Η Πρωταρχική Αιχμαλωσία και το Βάρος της Σιωπής: Μια Ανάγνωση στον «Αιχμάλωτο του Λίκνου» του Κριστιάν Μπομπέν
Του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη
Όταν η πεζογραφία αποτινάσσει τη φλυαρία και τον θόρυβο των γεγονότων, επιστρέφει στην πρωταρχική της αποστολή: γίνεται μια χειρονομία αφαίρεσης, μια προσπάθεια να απομονωθεί το ουσιώδες. Στον «Αιχμάλωτο του λίκνου» του Κριστιάν Μπομπέν (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δώμα, σε μετάφραση Γιάννη Κουχτσόγλου), η γραφή δεν επιδιώκει να αφηγηθεί, αλλά να αναμετρηθεί με το βάρος της πρώτης μας πατρίδας — της παιδικής ηλικίας και της μοναξιάς. Το βιβλίο αυτό, μια ποιητική, αριστουργηματική νουβέλα, αποτελεί το σημείο όπου η λεπτεπίλεπτη, θραυσματική του πρόζα απέκτησε το μεγαλύτερο, πιο ουσιαστικό της βάρος, αποφεύγοντας τον κίνδυνο του εύκολου λυρισμού που συναντάμε σε άλλα έργα του. Η γραφή του είναι λιτή, πειθαρχημένη και σε καμία περίπτωση κουραστική ή επαναλαμβανόμενη, αποδεικνύοντας ότι ο Μπομπέν κατέχει εκείνη τη σπάνια δύναμη που μπορεί να κάνει κάποιον να αγαπήσει, από την αρχή, τη λογοτεχνία.
Ο Μπομπέν δεν κάνει λογοτεχνία από καθέδρας. Επιστρέφει στο Le Creusot, τη βιομηχανική, επαρχιακή πόλη όπου γεννήθηκε και έζησε, όχι για να προσφέρει μια νοσταλγική αυτοβιογραφία, αλλά για να αναλάβει την ανατομία της ίδιας της ύπαρξης. Πρόκειται για ένα βαθύτατα εσωτερικό, αυτοβιογραφικό κείμενο που δομείται μέσα από αποφθεγματικά θραύσματα. Ο Μπομπέν γράφει με μικρές, αυτοτελείς παραγράφους, όπου κάθε πρόταση διεκδικεί την ποιητική της αυτονομία. «Ήμουν μόνος για δύο χιλιάδες χρόνια – τον καιρό της παιδικής ηλικίας», γράφει, και από αυτή την παραδοχή ξεκινά μια περιπλάνηση στα σπαράγματα της μνήμης.
Κι όμως, ενώ δεν υπάρχουν ανατροπές και συμβατική πλοκή, η αφήγηση ρέει σα νεράκι. Η πλοκή δεν χρειάζεται τις εξωτερικές συγκρούσεις για να προχωρήσει· η εσωτερική κίνηση, η επιστροφή του συγγραφέα στον γενέθλιο τόπο του, είναι αρκετή για να κρατήσει τον αναγνώστη. Δεν έχουμε να κάνουμε με τον μοντερνισμό και τους πειραματισμούς του —τον κατακερματισμό, την αποδόμηση της γλώσσας ή την άναρχη ροή της συνείδησης που συναντάμε σε άλλες παραδόσεις. Η γραφή του Μπομπέν παραμένει κλασική, ευθύβολη, με μια σχεδόν θρησκευτική ή λαϊκή απλότητα που αρνείται να σπάσει τη σύνταξη, αλλά επιδιώκει να τη δικαιώσει.
Η γλώσσα του, αν και αιθέρια και πνευματική, διατηρεί μια δωρική πειθαρχία. Δεν υπάρχουν προπαρασκευαστικά στάδια· σε πετάει άμεσα στην παρατήρηση, ιεροποιώντας το ελάχιστο: το φως που μπαίνει από το παράθυρο, τη σκόνη που χορεύει, τη σιωπή ενός δωματίου. Για τον Μπομπέν, η αλήθεια δεν βρίσκεται στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, αλλά στις μικρές, αόρατες ρωγμές της καθημερινότητας. «Απ' αυτή τη μοναξιά, κανείς δεν φέρει ευθύνη. Έπινα σιωπή, έτρωγα γαλανό ουρανό. Περίμενα», σημειώνει, μετατρέποντας το βίωμα σε οικουμενικό στοχασμό.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η συγγένεια, αλλά και η ριζική διαφορά, με τη γραφή του Ερι Ντε Λούκα στο «Βάρος της πεταλούδας». Και οι δύο μοιράζονται την οικονομία, το θραύσμα και την αποφθεγματική φυσική. Ωστόσο, εκεί που ο Ντε Λούκα είναι «γήινος», τραχύς, γεμάτος από το χώμα, τον πάγο, το κυνήγι και τη σκληρότητα των βουνών, ο Μπομπέν είναι «αιθέριος», ένας ερημίτης του εσωτερικού χώρου. Η ποιητικότητα του Μπομπέν είναι πνευματική, σχεδόν μυστικιστική, χωρίς όμως το βάρος του δόγματος. Δεν παλεύει με τα στοιχεία της φύσης, αλλά με την απουσία, την ανάμνηση και την απλή ύπαρξη μέσα σε μια κάμαρα. Αν ο Ιταλός σε προσγειώνει στην τραχιά γη της επιβίωσης, ο Γάλλος σε ανυψώνει στην αιθέρια σιωπή της αθωότητας.
Η αποφθεγματική δύναμη του «Λίκνου» είναι αφοπλιστική επειδή δεν εκβιάζει τη συγκίνηση. Η γραφή του είναι πεντακάθαρη, κοφτερή, με μια εσωτερική πειθαρχία που μετατρέπει την προσωπική μνήμη σε παγκόσμια εμπειρία. Η αντιμετώπιση της κριτικής απέναντι στο έργο του Μπομπέν, ωστόσο, υπήρξε συχνά αμήχανη, αν όχι πολωμένη. Οι ακαδημαϊκοί και οι κριτικοί της «ορθολογικής» παράδοσης δυσκολεύτηκαν να κατηγοριοποιήσουν αυτή τη γραφή, χαρακτηρίζοντάς την ενίοτε ως υπερβολικά απλοϊκή, «μινιμαλιστική» ή ακόμη και περιθωριακή, ακριβώς επειδή αρνείται να ενταχθεί στις δομημένες φόρμες του παραδοσιακού μυθιστορήματος. Όμως, η κριτική αυτή αποτυγχάνει να συλλάβει την ουσία: η απλότητα του Μπομπέν δεν είναι ένδεια, είναι κατάκτηση. Είναι η απλότητα εκείνου που έχει απορρίψει το περιττό για να κρατήσει μόνο το φως.
Ο «Αιχμάλωτος του λίκνου» παραμένει μια άσκηση στην προσοχή και τη μοναξιά. Ο Μπομπέν μας θυμίζει ότι η πραγματική ελευθερία δεν βρίσκεται στην απεραντοσύνη του κόσμου, αλλά στην ικανότητά μας να βλέπουμε το άπειρο μέσα στα όρια ενός δωματίου, μέσα στο ίδιο το λίκνο που μας γέννησε και μας κρατά για πάντα αιχμαλώτους του. Είναι μια ποίηση της εσωτερικής αποκάλυψης, που μέσα από την ωμή απλότητά της, μας καλεί να ξαναβρούμε την αθωότητα που χάσαμε στον δρόμο.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης





























.jpg)
.jpg)




