Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟΚΟΤΟ ΣΤΟ «ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ» ΤΟΥ ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΩΠΑΣΑΝ
Ο Γκυ ντε Μωπασάν, υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της γαλλικής πεζογραφίας, ο οποίος, παρά τη βαθιά του κατάδυση στον κοινωνικό ρεαλισμό, αφιέρωσε ένα ουσιαστικό και εξαιρετικά σημαντικό τμήμα της εργογραφίας σου στη σκοτεινή φανταστική λογοτεχνία και στον αλλόκοτο τρόμο. Στο διήγημά σου «Το Πανδοχείο», παραδίδει ένα τυπικό αλλά αριστοτεχνικό δείγμα φανταστικής λογοτεχνίας, το οποίο ξεχωρίζει για τις εξαιρετικές, σχεδόν εικαστικές περιγραφές του φυσικού περιβάλλοντος.
Σε αυτό το έργο, ο ψυχολογικός τρόμος δεν αποτυπώνεται μέσα από συμβατικά τέρατα, αλυσίδες ή εξωτερικές εισβολές, αλλά αναβλύζει μέσα από την ίδια την απομόνωση, την απόλυτη μοναξιά και το αχανές, εφιαλτικό λευκό του χιονιού που καταπίνει κάθε ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Η αφήγηση διακρίνεται από
μια αριστοτεχνική υπαινοκτικότητα: ο συγγραφέας αρνείται σκοπίμως να ξεκαθαρίσει αν αυτό που κατατρέχει τον ήρωα είναι ένα πραγματικό, υπερφυσικό φάντασμα ή η ολοκληρωτική κατάρρευση του νου του, αφήνοντας τον αναγνώστη σε μια διαρκή υπαρξιακή αναζήτηση.
Ωστόσο, η ίδια η δομή του κειμένου υποβάλλει ισχυρά την παρουσία μιας αόρατης, απόκοσμης οντότητας που παραμονεύει στη σιωπή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα δομικά στοιχεία της αφήγησης αποκτούν βαθύ συμβολικό χαρακτήρα. Το απέραντο λευκό χιόνι λειτουργεί ως σύμβολο του απόλυτου κενού, του παγωμένου θανάτου και της ακινησίας. Το απομονωμένο πανδοχείο αντιπροσωπεύει το τελευταίο, εύθραυστο οχυρό του ανθρώπινου πολιτισμού και της λογικής, το οποίο καταρρέει όταν η φύση και το άγνωστο το περικυκλώνουν, ενώ ο σκύλος, ο Σαμούρ, ενσαρκώνει το πρωτόγονο ένστικτο που διαισθάνεται την αόρατη απειλή πολύ πριν την αντιληφθεί η ανθρώπινη συνείδηση.
Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Όταν δημοσιεύτηκε «Το Πανδοχείο» το 1886, η κριτική της εποχής υποδέχτηκε το έργο με ένα μείγμα δέους και αμηχανίας. Οι θιασώτες της φανταστικής λογοτεχνίας και του γοτθικού τρόμου το αποθέωσαν, κατατάσσοντας τον Μωπασάν δίπλα σε μορφές όπως ο Έντγκαρ Άλαν Πόε και ο Ε.Τ.Α. Χόφμαν, αναγνωρίζοντας την ικανότητά του να κατασκευάζει τρόμο από το μηδέν. Από την άλλη πλευρά, οι προσκολλημένοι στον αυστηρό ρεαλισμό κριτικοί αντιμετώπισαν τη στροφή αυτή με επιφυλακτικότητα, θεωρώντας την ως εκδήλωση μιας νοσηρής εμμονής με το ακατανόητο, αδυνατώντας να συλλάβουν ότι η αληθινή δύναμη του κειμένου βρισκόταν ακριβώς σε αυτή την αδιόρατη, φανταστική του διάσταση.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης


































