ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΪΣ ΜΠΟΡΧΕΣ, Τα Κυκλικά Ερείπια (Μυθοπλασίες)
Το διήγημα «Τα Κυκλικά Ερείπια» (Las ruinas circulares), δημοσιευμένο το 1940 στο περιοδικό Sur και μετέπειτα ενταγμένο στις Μυθοπλασίες (Ficciones), συνιστά μία από τις πλέον υποβλητικές, εγκεφαλικές και εφιαλτικές ανατομίες της ανθρώπινης ψευδαίσθησης (αν πρέπει να το πούμε έτσι για τους σκεπτικιστές). Ο Μπόρχες στήνει μια αλληγορία γύρω από την πράξη της δημιουργίας, χρησιμοποιώντας ως όχημα έναν ανώνυμο μύστη που καταφθάνει πληγωμένος στα ερείπια ενός κυκλικού, καμένου ναού. Ο μοναδικός, εμμονικός του σκοπός είναι να ονειρευτεί έναν άνθρωπο: να τον συλλάβει με κάθε ανατομική λεπτομέρεια και, επιβάλλοντάς τον στην πραγματικότητα, να τον καταστήσει αυτόνομο ον. Κοινώς: να τον υλοποιήσει!
Η πρώτη μεγάλη, οφθαλμοφανής συγγένεια του κειμένου εντοπίζεται στην ατμόσφαιρα του «αλλόκοτου τρόμου» (cosmic horror) που καθιέρωσε ο Χ. Φ. Λάβκραφτ. Η παρουσία του απομονωμένου ταξιδιώτη, η τελετουργική αφοσίωση σε μια σκοτεινή διεργασία που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους, η επίκληση μιας αλλόκοτης θεότητας της Φωτιάς και, τέλος, η τελική κοσμική αποκάλυψη που δεν επιφέρει τη λύτρωση αλλά το απόλυτο υπαρξιακό σοκ, φέρουν ανεξίτηλη τη λαβκραφτική σφραγίδα. Ο Μπόρχες —γνώστης και μελετητής της αγγλόφωνης παραλογοτεχνίας των pulp περιοδικών— δανείζεται το εφιαλτικό ντεκόρ του Αμερικανού συγγραφέα, αποσταζοντάς το όμως από τον εντυπωσιασμό και μετατρέποντάς το σε υψηλό διανοητικό εργαστήρι.
Πίσω όμως από το λαβκραφτικό προσωπείο, ο Μπόρχες επιχειρεί μια βαθύτερη κατάδυση στη μεταφυσική βιβλιογραφία. Η διεργασία με την οποία ο ήρωας πλάθει τον «γιό» του —μέλος προς μέλος, όργανο προς όργανο, μέσα από την απόλυτη νοητική συγκέντρωση— παραπέμπει ευθέως στη θεοσοφική θεωρία περί κατασκευής «σκεπτομορφών» (thought-forms), όπως αυτή διατυπώθηκε στο κλασικό εσωτεριστικό σύγγραμμα Thought-Forms (1901) της Άννι Μπέσαντ (Annie Besant) και του Τσαρλς Λεντμπίτερ. Ο Μπόρχες, ενήμερος για τα ρεύματα του εσοτερισμού και της Θεοσοφίας που ανθούσαν στις αρχές του 20ού αιώνα, οικειοποιείται τη μεταφυσική τεχνική της υλοποίησης μιας σκεπτομορφής μέσω του οράματος.
Η ιδιοφυΐα του Αργεντινού δημιουργού συμπυκνώνεται στο πώς μπολιάζει αυτή τη μεταφυσική τεχνική με τον πυρήνα της παγκόσμιας θρησκευτικής και φιλοσοφικής παράδοσης: την ολοκληρωτική κατάλυση του ατομικού «Εγώ». Όλες οι μεγάλες πνευματικές παραδόσεις, από την Ανατολή έως τον Χριστιανικό Μυστικισμό, συγκλίνουν στην ίδια θεμελιώδη παραδοχή: η περιχαρακωμένη ατομικότητα, η νόηξη του ξεχωριστού «Εγώ», δεν είναι παρά μια επικίνδυνη οφθαλμαπάτη.
Στον Ινδουισμό και τον Βουδισμό, η κατάσταση της «Φώτισης» ή το «Σαμάντι» (Samadhi) επιτυγχάνεται μόνο όταν διασπαστεί το πέπλο της Μάγια (της ψευδαίσθησης) και η ατομική συνείδηση διαλυθεί μέσα στην υπέρτατη Συμπαντική Διάνοια. Στον Χριστιανικό Μυστικισμό και την Ησυχαστική παράδοση, όπως την εξέφρασαν Πατέρες της Εκκλησίας αλλά και σύγχρονες μορφές, η πνευματική τελείωση προϋποθέτει την παντελή απονέκρωση του εγωισμού. Ο άνθρωπος καλείται να «κενωθεί» από το ατομικό του θέλημα ώστε να γίνει δοχείο της Θείας Χάριτος, αντιλαμβανόμενος ότι η ύπαρξή του υφίσταται μόνο ως μέλος του Σώματος μιας ευρύτερης, θεϊκής Ολότητας.
Ο Μπόρχες παίρνει αυτή την οικουμενική μεταφυσική αλήθεια και την υποβάλλει σε μια σπαρακτική, λογοτεχνική δοκιμασία. Ο δημιουργός του διηγήματος ξεκινά ως ένας κλασικός, αλαζόνας «Εγώ»: θεωρεί ότι είναι ο αποκλειστικός αρχιτέκτονας μιας νέας ζωής, ένας αυτόνομος θεός που γεννά ύπαρξη από το μηδέν. Όταν όμως η πυρκαγιά κυκλώνει τα ερείπια και ο ίδιος βαδίζει προς τις φλόγες, η πραγματικότητα τον συντρίβει. Η φωτιά δεν τον κατακαίει, δεν του προκαλεί πόνο, αλλά τον χαϊδεύει.
Εκείνη τη στιγμή συντελείται η βίαιη «φώτιση» του ήρωα, η οποία εμπεριέχει ταυτόχρονα την απόλυτη ανακούφιση και τον αβάσταχτο τρόμο: συνειδητοποιεί ότι το «Εγώ» του δεν υπήρξε ποτέ. Δεν είναι αυτόνομος δημιουργός, αλλά μια σκεπτομορφή, ένα φάντασμα, ένας κρίκος σε μια αδιάλειπτη, άπειρη αλυσίδα ονειρευτών.
Ο Μπόρχες αποδομεί την αλαζονεία της ατομικότητας. Μέσα από την εικόνα των κυκλικών ερειπίων, καταγγέλλει την τραγικότητα της ανθρώπινης συνθήκης: ο άνθρωπος, ακόμα και όταν πιστεύει ότι ενεργεί ως κυρίαρχος δημιουργός, δεν είναι παρά το κατασκεύασμα, ο αντικατοπτρισμός και το όργανο μιας ευρύτερης, ακατάληπτης Συμπαντικής Διάνοιας.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

























