ΟΥΤΣ - ΜΠΡΟΥΣ ΤΣΑΤΟΥΝΙΝ
Η νουβέλα «Ουτς» (Utz) του Μπρους Τσάτουιν, που εκδόθηκε το 1988 και αποτελεί το κύκνειο άσμα του Βρετανού συγγραφέα, αποτελεί ένα υπόδειγμα συμπυκνωμένης πρόζας. Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο έργο, το οποίο όμως διαθέτει τέτοια σφιχτή αρχιτεκτονική δομή και ρέοντα, αβίαστο λόγο, που καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα, χωρίς να διολισθαίνει ποτέ στην ευκολία του εντυπωσιασμού. Η λογοτεχνική του αξία σφραγίστηκε άλλωστε και επίσημα με τη συμπερίληψή του στη βραχεία λίστα (Shortlisted) για το σπουδαιότερο βρετανικό λογοτεχνικό βραβείο, το Booker Prize (1988).
Το Λογοτεχνικό Είδος και το Ύφος της Γραφής
Λογοτεχνικά, το «Ουτς» κατατάσσεται στα Φιλοσοφικά / Στοχαστικά Μυθιστορήματα (Philosophical Novels), εμπεριέχοντας έντονα στοιχεία ψυχογραφήματος και μεταμοντέρνας μυθοπλασίας, καθώς ο συγγραφέας θολώνει έξυπνα τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας.
Το ύφος του είναι δωρικό, κομψό και λεπτά ειρωνικό. Ο Τσάτουιν αποφεύγει τον μελοδραματισμό και τις συναισθηματικές εξάρσεις, υιοθετώντας μια αποστασιοποιημένη, σχεδόν ανατομική οπτική, όπου το μαύρο χιούμορ συνυπάρχει με τον βαθύ υπαρξιακό στοχασμό.
Η Εμμονή ως Υπαρξιακό Καταφύγιο και Ματαιότητα
Ο Τσάτουιν στρέφει το ανατομικό του φακό πάνω στην εκκεντρική προσωπικότητα ενός μανιακού συλλέκτη, του Κάσπαρ Ουτς. (Η κύρια δράση του βιβλίου τοποθετείται στον Ψυχρό Πόλεμο, στην ολοκληρωτική Πράγα της κομμουνιστικής Τσεχοσλοβακίας).
Το σπουδαίο επίτευγμα του συγγραφέα έγκειται στο ότι κατορθώνει να αποδώσει όχι μόνο τον εσωτερικό ψυχισμό και την παθολογία του ήρωα, αλλά και ολόκληρο το ιστορικό και πολιτικό κλίμα της εποχής στην οποία έζησε, απαλλάσσοντας το κείμενο από ατελείωτες, περιγραφές και μακροσκελείς αναπαραστάσεις.
Στον πυρήνα του βιβλίου δεσπόζει η προσκόλληση στα υλικά αγαθά —στην προκειμένη περίπτωση, στην αμύθητης αξίας συλλογή πορσελανών Μάισεν— και η βαθιά ματαιότητα που αναβλύζει από αυτήν. Η εμμονή με την ύλη δεν αποτελεί απλώς ένα χόμπι, αλλά εμποτίζει ολόκληρη την ύπαρξη του εκκεντρικού Ουτς. Ο ήρωας εγκλωβίζεται σε ένα τραγικό υπαρξιακό αδιέξοδο: αρνείται να δραπετεύσει στη Δύση για να σώσει την ελευθερία του, διότι αδυνατεί να αποχωριστεί τα άψυχα αντικείμενά του. Τελικά, η συλλογή που υποτίθεται ότι τον προστατεύει από την ασχήμια του εξωτερικού κόσμου μετατρέπεται στην ίδια τη φυλακή του.
Η Τεχνική της Συμπύκνωσης
Ο Τσάτουιν, παρότι φαίνεται εξαιρετικά λεπτομερής στις αισθητικές και πραγματολογικές του αναφορές, χρησιμοποιεί κάθε λεπτομέρεια όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως συμπυκνωμένο σύμβολο. Εκεί που ένας άλλος συγγραφέας θα χρειαζόταν ολόκληρες παραγράφους ή κεφάλαια για να αναλύσει το ιστορικό υπόβαθρο ή την παρακμή, ο Τσάτουιν το πετυχαίνει με μία μόνο κοφτερή εικόνα.
Όπως διαφαίνεται χαρακτηριστικά στο κείμενο, όταν ο αφηγητής περιγράφει το ανακαινισμένο ξενοδοχείο στο Βισύ της Γαλλίας:
«Στο Βισύ, το ξενοδοχείο είχε ανακαινιστεί, λες για να καθαρίσει η κηλίδα από το γεγονός ότι στους χώρους του είχε φιλοξενηθεί η κυβέρνηση Λαβάλ... Το χαλί ήταν μπλε, κι οι τοίχοι σιέλ με άσπρη μπορντούρα: ένα ντεκόρ βρεφονηπιακού σταθμού, που άρμοζε στο καινούριο ξεκίνημα.»
Με τη χρήση της φράσης «ντεκόρ βρεφονηπιακού σταθμού», ο συγγραφέας αντικαθιστά μια ολόκληρη ιστορική ανάλυση. Συμπυκνώνει ακαριαία την τεχνητή, παιδιάστικη και υποκριτική προσπάθεια της μεταπολεμικής Γαλλίας να «ξεπλύνει» τη ντροπή της συνεργασίας με τους Ναζί, κάνοντας ένα δήθεν αθώο «καινούριο ξεκίνημα».
Αντίστοιχα, η περιγραφή του περιβάλλοντος χώρου στη Γενεύη συμπυκνώνει την αίσθηση της σύγχρονης απομάγευσης μέσα σε ελάχιστες λέξεις:
«Ο καφές όμως ήταν νερομπούλι, τα κρουασάν μπαγιάτικα, κι η μαρμελάδα κεράσι είχε γεύση από χημικά συντηρητικά.»
Ο Τσάτουιν δεν χρειάζεται να πλατειάσει. Η αισθητηριακή λεπτομέρεια (τα χημικά συντηρητικά, ο κακός καφές) λειτουργεί ως άμεσος δείκτης της βιομηχανοποιημένης, ψυχρής πραγματικότητας που περιβάλλει τον ήρωα.
Το «Ουτς» παραμένει μια κομψή αλλά καίρια ανατομία της ανθρώπινης κενότητας. Δικαίως αναγνωρίστηκε από την παγκόσμια κριτική και διεκδίκησε το Βραβείο Booker, καθώς αποδεικνύει ότι η μεγάλη λογοτεχνία δεν μετριέται με τον όγκο των σελίδων, αλλά με το ειδικό βάρος των λέξεων και την οξύνοια της ματιάς που αποκρυσταλλώνεται σε αυτές.





