ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΪΣ ΜΠΟΡΧΕΣ, Το Μυστικό Θαύμα (Μυθοπλασίες)
Το διήγημα «Το Μυστικό Θαύμα» (El milagro secreto) δημοσιεύτηκε αρχικά το 1943 στο περιοδικό Sur και στη συνέχεια εντάχθηκε στη θρυλική συλλογή του Χόρχε Λούις Μπόρχες Μυθοπλασίες (Ficciones, 1944), στο δεύτερο μέρος της με τίτλο «Τεχνουργήματα» (Artificios). Σε αυτό το κείμενο, ο Μπόρχες καταφέρνει το ακατόρθωτο: παίρνει μια βαθιά εγκεφαλική, σχεδόν μαθηματική σύλληψη περί χρόνου και συνείδησης και την εμφυσά με σάρκα, οστέινο φόβο και αληθινή ανθρώπινη τραγωδία.
Ο Εβραίος συγγραφέας Γιάρομιρ Χλάντικ συλλαμβάνεται στην Πράγα του 1939 από τη Γκεστάπο και καταδικάζεται σε θάνατο. Μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, η μόνη του παράκληση προς τον Θεό δεν είναι η σωτηρία του, αλλά η χορήγηση χρόνου —ενός έτους— για να ολοκληρώσει το ημιτελές θεατρικό του έργο, τους Εχθρούς.
Η πρώτη μεγάλη, συγκλονιστική παραδοξότητα της αφήγησης εστιάζει στην ίδια τη φύση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο Χλάντικ δεν ζητά χρόνο για να εκδοθεί, να καταχειροκροτηθεί ή να κερδίσει την υστεροφημία. Γράφει ένα έργο που δεν θα τυπωθεί ποτέ σε χαρτί, δεν θα διαβαστεί από κανένα μάτι και δεν θα παρασταθεί σε καμία σκηνή. Η τέχνη εδώ απογυμνώνεται από κάθε ματαιοδοξία του «Εγώ» και μετατρέπεται σε μια αμιγή, μυστική πράξη καθαρής ύπαρξης και αυτοδικαίωσης απέναντι στον θάνατο.
Ο Θεός εισακούει το αίτημα, αλλά με τον τρόπο του Μπόρχες: δεν αναστέλλει τη σφαίρα με κάποιο θεαματικό, εξωτερικό θαύμα. Ο εξωτερικός χρόνος των ρολογιών και της φυσικής ακινητοποιείται· η σταγόνα της βροχής παγώνει στο μάγουλο του καταδικασμένου, το όπλο μένει προτεταμένο, αλλά η συνείδηση του Χλάντικ απελευθερώνεται και διευρύνεται στο άπειρο. Για τον κόσμο περνάει ένα κλάσμα του δευτερολέπτου· για τον νου του ήρωα κυλάει ένας ολόκληρος, γεμάτος χρόνος. Ο Μπόρχες διακηρύσσει ότι η μόνη πραγματικότητα που αξίζει δεν βρίσκεται στον αντικειμενικό, πεζό κόσμο των συμβάντων, αλλά μέσα στη συνείδηση.
Η δομική συγγένεια με τον Έντγκαρ Άλαν Πόε —και συγκεκριμένα με το διήγημα Η αλήθεια στην περίπτωση του κ. Βάλντεμαρ— είναι παραπάνω από εμφανής. Εκεί όπου ο Πόε χρησιμοποιεί τον μεσμερισμό για να ακινητοποιήσει το σώμα στη μεταίχμιο στιγμή του θανάτου προκαλώντας σωματικό τρόμο και αηδία, ο Μπόρχες παίρνει τον «παγωμένο θάνατο», τον αποστάζει από τη σήψη και τον μετατρέπει σε ένα πνευματικό εργαστήρι. Παγώνει το σύμπαν όχι για να εγκλωβίσει τη σάρκα, αλλά για να λυτρώσει το πνεύμα.
Η διακειμενικότητα, με τις αναφορές στον Παρμενίδη, τον Μπέμε και την εβραϊκή Καμπάλα, δεν λειτουργεί ως επίδειξη ακαδημαϊσμού. Προετοιμάζει το έδαφος για την εύπλαστη φύση του χρόνου και χτίζει το ψυχολογικό προφίλ ενός ανθρώπου που, ακόμα και στον ύπνο του, αναζητά τον Θεό ανάμεσα στα γράμματα μιας ατελείωτης βιβλιοθήκης.
Όταν ο Χλάντικ ολοκληρώνει και την τελευταία λέξη στο μυαλό του, η σταγόνα της βροχής κυλάει, η ομοβροντία ακούγεται και ο συγγραφέας πέφτει νεκρός. Το «Μυστικό Θαύμα» παραμένει ένα από τα κορυφαία δείγματα όπου η φανταστική λογοτεχνία παύει να είναι απλό διανοητικό παιχνίδι και μετατρέπεται σε μια σπαρακτική ανατομία της ανθρώπινης αγωνίας μπροστά στο αμετάκλητο.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης













