Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ: ΜΙΑ ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΣΤΟ «ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ;» ΤΟΥ ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΩΠΑΣΑΝ
Στη σκοτεινή εργογραφία του Γκυ ντε Μωπασάν, το διήγημα «Ποιος Ξέρει;» (Qui sait?) καταλαμβάνει μια εξαιρετικά περίοπτη, σχεδόν οριακή θέση. Πρόκειται για ένα κείμενο σπάνιας αφηγηματικής πυκνότητας, στο οποίο ο αναγνώστης εξαναγκάζεται σε μια διαρκή, αβέβαιη αμφιταλάντευση: ακροβατεί αδιάκοπα ανάμεσα στην εισβολή ενός αληθινού υπερφυσικού στοιχείου και στην ολοκληρωτική, ψυχιατρική αποδιοργάνωση του αφηγητή. Ο Μωπασάν αρνείται πεισματικά να προσφέρει μια βολική λύση στο μυστήριο, αφήνοντας το εκκρεμές της ερμηνείας μετέωρο ως την τελευταία φράση.
Αυτό που καθιστά το έργο ελκυστικό είναι ο τρόπος με τον οποίο η αφήγηση περιβάλλει με μια παράδοξη, σχεδόν σαγηνευτική αίγλη την απόλυτη μοναξιά του πρωταγωνιστή. Ο συγγραφέας ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στην εξωτερική, λεπτομερή περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, της αρχιτεκτονικής του σπιτιού και της υλικής υπόστασης των επιπέδων, και στην εσωτερική, κλονισμένη ψυχοσύνθεση του ήρωα. Η αμεσότητα του λόγου είναι τέτοια που καταργεί την αποστασιοποίηση· ο αφηγητής δεν φαντάζει ως ένας αλλόκοτος μυθιστορηματικός χαρακτήρας, αλλά ως ένας οικείος άνθρωπος, ένας φίλος που εξομολογείται ψιθυριστά το πιο σκοτεινό του μυστικό. Παράλληλα, οι οξυδερκείς, σχεδόν βιωματικές περιγραφές των ταξιδιών που παρεμβάλλονται στο κείμενο αποδύουν την αύρα ενός συγγραφέα βαθιά ταξιδεμένου, ο οποίος γνώριζε καλά τη γεωγραφία της απομόνωσης.
Η εσωτερική αυτή γεωγραφία συνδέεται αρραγώς με τη δραματική βιολογική κατάσταση του ίδιου του Μωπασάν. Γραμμένο στα 1890, σε μια περίοδο που η νευροσύφιλη κατέστρεφε ραγδαία το κεντρικό νευρικό του σύστημα, το διήγημα λειτουργεί ως ένας καθρέφτης της επερχόμενης κατάρρευσής του. Το ψυχιατρικό άσυλο, στο οποίο επιλέγει να αυτοεγκλειστεί ο αφηγητής προκειμένου να γλιτώσει από τον εφιάλτη της αυτόνομης ανταρσίας των αντικειμένων του, προβάλλει ως το τελευταίο, αδιαπέραστο προπύργιο της μοναξιάς. Εδώ αναδύεται το καίριο υπαρξιακό ερώτημα: οδηγήσε ο Μωπασάν τον ήρωα στο άσυλο υποσυνείδητα, κινούμενος από τη σκοτεινή ενόρμηση μιας προφητικής ενόρασης για το δικό του τραγικό τέλος, ή μήπως το έπραξε με απόλυτη συνείδηση, αποτυπώνοντας ψύχραιμα την τραγωδία ενός πνεύματος που βλέπει τα όρια της λογικής του να κατακρημνίζονται;
Όταν το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα L'Écho de Paris, η κριτική της εποχής στάθηκε αμήχανη και βαθιά προβληματισμένη. Οι σύγχρονοί του αναγνώρισαν αμέσως τη λογοτεχνική δεινότητα της γραφής, όμως διάβασαν πίσω από τις αραδιασμένες λέξεις όχι μια απλή άσκηση ύφους στη φανταστική λογοτεχνία, αλλά το ζωντανό, οδυνηρό χρονικό της επερχόμενης παράνοιας του δημιουργού της, επιβεβαιώνοντας πως η μεγάλη τέχνη συχνά γεννιέται εκεί όπου η ανθρώπινη αντοχή συναντά το απόλυτο κενό.
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης


