικό έργο ενός επινοημένου Σουηδού θεολόγου, του Νιλς Ρούνεμπεργκ, ο οποίος υποστηρίζει τρεις ολοένα και πιο αιρετικές ερμηνείες για το πρόσωπο και τον ρόλο του Ιούδα Ισκαριώτη.
Η πρώτη μεγάλη αρετή του κειμένου έγκειται στον τρόπο κατασκευής της παραπλάνησης. Η γλώσσα είναι πυκνή, αυστηρή, αποστασιοποιημένη, γεμάτη πραγματολογική ακρίβεια. Ο Μπόρχες επιστρατεύει έναν ολόκληρο μηχανισμό υποσημειώσεων, παραπομπών σε λατινικούς όρους (adversus omnes haereses), αποσπάσματα από τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου και αναφορές στους γνωστικούς του 2ου αιώνα (όπως ο Βασιλείδης, ο Καρποκράτης και ο Σατορνίλος). Η διακειμενική αυτή «σκαλωσιά» είναι τόσο στέρεα δομημένη που ο αναγνώστης λησμονεί εντελώς ότι βρίσκεται εντός μιας καθαρής μυθοπλασίας, εκλαμβάνοντας το διήγημα ως πραγματική ιστοριογραφική μελέτη.
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο Μπόρχες, γράφοντας το 1944, συλλαμβάνει τη βαθύτερη λογική των Γνωστικών αιρέσεων δεκαετίες πριν από την ανακάλυψη του πραγματικού Ευαγγελίου του Ιούδα στη δεκαετία του '70. Χωρίς να έχει πρόσβαση σε αυτό το απόκρυφο κείμενο, ο Αργεντινός δημιουργός ανασυστήνει διαισθητικά τον πυρήνα της γνωστικής ετεροδοξίας, αποδεικνύοντας ότι η λογοτεχνική φαντασία μπορεί να προηγείται της αρχαιολογικής σκαπάνης.
Μέσα από την πορεία του Ρούνεμπεργκ, ο Μπόρχες αποδομεί τον δογματικό φανατισμό και τη στενοκεφαλιά του εκκλησιαστικού κατεστημένου. Οι θεολόγοι της εποχής του (όπως ο φανταστικός «Γκρέγκορι» ή οι εκπρόσωποι της λουθηρανικής ορθοδοξίας) αντιδρούν απέναντι στις δημοσιεύσεις του Ρούνεμπεργκ είτε με τη περιφρονητική σιωπή, είτε με την άμεση κατηγορία περί βλασφημίας. Ο δογματισμός αποκρούει ενστικτωδώς κάθε προσπάθεια επανεξέτασης της «οικονομίας της Σωτηρίας», καθώς αδυνατεί να δεχθεί ότι το Κακό μπορεί να αποτελεί δομικό, προσχεδιασμένο εργαλείο της Θείας Χάριτος.
Πίσω όμως από το θεολογικό παίγνιο, ο Μπόρχες εμφυτεύει ένα εφιαλτικό υπαρξιακό ερώτημα: Ποιος είναι τελικά ο Θεός; Είναι η απόλυτη Αγάπη και η Δικαιοσύνη ή ένας αμείλικτος, σκοτεινός σκηνοθέτης που παίζει παιχνίδια στις πλάτες των ανθρώπων; Αν ο Ιούδας ήταν ο απαραίτητος κρίκος για να εκπληρωθεί η Θυσία και η Λύτρωση της ανθρωπότητας, τότε γιατί καταδικάστηκε στην αιώνια περιφρόνηση και την Κόλαση; Αν πάλι, όπως διακηρύσσει η τρίτη και πιο ακραία εκδοχή του Ρούνεμπεργκ, ο Θεός για να ταπεινωθεί απόλυτα δεν σαρκώθηκε στον Ιησού αλλά στον Ιούδα —επιλέγοντας το πιο μισητό και έκπτωτο πλάσμα της Ιστορίας— τότε η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μυστήριο που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Η κατάληξη του Ρούνεμπεργκ είναι η αναπόδραστη τραγωδία του ανθρώπου που επιχείρησε να ξεκλειδώσει τα απόκρυφα της θεότητας. Πεθαίνει το 1912 από ρήξη ανευρύσματος, παράφρων, περιπλανώμενος στους δρόμους, ικετεύοντας να του δοθεί η χάρις να μοιραστεί την Κόλαση με τον Λυτρωτή. Ο Μπόρχες σφραγίζει το διήγημα υπογραμμίζοντας την τραγική ειρωνεία: η αναζήτηση της απόλυτης Αλήθειας δεν λυτρώνει, αλλά συντρίβει τον δημιουργό της, αφήνοντάς τον έρμαιο της θεϊκής αδιαφορίας.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης














