ΧΑΝΣΕΛ ΚΑΙ ΓΚΡΕΤΕΛ
Το παραμύθι «Χάνσελ και Γκρέτελ» (Hänsel und Gretel) δεν αποτελεί προϊόν μιας μεμονωμένης συγγραφικής μυθοπλασίας ούτε σχεδιάστηκε εξαρχής ως ένα ερμητικό σύστημα προσχεδιασμένων συμβολισμών. Στην πρωτογενή του μορφή, υπήρξε ένα αμιγώς προφορικό λαϊκό αφήγημα της κεντρικής Ευρώπης, ριζωμένο στις ζοφερές υλικές συνθήκες του Μεγάλου Λιμού του 1315–1317. Σε εκείνη τη μεσαιωνική περίοδο, η ακραία σιτοδεία οδηγούσε αποδεδειγμένα τις εξαθλιωμένες αγροτικές οικογένειες στην εγκατάλειψη των παιδιών στο δάσος ή ακόμη και στον κανιβαλισμό. Συνεπώς, οι περίφημοι συμβολισμοί που του αποδίδονται σήμερα δεν εμπεριέχονταν οργανικά ως θεωρητικό υπόβαθρο κατά τη γέννησή του, αλλά αποτελούν μεταγενέστερες ερμηνευτικές κατασκευές της κριτικής και της ψυχοαναλύσεως του 20ού αιώνα.
Όταν οι αδελφοί Jacob και Wilhelm Grimm κατέγραψαν την ιστορία το 1812 στην πρώτη έκδοση των Kinder- und Hausmärchen (με βασική προφορική πηγή τη Dortchen Wild), το κείμενο αποτύπωνε την ωμή πρωτόγονη βία της επιβίωσης. Στην αρχική αυτή καταγραφή, το πρόσωπο που πρωτοστατεί στην εγκατάλειψη των παιδιών είναι η βιολογική μητέρα. Ωστόσο, στην πορεία των επτά διαδοχικών εκδόσεων μέχρι το 1857, ο Wilhelm Grimm υπέβαλε το κείμενο σε μια βαθιά γλωσσική και ιδεολογική αναμόρφωση. Η γλώσσα άλλαξε: από την τραχιά, λιτή προφορική διήγηση πεζογραφήθηκε σε ένα πιο επιμελημένο, ρυθμικό και λογοτεχνικό ύφος, μπολιασμένο με ποιητικές περιγραφές και παροιμιακές εκφράσεις.
Παράλληλα με τη γλωσσική εξάλειψη της ακατεργασμένης λαϊκής ντοπιολαλιάς, συντελέστηκε και μια καίρια ηθική μετατόπιση. Από την έκδοση του 1840 και μετά, η βιολογική μητέρα αντικαταστάθηκε από τη μητριά. Η αλλαγή αυτή πραγματοποιήθηκε για να προστατευθεί η ιερότητα του θεσμού της μητρότητας, σύμφωνα με τις επιταγές της ανερχόμενης αστικής τάξης του 19ου αιώνα. Η μητριά συμπυκνώνει πλέον την απόλυτη ανθρώπινη κακία και την προδοσία των πιο κοντινών προσώπων, ρίχνοντας τα παιδιά στη «ζούγκλα της ζωής» όπου η εμπιστοσύνη εκμηδενίζεται. Σε αυτό το εχθρικό περιβάλλον, το σπίτι με τα γλυκά λειτουργεί ως ο απόλυτος υλικός πειρασμός που παραπλανά τους ανήλικους, ενώ η γριά μάγισσα ενσαρκώνει τη δολιότητα και την πονηριά.
Η εξέλιξη της πλοκής επιφέρει την απόλυτη ηθική αποκατάσταση. Η εξόντωση της μάγισσας στον φούρνο συμπίπτει χρονικά με τον θάνατο της μητριάς στο σπίτι, σηματοδοτώντας μια μορφή θείας δίκης. Η μεταγενέστερη προσθήκη της πάπιας, που μεταφέρει τα παιδιά ένα-ένα απέναντι από το νερό, λειτουργεί ως το κομβικό σημείο κάθαρσης και δικαίωσης όσων επιμένουν στον αγώνα της επιβίωσης. Η τελική επιστροφή των παιδιών στην πατρική εστία και η συγχώρεση του υπαίτιου αλλά αδύναμου πατέρα αναδεικνύουν τη συναισθηματική μεγαλουργία και τη μεγαλοψυχία του ανθρώπου. Έτσι, το παραμύθι επιτυγχάνει μια διαχρονική ισορροπία ανάμεσα στη μεσαιωνική σκληρότητα και τις σύγχρονες κοινωνικές αξίες.
Όσον αφορά την υποδοχή του από την επίσημη λογοτεχνική και ακαδημαϊκή κριτική, το «Χάνσελ και Γκρέτελ» αντιμετωπίστηκε ιστορικά μέσα από δύο κύρια ρεύματα. Από τη μία πλευρά, η συγκριτική λαογραφία (με δεσπόζουσα την ταξινόμηση Aarne-Thompson-Uther ως τύπος ATU 327A) το κατέταξε ως τυπικό δείγμα ευρωπαϊκής αφήγησης για την αντιμετώπιση του δράκου/τέρατος. Από την άλλη πλευρά, η ψυχοαναλυτική σχολή του 20ού αιώνα (με κυριότερο εκπρόσωπο τον Bruno Bettelheim στο έργο του The Uses of Enchantment, 1976) το ανέλυσε ως μια αλληγορία της παιδικής ανάπτυξης, υποστηρίζοντας ότι η νίκη επί της μάγισσας αντιπροσωπεύει την υπέρβαση των καθηλωτικών στοματικών ενορμήσεων και την μετάβαση στην αυτόνομη ενηλικίωση.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης



































