ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ, Μου Είπαν, Δρόμων 2013


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ, Μου Είπαν, Δρόμων 2013


Ποιοι λογοτέχνες σας επηρέασαν στο ξεκίνημά σας και γενικότερα ποιοι σας αρέσουν;
Η πρώτη μου μεγάλη επιρροή είναι ο νονός μου ο Καζαντζάκης. Απορώ πως εκείνη την εποχή είχα την ωριμότητα να τον καταλαβαίνω. Ήμουν 16-17 που είχα την πρώτη μου δημοσίευση στο περιοδικό ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΟΧΗ. Το ’63 έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο “Λύκοι και σύννεφα” επηρεασμένη από το πνεύμα της εποχής, Ελύτης, Σεφέρης κ.λπ. Ο υπερρεαλισμός ήτανε κάτι το φυσικό για μένα. Είχα οικειοποιηθεί τον Μπρετόν λόγω και των σπουδών μου στη Γαλλία. Μάλιστα κι ο Ελύτης κι ο Σεφέρης είχανε εκφραστεί κολακευτικά για μένα. Σας αναφέρω για παράδειγμα τι είχε πει ο Σεφέρης για μένα σε ερώτηση κάποιου. Κύριε Σεφέρη τι γνώμη έχετε για την κυρία Αγγελάκη; Εκείνος είπε: «Η κυρία Αγγελάκη δεν χρειάζεται κανέναν. Ακολουθεί το δικό της δρόμο». Από μικρή ήμουνα γνωστή λοιπόν, μιας και δημοσίευσα το πρώτο μου ποίημα το ’56, άρα η ζωή μου στάθηκε καλή σε αυτό. Ό,τι επιθυμούσα ερχόταν μετά με ευκολία.

Σε ό,τι αφορά το έως τώρα έργο σας πείτε μας δυο λόγια.
Έχω εκδώσει 23 βιβλία, οι δε μεταφράσεις είναι... άπειρες (γέλια), αγγλικά, γαλλικά και πολλές στα ρώσικα, άλλωστε η δουλειά μου είναι η μετάφραση. Το τελευταίο μου βιβλίο είναι το “Η Ανορεξία της Ύπαρξης”.

Τι είναι τελικά η ποιητική δημιουργία; Μια προσωπική έκφραση κάποιου χαρισματικού ανθρώπου ή μια “κατασκευή” μέσα από άσκηση όπως θα έλεγε κι ο Πόε, μιας και ως γνωστόν έχτισε το “Κοράκι” με “μαθηματική ακρίβεια”;
Έχουν ειπωθεί πολλά για την ποίηση. Εγώ λέω ότι είναι το μη λογικό πλησίασμα της ύπαρξης, κι όταν λέω μη λογικό δεν εννοώ παράλογο, αλλά “μη λογικό” σαν μια διαφορετική οπτική της ύπαρξης κι όχι σαν έκφραση του πραγματικού.

Θεωρείτε, όπως πολλοί σύγχρονοι ποιητές, ότι το βάρος του ποιητικού λόγου μετατοπίζεται περισσότερο στη γλώσσα και στη μορφή και λιγότερο στην πρόκληση συγκίνησης; Πώς θα ορίζατε την πρωτοτυπία σε ένα λογοτεχνικό έργο και δη στην ποίηση;
Κοίταξε Γιώργο μου, τη συγκίνηση πρέπει να την έχει νιώσει πρώτα ο ίδιος ο ποιητής. Το πλησίασμα είναι διαφορετικό για τον καθέναν. Η συγκίνηση για μένα είναι ο τρόπος να πλησιάζεις το άγνωστο, το διαφορετικό, το θάνατο, το διαρκές ερωτηματικό και ψάχνοντας αυτό να εκφράζεσαι. Ψάχνοντας αυτό το άγνωστο βρίσκεις μέσα βαθιά τον εαυτό σου. Εμένα λοιπόν με ενδιαφέρει όταν τελειώνω ένα ποίημα να πλησιάζει όσο γίνεται αυτό που νιώθω μέσα μου βαθιά κι όσο μεγαλώνω αυτό συνειδητοποιώ ότι είναι η “αλήθεια”.

Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που χαρακτηρίζει ένα έργο ως ‘μεγάλο’;
Εγώ δεν τα βλέπω έτσι τα πράγματα. Εξαρτάται από το έργο. Κάθε δημιουργός βάζει τους δικούς του κανόνες και όσο πιο μεγάλος είναι τόσο επιβάλλονται οι κανόνες. Αυτή είναι η βασική αρχή. Μεγάλος κι ο Βερν, μεγάλος κι ο Καζαντζάκης. Η τέχνη ανοίγει καινούργιους ορίζοντες, μπορεί να είναι ευφροσύνη, μπορεί να είναι χιούμορ, μπορεί θρησκομανία, μπορεί κάτι άλλο. Εξαρτάται πόσο ταλέντο είχε αυτός που έγραψε κάτι και από την ικανότητα του δημιουργού κι όχι μόνο αν είχε στοχασμό στο έργο του.

Πόση σημασία έχουν οι δημόσιες σχέσεις στην εξέλιξη ενός ποιητή;
Πάντα ήτανε πάρα πολύ δύσκολο να δημοσιεύσεις ποίηση και ιδίως νέος, όχι μόνο στα περιοδικά, αλλά και να εκδώσεις ένα βιβλίο. Οι περισσότεροι ποιητές της εποχής μου πληρώνανε για να βγάλουν το βιβλίο τους. Άλλοι πληρώνουνε όλη τους τη ζωή ακόμη και σήμερα. Τώρα σε ό,τι αφορά τις δημόσιες σχέσεις που με ρωτήσατε, είναι προφανές ότι αν καταφέρει κάποιος και βγει στα κανάλια θα γίνει ανάρπαστος... καταλαβαίνετε (γέλια).
Τα βραβεία κι η αναγνωσιμότητα σημαίνουν κάτι για εσάς την εποχή που ζούμε;
Κοιτάξτε, εγώ είμαι λίγο περίεργη. Αυτά δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη αξία για μένα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν είναι μια ενθάρρυνση, εκτός και πάρεις το νόμπελ (γέλια). Ζούμε σε μια εποχή του καινούργιου μονοθεϊσμού όπως το λέω εγώ, του χρήματος, κι όσο πάει γίνεται και χειρότερα από την άποψη όλης της δομής της κοινωνίας. Κανένας πολιτισμός δεν έχει δομηθεί όπως σήμερα με βάση το “θεό” του χρήματος. Το πράγμα έχει πάρει πλέον “μεταφυσικές” διαστάσεις.


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019

Συνομιλία του Θάνου Μικρούτσικου με τον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη



Συνομιλία του Θάνου Μικρούτσικου με τον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη (Βιβλίο ¨Μου είπαν" εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα, 2013. 




Τι σας έκανε να αγαπήσετε τη μουσική; Πότε συνειδητοποιήσατε ότι θέλετε να γίνετε μουσικός;
Γεννήθηκα στην Πάτρα το 1947, γόνος μιας αστικής οικογένειας η οποία είχε όμως σχέση με την τέχνη. Η θεία μου έμενε σε ένα νεοκλασικό σπίτι, δίπλα στο δικό μας νεοκλασικό και ήταν μια σπουδαία πιανίστα, αλλά και όλη η οικογένεια εί-χε μια ευρύτερη μουσική παιδεία. Μια φορά θυμάμαι στα 4 μου πήγα στη θεία μου η οποία με κάλεσε και μου έπαιξε ένα κομμάτι του Σούμπερτ και όχι μόνο αυτό, αλλά ύστερα με έβαλε και στο πιάνο και πιέζοντάς μου τα δάχτυλα το παίξαμε μα-ζί, εκεί αισθάνθηκα την πρώτη μου ηλεκτρική εκκένωση κι όχι μόνο εκείνη τη στιγμή αλλά και χρόνια αργότερα όταν ανέσυρα το γεγονός στη μνήμη μου. Με τη θεία μου συνέχισα να έχω καλές σχέσεις και μέσω αλληλογραφίας όταν χρόνια αργότερα έγινε μόνιμη κάτοικος Στοκχόλμης. Επίσης ένα άλλο σημαντικό γεγονός εί-ναι η κλασική μουσική που άκουγα στο σπίτι από τους δίσκους 78 στροφών που έφερνε ο πατέρας μου, που για να ακούσεις μια ολόκληρη συμφωνία έπρεπε να βά-λεις 7 με 8 δίσκους να παίξουν. Όπως βλέπετε διατηρώ ακόμη εκείνο το πικάπ, των αρχών της δεκαετίας του 1950. Έτσι παράλληλα με το δημοτικό πήγα και στο ωδείο οπότε τελειώνοντας, ήμουν ήδη μπροστά στο πτυχίο του πιάνου. Κατόπιν κι έχοντας αποκτήσει οικειότητα στο παίξιμο του πιάνου ότι τραγούδι μου άρεσε από Θεοδωράκη και Χατζιδάκι κυρίως το έπαιζα. Κι όχι μόνο αυτά αλλά και ιταλικά τραγούδια όπως και αμερικάνικα ροκ εκείνης της εποχής. Ξέρετε στάθμευαν τα αμερικάνικα αεροπλανοφόρα του έκτου στόλου στο λιμάνι της Πάτρας και από τα ραδιόφωνά τους ακούγαμε τραγούδια ροκ που όπως είναι φυσικό μας επηρέαζαν. Φυσικά το ίδιο έντονα ακούγαμε και τους ιταλικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Στα 14 προσανατολίστηκα για σπουδές στα μαθηματικά γιατί ο πατέρας μου ήταν μαθηματικός και μου είχε μεταδώσει την αγάπη για τα μαθηματικά. Μπήκα λοιπόν στο μαθηματικό τμήμα αλλά συνέχισα ν’ ασχολούμαι και με την μουσική, έπιασα μάλιστα μια δουλειά στις τότε μπουάτ. Βεβαίως ολοκλήρωσα και τις ωδειακές σπουδές, αρμονία, αντίστιξη, φούγκα και σύνθεση με τον δάσκαλο Γιάννη Α. Παπαϊωάννου, πριν τελειώσω το πανεπιστήμιο. Μετά είχα δυο δρόμους να ακολουθήσω ή ακαδημαϊκή καριέρα, οπότε θα συνέχιζα στην Αμερική για διδακτορικό ή θα ακολουθούσα το δρόμο της μουσικής σταδιοδρομίας και της σύνθεσης. Ο πρώτος δρόμος μιας και ήμουν δυνατός στα μαθηματικά είχε πιο πολύ σιγουριά θα έ-λεγα. Ο δρόμος της μουσικής ήταν περισσότερο επισφαλής, παρόλο το μπαγκράουντ που σας προανέφερα, δεν υπήρχε εγγύηση καμιά. Σε ηλικία 22 ετών, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, κατέληξα στο να συνεχίσω με τη μουσική γιατί ήταν θέμα ζωής για μένα. Αυτό το λέω και σε νέους που με συμβουλεύονται τι να κάνουν. Αν είναι θέμα “ζωής και θανάτου” η μουσική καριέρα, να συνεχίσουν και μόνο τότε.

Είμαστε γύρω στο ’69. Άρα στην εποχή της μεγάλης μουσικής δημιουργίας του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι κ.λπ.
Ναι, τους εμπεριείχα μέσα μου και αυτούς. Άλλωστε, ήδη από το ’64- ’65 είχα ξεκινήσει να γράφω τραγούδια. Η πρώτη μου περίοδος από το ’64 έως το ’68 ήταν απολύτως μιμητική του Θεοδωράκη. Από το ’69 και μετά προσδιορίζω τραγούδια με πρωτοτυπία, μάλιστα θυμάμαι ήταν σε ποίηση και του Βάρναλη και του Σινόπουλου. Επίσης έκανα και το ’69 αλλά και το ’72 τραγούδια σε ποίηση Καρυωτάκη με την τραγουδίστρια Βάσω Μεσηνέζη και τη Μαρίζα Κωχ. Επίσης θα πρέπει να πω ότι ήδη έπαιζα πιάνο αξιώσεων, αλλά εκτός των τραγουδιών είχα αρχίσει ήδη να σχεδιάζω τα πρώτα μου έργα πειραματικής μουσικής. Διότι οι σπουδές μου με τον Παπαϊωάννου, πέραν της αντίστιξης και της φούγκας, ήταν πάνω στη μουσική του 20ου αιώνα και στην πειραματική μουσική.

 Είχε ήδη αρχίσει να εγκαταλείπεται το ‘δωδεκάφθογγο’. Μιλήστε μας περισσότερο για τις μουσικές πρωτοπορίες του εικοστού αιώνα, μιας και αποτέλε-σαν μέρος των επιρροών σας.
Ναι, είχε αρχίσει η παρακμή του δωδεκάφθογγου από το ’50 και μετά. Κοιτάξτε το δωδεκάφθογγο διατυπώθηκε το 1923 από τον Σενμπεργκ. Τη δεκαετία του ’50 κι ύστερα, μια ομάδα μουσικών ο Μπουλέζ, ο Μπέριο, ο Στοκχάουζεν κυρίως και λίγο αργότερα ο Νόνο στο Γκάμσταντ της Γερμανίας συγκεντρώνονταν και έκαναν ένα μεγάλο φεστιβάλ νέας μουσικής. Αυτή η νέα μουσική ήταν η προέκταση του δωδεκάφθογγου σε πολλά επίπεδα. Το δωδεκάφθογγο διατυπώνεται διαφορετικά ως σειραική μουσική.
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή τα πράγματα. Το 1904, ξεκίνησαν τα πρώτα έργα ατονικής μουσικής. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε πλέον τονικό κέντρο, υπήρχε ένα ‘μόρφωμα’ που δεν πάταγε πουθενά παρόλα αυτά όμως έργα γίνανε. Ο Σενμπεργκ, έγραψε το έργο Πελέας και Μελισσάνθη για ορχήστρα, που ήταν το πρώτο έργο ατονικής μουσικής, συνειδητοποίησε γρήγορα όμως ότι αν δεν οργα-νωθεί θα ήταν χαοτικό. Έτσι μέχρι το 1923, με δυο δυνατούς μαθητές του Μπεργκ και Βέμπερν, οργάνωσε αυτό το χάος και διατύπωσε το δωδεκάφθογγο, μια σειρά δώδεκα φθόγγων με κάποιους κανόνες. Αυτοί λοιπόν οι μουσικοί που προανέφερα, ο Μπουλέζ (ο Μπεριο είχε πεθάνει) αυτό που έκανε ο Σένμπεργκ σε ένα πρώτο ε-πίπεδο το άπλωσαν σε περισσότερα επίπεδα με αποτέλεσμα αυτό να ονοματιστεί απόλυτος σειραισμός. Το μήνυμα που πέρασε είναι ότι ο οποιοσδήποτε ήχος είναι αποδεκτός στη μουσική αρκεί να οργανωθεί σε έργο.

Οδηγηθήκαμε δηλαδή όπως και στη ζωγραφική, ή και στην ποίηση στο ‘κάνουμε ό,τι θέλουμε’ επειδή έχουμε καλλιτεχνική ελευθερία…
Όχι, δε κάνουμε ό,τι θέλουμε, φυσικά υπήρξαν συνθέτες που υιοθέτησαν αυτό που λέτε, αλλά χάθηκαν στη λήθη. Όπως και να έχει οι παραπάνω συνθέτες οργά-νωσαν το χάος. Αυτή η μουσική επηρέασε όλο τον κόσμο και σε εμάς έφτασε με καθυστέρηση μιας δεκαετίας. Εγώ στα 22 μου είχα ήδη μάθει αυτή τη μουσική κι επομένως μπήκα στη δημόσια καλλιτεχνική προβολή με τρία πράγματα. Το πρώτο ήταν το πιάνο και η κλασική μουσική παιδεία, από την άλλη οι σπουδές μου με το Παπαϊωάννου που με εμπότισαν με το πνεύμα της σύγχρονης μουσικής, της αβαν γκαρντ κ.λπ. και κατά τρίτο λόγο το τραγούδι με τους κυριότερους εκφραστές του, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι αλλά και τη σύγχρονη ποπ ροκ μουσική (Μπητλς, Ρόλινγκ Στόουνς κ.λπ.).
Στη συνέχεια είχαμε τον πρώτο μεγάλο δίσκο σε ηλικία 28 ετών.
Εμένα με ωφέλησε που η δικτατορία με εμπόδισε πριν να βγάλω τα τραγούδια που ήθελα, και έβγαλα όντως 28 ετών, το πρώτο μεγάλο δίσκο. Η απαγόρευση των ποιητών Ρίτσου, Βάρναλη κ.λπ. είχε δημιουργήσει μια δίψα στον κόσμο για αυτά τα ακούσματα και μόλις κυκλοφόρησε ο δίσκος μου το 1975, εντυπωσίασε από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του. Και δεν εννοώ τις πωλήσεις μόνο αλλά τον τρό-πο με τον οποίο με υποδέχτηκε ο τύπος της εποχής σαν έτοιμο και ώριμο συνθέτη.

Ένα παράξενο πράγμα..
Ναι, παράξενο, δε θυμάμαι να με είπαν ποτέ ‘νέο συνθέτη’ και δε θυμάμαι να έ-χει συμβεί σε άλλον. Για παράδειγμα η Ελευθεροτυπία το ’75 έκανε αφιέρωμα σε έναν καταξιωμένο συνθέτη τη μέρα. Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Σαββόπουλος, Μαρκόπουλος κι εγώ. Απίστευτο. Επίσης το βασικότερο ήταν ότι η πρώτη μου δουλειά ξεχώρισε από τον ήχο της, που δε θύμιζε κάτι και τον προσανατολισμό της. Τότε το τραγούδι είχε εμβατηριακό στυλ, ο Χατζιδάκις για παράδειγμα δεν έπαιζε καθοριστικό ρόλο τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, δεν ακουγόταν πολύ…

Είχε κάνει τη ‘μεγάλη επιτυχία’ με τον Μεγάλο Ερωτικό, το 1972.
Το έργο είναι καταπληκτικό, αλλά δεν είχε κάνει το ‘μπάμ’ όταν βγήκε, γιατί ή-τανε η χούντα στα πράγματα όταν κυκλοφόρησε, στην πορεία του χρόνου καταξιώθηκε σαν αριστούργημα.
Για να επανέλθω λοιπόν, στον πρώτο προσωπικό μου δίσκο, ο κόσμος είχε συνηθίσει ελαφρολαϊκά, χασάπικα, ζειμπέκικα, δυο μπουζούκια κ.λπ., σε μένα είδε πνευστά, μια άλλη μουσική φόρμα και ο κόσμος αγκάλιασε αυτή τη διαφορετικότητα. Εντυπωσιάστηκαν ακόμη κι οι παλιοί συνθέτες. Ειδικά όταν ήρθε ο δεύτερος δίσκος, Η Καντάτα για τη Μακρόνησο, ένα έργο δεκαπέντε μερών εκ των οποίων τα οκτώ ατοναλ, και όμως κινείτο στον χώρο του τραγουδιού, οι κριτικές ήταν κάτι παραπάνω από διθυραμβικές, όλες οι μεγάλες εφημερίδες, ΒΗΜΑ, ΝΕΑ Καθημερινή, έγραψαν για μια νέα μεγάλη αλλαγή στο ελληνικό τραγούδι. Μέχρι τον τέταρτο δίσκο η δουλειά μου είχε πολιτικό πρόσημο, αλλά τα Τροπάρια για φονιάδες, εκτός αυτού του προσήμου είχαν και μια εσωστρέφεια. Επίσης εντυπωσιακή δουλειά ήταν η Μουσική πράξη του Μπρεχτ με δυο κλαρινέτα για πιάνο και φωνή, διότι παίζεται μέχρι σήμερα αυτούσιο το έργο και έτσι κλείνει η περίοδος ’75-’78. Ύστερα έρχεται ο Σταυρός του Νότου το ’79, με τραγούδια που είχαν γραφτεί το ’77-’78 για μια παραγγελία για ένα σήριαλ με ναυτικό περιεχόμενο της ΥΕΝΕΔ, σε ένα σήριαλ αξιώσεων του Τάσου Ψαρά με παραγωγό τον Παπαλιό. Τότε τα σήριαλ της ελληνικής τηλεόρασης είχαν ένα ανεβασμένο επίπεδο.
...........................................
Ζητώ τώρα από τον ακροατή Θάνο Μικρούτσικο να μας πει τι απολαμβάνει να ακούει. Αν θέλετε να το πάμε και παραπέρα να ρωτήσω αν έχετε ‘ζηλέψει’ κομμάτια συναδέλφων;    
Το «πώς το έγραψε αυτός ο κερατάς αυτό το πράγμα» το έχω πει πολλές φορές γιατί δεν είμαι κομπλεξικός. Σε ό,τι αφορά το τι μουσική ακούω, οφείλω να πω ότι επηρεάζομαι από τις κατά καιρούς μελέτες μου. Ξέρετε είμαι 66 ετών κι ενώ δεν το χρειάζομαι, σε σχέση με την καριέρα μου, μελετάω κάθε μέρα μουσική.

Σαν αιώνιος σπουδαστής…
Ακριβώς σαν αιώνιος σπουδαστής. Πρέπει να προπονούμαι για να γράφω μου-σική. Οι αγάπες μου είναι μεν σταθερές αλλά μπαίνουν διαρκώς στο προσκήνιο κι άλλες…

Με τι νοιώθετε ‘ηδονή’;
Πάντα νοιώθω ηδονή με το Βόιτσεκ του Μπεργκ, με τον Σοστακόβιτς που παλαιότερα τον υποτιμούσα λίγο αλλά αργότερα συνειδητοποίησα ότι είναι ο άνθρωπος που έχει ακουμπήσει το αιώνιο των πραγμάτων με απλούστερες λογικές και με τρελαίνουν τα κουαρτέτα του. Αν πάμε στο ελληνικό τραγούδι οι μεγάλες μου αγάπες είναι οι τρεις ‘μπαμπάδες’ μου. Ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις κι ο Τσιτσάνης. Θεωρώ ότι ο Τσιτσάνης έχει γράψει το ωραιότερο τραγούδι στην Ελλάδα από πλευράς ισορροπίας μουσικής και στίχων, ενώ όταν έρχεται στο μυαλό μου αυτό που είπε ο Σεφέρης ότι βαρύναμε το τραγούδι καιρός να το απογυμνώσουμε από τα περιττά στολίδια του, το μυαλό μου πάει στην Αχάριστη του Τσιτσάνη. Απλό αλλά τέλειο.

Μετά από μένα χρονολογικά υπάρχουν πολλοί τραγουδοποιοί που λατρεύω. Τον Χάρη και το Πάνο Κατσιμίχα τους δυο πρίγκιπες, αλλά και τον Μαχαιρίτσα, τον Πορτοκάλογλου, τον Μάλαμα και τον Τσακνή. Μ’ αρέσουν επίσης ο Περίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Θηβαίος, ο Πασχαλίδης, ο Δεληβοριάς, ο Αγγελάκας και υπάρχουν τραγούδια που έχουν γράψει αυτοί και που εγώ θεωρώ ότι είναι τραγούδια συγκυρίας, κύριε Παπαδάκη. Όταν λέω τραγούδια συγκυρίας εν-νοώ το εξής. Υπάρχουν γύρω στα 600 τραγούδια εξαιρετικά που έχουν γραφτεί στην Ελλάδα. Όμως υπάρχουν καμιά εικοσαριά που τα λέω τραγούδια συγκυρίας διότι περιέχουν μέσα αυτό που ονομάζω αρχαιολογικό εύρημα. Αν υπάρχει κόσμος το 2800 είμαι σίγουρος ότι θα ακούνε το τραγούδι του Τσακνή Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον και θα καταλαβαίνουν τι γινότανε τον εικοστό αιώνα στην Ελλάδα. Ή το Δε λες κουβέντα, κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα. Αυτά είναι τα τραγούδια συγκυρίας. 

Απόσπασμα συνομιλίας  με το Θάνο Μικρούτσικο, Ιούνιος 2013

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης


Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΖΑΛΙΓΓΑ (ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ) 17 / 3/ 2018




  Λίγα λόγια για την ιστορία που αφηγείστε στον «Ματωμένο έρωτα»


Ο «Ματωμένος Έρωτας» είναι ένα μυθιστόρημα «αγωνίας» βασισμένο στα πρότυπα ενός «ντετέκτιβ στόρυ», αλλά με έμφαση και σε άλλα στοιχεία, όπως ο ψυχισμός των χαρακτήρων, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η ανθρώπινη οδύνη. Το πρότυπο της «μοιραίας γυναίκας» κυριαρχεί στο βιβλίο και αποτελεί το όχημα πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Ένας συγγραφέας, ο Σταύρος Σταρόπουλος είναι ο βασικός ήρωας, ο οποίος βλέπει τη ζωή του να καταρρέει όταν τον εγκαταλείπει η γυναίκα της ζωής του. Ύστερα ενώ προσπαθεί να σταθεί όρθιος η ζήλεια δεν τον αφήνει και προσλαμβάνει ντετέκτιβ, γιατί υποψιάζεται τα χειρότερα, χωρίς να μπορεί να φανταστεί σε τι πάει να μπλέξει. Την ίδια στιγμή της ψυχολογικής κατάρρευσης, δυο φίλοι του προσπαθούν να τον βοηθήσουν και εμπλέκονται και αυτόι στην υπόθεση, ενώ μια νεαρή από το παρελθόν, ερωτευμένη μαζί του κάνει την εμφάνισή της την χειρότερη χρονικά στιγμή. Ο αντίπαλος είναι αδυσώπητος και ο Σταρόπουλος φτάνει, ίσως και ξεπερνάει τα ορια του.
  

2.   Γιατί το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει πάντα φανατικούς θαυμαστές; Τι είναι αυτό που προσφέρει στον αναγνώστη και είναι τόσο επιτυχημένο είδος; Πείτε μας για τη λογοτεχνία ευρύτερα.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη την απόλαυση της περιπέτειας και της διαφυγής του από την καθημερινή ρουτίνα. Είτε είναι παραδοσιακό, είτε ανήκει στο noir, είτε στο είδος της περιπέτειας, αποτελεί μια διαφυγή για το μυαλό που πάντα αναζητά το εξεζητημένο για να ανανεωθεί. Ενώ παλαιότερα, στην Ελλάδα κυρίως, ήταν παρεξηγημένο είδος, τα τελευταία χρόνια έχει πάρει καλύτερη θέση στο χώρο της λογοτεχνίας. Δεν είναι εύκολο να γραφεί ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα διότι έχει μεγάλο βαθμό πολυπλοκότητας στην ανάπτυξη και στην ευρηματικότητα, δεν είναι κάτι που μπορεί να γράψει ο καθένας.
Συνηθίζουμε να ξεχωρίζουμε τη λογοτεχνία σε «υψηλή» και σε αυτή που ψυχαγωγεί, σε «δύσκολη» και σε εμπορική. Σε ένα βαθμό αυτό δεν γίνεται άδικα, δεδομένου ότι η βάση της καλής λογοτεχνίας είναι η γλώσσα και ακολουθεί ο στοχασμός, η ανάπτυξη των χαρακτήρων, το ύφος και η τεχνική.
Έχουμε όμως ανάγκη την αφήγηση, την πλοκή και φυσικά το θέμα. Θεωρώ ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί να συνδυάσει πολλά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά και να «δώσει» ένα καλό βιβλίο. Ένα βιβλίο που να μπορεί να απευθυνθεί  με την ίδια επιτυχία στον λόγιο, τον διανοούμενο και τον μέσο αναγνώστη. Υπάρχουν παραδείγματα τέτοιων βιβλίων: Ο Εραστής της λαίδης Τσάτερλυ του Λώρενς, ο Μάγος,  ο Συλλέκτης  και η Ερωμένη του Γάλλου υποπλοιάρχου του Φώουλς, οι Αδελφοί Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι, Το βάρος της Πεταλούδας του Ντε Λούκα, οι Άθλιοι του Ουγκώ, φυσικά όλος ο Σαίξπηρ και πολλά ακόμα.




Πολλοί στέκονται αφοριστικά διαλέγοντας θέση: Η λογοτεχνία είναι ζωή και όχι κουλτούρα ή το αντίθετο, υποστηρίζουν. Εγώ πιστεύω ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι και τα δύο. Εξαρτάται από τη .. δοσολογία και το τελικό αποτέλεσμα. Δεν υπάρχουν αφορισμοί. Θα σταθώ σε αυτό που είχε πει ο Καμύ: Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές. Θα συμπληρώσω: Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα και ποιοτικά έχουν και αναγνώστες και σχολιαστές.(Όπως είχε ο Καμύ άλλωστε).   Μπορεί ο Τζόυς να έχει τη φήμη του ανανεωτή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Ντίκενς είναι όμως εκείνος που βρίσκεται σε κάθε βιβλιοθήκη και έχει διαβαστεί περισσότερο.


3.   Πέντε συγγραφείς που θαυμάζετε και γιατί (από μια φράση για τον καθένα)

Δεν είναι πέντε, είναι παραπάνω αλλά θα προσπαθήσω να τους περιορίσω. Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε και ο Ντοστογιέφσκι από τους κλασικούς και οι Κάφκα, ο Φώουλς, ο Ντ.Χ. Λόρενς από τους σύγχρονους. Για τον  Ντοστογιέφσκι θα αναφέρω αυτό που είπε ο Αινστάιν: «ο Dostoyevsky μου προσφέρει πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε επιστήμονα». Είναι ο κορυφαιος ανατόμος της αναθρώπινης ψυχής. Ο Πόε μου προσφέρει την καταφυγή στο όνειρο και σε σκοτάδια φωτισμένα από ιδιοφυείς συλλήψε. Έγραψε λίγα, αλλά έδωσε πολλά.
Ο Κάφκα με βοηθάει να συνειδητοποιήσω καθημερινά σε τι κόσμο ζω.Όλοι  οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με το παράλογο κάποια στιγμή στη ζωή τους.
Ο Φώουλς με μαγεύει με το συναρπαστικό του λόγο και την ικανότητά του να συνδυάζει πολλά στοιχεία (έρωτας, δράση, πάθος, στοχασμός) σε ένα βιβλίο. Μπορεί να μετατρέψει ένα θρίλερ αγωνίας σε υψηλή λογοτεχνική κατάθεση (συλλέκτης).
Ο Λώρενς είναι η απόδειξη πως το μοντέρνο μυθιστόρημα μπορεί να είναι εξίσου εύληπτο και συναρπαστικό με το κλασικό και συνάμα ποιοτικό. Αν το ενδιαφέρον μας κινηθεί στο αστυνομικό, τότε θα μείνω σταθερός στις κλασικές αξίες του Κόναν Ντόυλ και της Αγκάθα Κρίστι. Ο Σέρλοκ Χόλμς και ο Ηρακλής Πουαρώ παραμένουν οι αρχετυπικοί ντετέκτιβ, αξεπέραστα σημεία αναφοράς. Η  επιβεβαίωση  ότι το μυαλό στέκεται πάνω από το το πιστόλι.



4.   Πως συνδυάζεται η πληροφορική, τα μαθηματικά, η στατιστική με την ποίηση και τη λογοτεχνία;

Τα μαθηματικά είναι η «βασίλισσα» των επιστημών, που ενίοτε μεταμορφώνεται και σε ..»υπηρέτρια». Οι πλέον αφηρημένοι κλάδοι των μαθηματικών, όπως η θεωρία αριθμών, η μαθηματική λογική, η τοπολογία, έχουν πρακτικές εφαρμογές (ή μπορούν να αποκτήσουν στο μέλλον). Όταν ο Riemman δημιουργούσε τη γεωμετρία του δε μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα γινόταν το βασικότερο εργαλείο του Αϊνστάιν για να περιγράψει το χωρόχρονο. Γι αυτό κι εκείνος είχε πει ότι: «Τα καθαρά μαθηματικά είναι η ποίηση των καθαρών ιδεών». Τα μαθηματικά μπορούν να περιγράψουν κάτι με τον ύψιστο βαθμό τελειότητας, και η συγκίνηση που προσφέρουν είναι όμοια μ’ εκείνη που δίνει ένα άρτιο ποίημα.
  Η πληροφορική ξεκίνησε σαν κλάδος των μαθηματικών, θεμελιώθηκε από μαθηματικούς κυρίως και φυσικούς. Τώρα αποτελεί αυτοτελή επιστήμη και είτε θέλουμε είτε όχι αποτελεί τμήμα της καθημερινότητάς μας. Ο υπολογιστής είναι παντού. Η τεχνητή νοημοσύνη αναπτύσσεται ταχύτατα και ευτυχώς ή δυστυχώς σε κάποια χρόνια από τώρα – κανείς δεν μπορεί να το προσδιορίσει αυτό - θα δημιουργηθούν, μέσω και της θεωρίας των κβάντων,  ανδροειδή που θα προσομοιάζουν σχεδόν με τον άνθρωπο, πιθανότατα ακόμη και σε επίπεδο συναισθημάτων. Η επιστημονική φαντασία του σήμερα θα γίνει η πραγματικότητα του αύριο, μέσω της Πληροφορικής. Η Στατιστική  βοηθάει στην κατανόηση φαινομένων μέσω της επεξεργασίας πολυπληθών στοιχείων, στην καταγραφή και ομαδοποίησή τους. Κι αυτή έχει σαν βάση τα μαθηματικά.

Η ποίηση βρίσκεται παντού και τα περιλαμβάνει όλα όπως και τα μαθηματικά. Αυτή η οικουμενικότητα είναι που αδελφοποιεί την ποίηση με τα μαθηματικά. Τα μαθηματικά είναι από τη φύση τους ποίηση, περιγράφουν το «ελάχιστον» αλλά και το «όλον», η ίδια η ζωή είναι ποίηση όταν ξέρεις πώς να την προσεγγίσεις. Μπορεί το ποίημα να είναι μια καταγραφή λέξεων συνδεδεμένων νοηματικά μεταξύ τους, αλλά η ίδια η ποίηση είναι η αίσθηση που απορρέει από το ίδιο το άγγιγμα της ζωής. Εν ολίγοις όλα συνδέονται μεταξύ τους με την έννοια της δημιουργίας.


5.   Ποια ανάγκη σας οδήγησε να ασχοληθείτε σε βάθος με τα κόμικς και τους χάρτινους ήρωες;

Τα εικονογραφημένα περιοδικά ή comics μας κρατούν πάντα κοντά στην παιδική μας ηλικία, αν και πλέον αποτελούν αυτόνομη τέχνη και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις υψηλών προδιαγραφών. Μπορεί εμείς να μεγαλώσαμε με το «Μίκυ Μάους», το «Ποπάυ», το «Μπλεκ», το «Αγόρι», το «Σεραφίνο» και η νοσταλγία να μας καλεί αλλά στην πορεία ανακαλύψαμε ένα ολόκληρο σύμπαν εικονογραφημένων ηρώων που μας παρουσιάζονται μέσα από εκπληκτικά σχέδια και καλογραμμένα σενάρια. Για παράδειγμα το Watchmen γραμμένο από τον Alan Moore και σχεδιαστή τον Dave Gibbons, έχει βραβευτεί σαν λογοτεχνικό έργο. Ακόμα και τα περιοδικά που προαναφέρθηκαν – διότι ως «περιοδικά» τα αναφέραμε τότε, έχουν αναδείξει μερικούς από τους κορυφαίους καλλιτέχνες και δημιουργούς όλων των εποχών όπως: Carl Barks, Romano Scarpa (Μίκυ Μάους), EsseGesse (Μπλεκ), Segar, Sagendorf (Ποπάυ) κ.α..
Δυστυχώς τα σημερινά παιδιά, δέσμια ενός κινητού τηλεφώνου «που τα κάνει όλα»  στερούν από τον εαυτό τους την ευκαιρία να μάθουν καινούργιες λέξεις, να ονειροπολήσουν, να διαγείρουν την φαντασία τους. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας αποτελεί ευλογία αλλά και κατάρα, όταν ο άνθρωπος χάνει το μέτρο, όταν γίνεται μονοδιάστατος και εμμονικός.


6.   Το ποδόσφαιρο με το οποίο έχετε επίσης ασχοληθεί περνάει ξανά δύσκολες στιγμές στη χώρα μας. Πιστεύετε ότι είναι εφικτή η κάθαρσή του και με ποιο τρόπο;


Το ποδόσφαιρο είναι πρωτίστως άθλημα και παιχνίδι. Δυστυχώς ο άκρατος επαγγελματισμός είναι αυτός που το έχει οδηγήσει εκεί που το βλέπουμε σήμερα. Κοινώς: Τα πολλά λεφτά. Όταν ο ανταγωνισμός είναι φρενήρης, το ματς γίνεται «ο θάνατος σου η ζωή μου». Αλλά οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε κάτι ακόμα. Ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο ο Παναθηναϊκός, ο Ολυμπιακός, η ΑΕΚ και ο ΠΑΟΚ. Ποδόσφαιρο είναι το σύνολο των ομάδων, όλων των κατηγοριών στην Ελλάδα. Ποδόσφαιρο, είναι η Παναχαΐκή, ο ΟΦΗ, ο Άρης, ο Πανιώνιος, ο Ατρόμητος, οι Σέρρες, η Δόξα Δράμας κλπ. Συνεπώς τιμωρίες του τύπου: διακόπτουμε το πρωτάθλημα ποιόν βλάπτουν; Τι διορθώνουν; Έχουν εφαρμοστεί ξανά και ξανά και τίποτα δεν άλλαξε. Οι γενικευμένες τιμωρίες έχει αποδειχθεί ότι δεν προσφέρουν κάτι. Οι τιμωρίες πρέπει να είναι στοχευμένες και κυρίως όχι εξοντωτικές. Καλύτερα τα τεράστια πρόστιμα παρά οι αφαιρέσεις βαθμών που αλλοιώνουν την εικόνα μιας πραγματικότητας. 

Το βιβλίο που έγραψα για το ποδόσφαιρο, «Κώστας Δαβουρλής, ο Πελέ της Ευρώπης» αφορά μια άλλη εποχή περισσότερο ρομαντική, αλλά πιο ωραία, τότε που οι Κυριακές αποτελούσαν γιορτή. Τότε όμως δεν υπήρχαν τα μεγάλα συμβόλαια και στις ομάδες έπαιζαν το πολύ δυό ξένοι. Τώρα παίζουν το πολύ δυο Ελληνες. Τότε απολάμβανε ο φίλαθλος τις ενέργειες ενός Δομάζου, ενός Δεληκάρη, Λουκανίδη, Παπαϊωάννου, Χατζηπαναγή, Κούδα κ.λπ. Για να επιτευχθεί η κάθαρση χρειάζεται ανθρώπους αποφασισμένους με στέρεα ηθική οι οποίοι να πάρουν μέτρα και αποφάσεις όχι έν θερμώ – ύστερα από επεισόδια ή καυτές αγωνιστικές – αλλά ύστερα από πολύμηνο σχεδιασμό. Να είστε σίγουροι ότι αν υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος.


 Γιώργος Πολ. Παπαδακης

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - FRACTAL - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2017

http://fractalart.gr/giorgos-pol-papadakis/



Γιώργος Πολ. Παπαδάκης: «Πάντα υπάρχει αγωνία όταν γράφεις ένα βιβλίο»


Συνέντευξη στον Δημήτρη Βαρβαρήγο // και στη Νιόβη Ιωάννου //


Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, είναι Έλληνας μαθηματικός, καθηγητής πληροφορικής, συγγραφέας, ποιητής. Πρόσφατα ολοκλήρωσε έναν νέο κύκλο σπουδών στην Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Ένας εραστής του λόγου που αφήνει το δικό του σημαντικό αποτύπωμα στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας:
“Η συγγραφή είναι λύτρωση από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Προσφέρει ευχαρίστηση και τέρψη η διαδικασία της, αλλά ακόμα περισσότερο, προσφέρει κίνητρο για επιβίωση, διότι εμπεριέχει το σπόρο του «στόχου». Του στόχου της δημιουργίας”.

-Κύριε Παπαδάκη, θα ξεκινήσω από το παρελθόν στα Παιδικά σας χρόνια. Από πότε νιώσατε ότι θα ακολουθήσετε την τέχνη της λογοτεχνίας;
Από μικρός ένοιωθα την ανάγκη να εκφραστώ με το γραπτό λόγο. Ήμουν ανήσυχο πνεύμα και από το δημοτικό σχολείο ήδη εκφραζόμουν με τη ζωγραφική και τα καλλιτεχνικά. Στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου οι εκθέσεις μου εμπεριείχαν τα πρώτα σπέρματα αφηγηματικότητας και έδειχναν την τάση μου για το φανταστικό.

-Ποια άλλη τέχνη σας αρέσει εκτός από τη λογοτεχνία;
Μου αρέσει η τέχνη γενικά. Η ζωγραφική μου αρέσει και όποτε μπορώ ζωγραφίζω ερασιτεχνικά. Εδώ θα πρέπει να πω ότι είχα δώσει ελεύθερο και γραμμικό σχέδιο στις Πανελλαδικές και αν δεν εισαγόμουν στο Μαθηματικό Πατρών, θα ήμουν σήμερα αρχιτέκτονας. Επίσης εκτιμώ απεριόριστα την τέχνη του ηθοποιού και του σκηνοθέτη – θεωρώ τον κινηματογράφο απ’ τις κορυφαίες τέχνες. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ασχολούμαι με την μουσική σαν ερευνητής και στιχουργός. Μεγάλη υπόθεση για εμένα είναι η μουσική η οποία καταπραΰνει τις αισθήσεις, εμπνέει, ψυχαγωγεί, γεμίζει τον άνθρωπο με τα πλέον ευγενή αισθήματα. Στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι των δεκαετιών ‘60 και ‘70 βρίσκεται η δική μου, μουσική όαση. Επίσης μου αρέσει και η φωτογραφία, όχι τόσο σαν καλλιτεχνία, περισσότερο σαν μια έκφραση της αθανασίας.

-Ποια δυναμική σκέψης –έμπνευσης ενεργεί στη φαντασία σας;
Δεν γνωρίζω αν μπορεί κάποιος να συλλάβει την εικόνα της μούσας που τον εμπνέει, παρά μόνο να την νοιώσει. Αυτό που γνωρίζω για μένα είναι ότι πάντα όταν κάθομαι στο γραφείο έχω ιδέες και σκέψεις έτοιμες προς υλοποίηση. Ο χρόνος είναι λίγος.

-Πόσο σας απελευθερώνει η συγγραφή, πόσο ξεγυμνώνεται πάνω στο χαρτί, ο συναισθηματικός σας κόσμος;
Η συγγραφή είναι λύτρωση από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Προσφέρει ευχαρίστηση και τέρψη η διαδικασία της, αλλά ακόμα περισσότερο, προσφέρει κίνητρο για επιβίωση, διότι εμπεριέχει το σπόρο του «στόχου». Του στόχου της δημιουργίας.

-Ταυτίζεστε με τους ήρωές σας;
Όχι δεν θα το έλεγα, μόνο συνειδητά ίσως σε κάποιες περιπτώσεις. Είμαι από εκείνους που πιστεύουν στη δύναμη της φαντασίας. Η μυθοπλασία μπορεί άνετα να λειτουργήσει χωρίς «βιογραφικά δεκανίκια». Ο συγγραφέας και ο αφηγητής (στην περίπτωση πρωτοπρόσωπης αφήγησης) δεν πρέπει να συγχέονται.

-Σας διακατέχει αγωνία όταν γράφετε ένα βιβλίο;
Πάντα υπάρχει αγωνία όταν γράφεις ένα βιβλίο. Η αγωνία αυτή έχει διάφορες εκφάνσεις, αγωνία για την εξέλιξη της ιστορίας, αγωνία για τον αν καταφέρνεις να αποτυπώσεις μέσα στο βιβλίο αυτά που έχεις στο μυαλό  με τον τρόπο που το θες. Ο συγγραφέας ποτέ δεν εφησυχάζει εάν δεν μπει η τελική τελεία στο έργο.

-Η Ποίηση, ο στίχος, έχουν την ίδια ικανοποίηση με την πρόζα;
Η αίσθηση της δημιουργίας είναι αυτή που κυριαρχεί. Κατά συνέπεια φυσικά υπάρχει  ικανοποίηση και από τις δύο μορφές του λόγου.

g_papad_2

-Υπάρχει στην πραγματικότητα το στοιχείο της αφοσίωσης ανάμεσα στους ανθρώπους ή μόνο στη λογοτεχνία συμβαίνει αυτό κι έτσι εξιδανικεύονται οι μεγάλες αγάπες στις σελίδες της;
Είναι δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια τι σημαίνει η αφοσίωση ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο ανθρώπινος ψυχισμός εύκολα μεταβάλλεται, δεν μπορείς να είσαι ποτέ σίγουρος για κάποιον παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις και αυτές συνήθως αφορούν τους γονείς. Με αυτή την έννοια η λογοτεχνία αποτελεί αντανάκλαση της ουτοπίας και γι’ αυτό μας ευχαριστεί και εξιδανικεύουμε τους ήρωες και τους χαρακτήρες της. Δεν «βγαίνουν» όμως σε όλους τους αναγνώστες τα ίδια συναισθήματα. Στον «εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ» ο αναγνώστης συνταράσσεται από τον παράνομο έρωτα της Λαίδης και του υπηρέτη. Οι περισσότεροι περιμένουν να ευοδωθεί, υπάρχουν όμως και αναγνώστες που λυπούνται τον Λόρδο και δε συμμερίζονται την άποψη αυτή. Θέλω να πω ότι δεν είναι πάντα η εξιδανίκευση που κυριαρχεί, αλλά η γενικότερη «συμμετοχή» του αναγνώστη ή ακόμα και η ψυχική συντάραξη του. Ακόμα και στον Φλομπέρ, στη Μαντάμ Μποβαρύ, ο συνειδητός αναγνώστης συγκλονίζεται από τα πάθη, γοητεύεται από το πού μπορεί να οδηγήσει ο έρωτας, ακόμα κι αν δε ταυτιστεί με κανένα πρόσωπο, ούτε της Έμμας, ούτε του εραστή, ούτε του συζύγου.
Ο Ρασκόλνικοφ μπορεί να μην είναι ένας θετικός ήρωας, είναι όμως ένας δυνατός χαρακτήρας, σε αρκετούς βγάζει συναισθήματα που δεν είχαν νοιώσει ποτέ. Ο «Κ» στον Κάφκα μπορεί άνετα να είναι κάποιος καθημερινός άνθρωπος που τον αρπάζουν οι δαγκάνες της γραφειοκρατίας και τον συνθλίβουν. Πάρα πολλοί διείδαν στοιχεία της προσωπικότητάς τους μέσα από τον Κάπα.

-Τι μπορεί να κάνει η τέχνη σήμερα;
Αυτό που έκανε πάντα αλλά λόγω της κρίσης σε μεγαλύτερο βαθμό: να λυτρώσει, να ψυχαγωγήσει, να μορφώσει και να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.

-Το θέατρο είναι ένας μαγικός χώρος που σε γεμίζει γνώση κι έμπνευση. Συμβαίνει και σε εσάς;
Φυσικά. Το θέατρο αποτελεί πραγματικό σεμινάριο για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Δεν είναι μόνο η ψυχαγωγία που προσφέρει και η διαφυγή από την καθημερινότητα, αλλά αποτελεί υψηλή τέχνη μια θεατρική παράσταση, μέσα από τα κείμενα, μέσα από τις ερμηνείες των ηθοποιών αλλά και μέσα από τη σκηνοθετική ματιά. Αγάπησα το θέατρο, από μικρός, τότε που είδα στην τηλεόραση τους μονολόγους του Λώρενς Ολιβιέ στον «Οθέλλο» και τον «Ριχάρδο τον Τρίτο».

-Είναι απαραίτητο να ταξιδεύει ένας συγγραφέας για να εμπλουτίζει τις γνώσεις του;
Δεν νομίζω. Η φαντασία είναι το ύψιστο αγαθό που πρέπει να διαθέτει ένας συγγραφέας. Είναι φυσικά και η εμπειρία, διότι κανείς μας δεν είναι tabula rasa, αλλά η δυνατότητα να φανταστείς πράγματα διαφορετικά και πρωτότυπα είναι εκείνη που κάνει τη διαφορά. Αν τα ταξίδια μπορούν να ερεθίσουν την φαντασία ενός συγγραφέα, τότε ακόμα καλύτερα.

-Η γραφή μπορεί ν’ αλλάξει τη σκέψη των ανθρώπων και κατά προέκταση τον κόσμο;
Αυτό που αναφέρετε είναι μια ουτοπία κατά τη γνώμη μου. Ποτέ η τέχνη δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, με την ολοκληρωτική έννοια. Ίσως μπορεί να κάνει μέρος των ανθρώπων καλύτερο, να μαλακώσει ψυχές, να βελτιώσει τρόπους σκέψης, αλλά τόσους αιώνες και με τόσα αριστουργήματα στο κάθε είδος τέχνης, δεν νομίζω να είδαμε τρομερές αλλαγές στον κόσμο. Πόλεμοι, φθόνος, μιζέρια, δεινά, εξακολουθούν να υπάρχουν.  Σε κάποιες βέβαια περιπτώσεις μπορεί πράγματι η τέχνη να επιφέρει δραστικές μεταβολές – προς το χειρότερο – στον τρόπο σκέψης κάποιων ανθρώπων. Για παράδειγμα η «αγάπη» για την τέχνη οδήγησε τους Ναζί να κλέψουν ένα σωρό έργα τέχνης κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ή και να καταστρέψουν με βομβαρδισμούς άλλα τόσα.

-Τι βιβλία διαβάζετε;
Είναι πολλά τα βιβλία που διαβάζω κάθε χρόνο και προσπαθώ να εμπλουτίζω όσο μπορώ την βιβλιοθήκη μου με καινούργια έργα, ενώ δε με περιορίζει η θεματική και το ύφος. Κυρίως διαβάζω ξένη λογοτεχνία. Τον τελευταίο καιρό με έχει απορροφήσει η λογοτεχνία του 20ου αιώνα, κυρίως των μοντέρνων συγγραφέων όπως ο Ντ. Χ. Λόρενς, ο Ντάρελ, ο Φόουλς, ο Ροτ, ο Μαν, ο Κάφκα χωρίς ποτέ να αφήνω τους αγαπημένους κλασικούς. Παραμένουν πάντα αγαπημένοι ο Πόε ο Λάβκραφτ, ο Ντοστογιέφσκι και ο Σαίξπηρ ενώ δεν μπορώ να μην αναφέρω τον Φόκνερ και τον Μπόρχες.
Ο Ιταλός Ερι Ντε Λούκα που «ανακάλυψα» πρόσφατα με το «Βάρος της Πεταλούδας» πραγματικά με συνάρπασε. Είναι ένας πραγματικός λογοτέχνης αυτός ο Ιταλός, δεδομένου ότι σμιλεύει τη γλώσσα με έναν εξαιρετικό τρόπο. Έχει έναν ιδιότυπο συγκρατημένο λυρισμό χωρίς να γίνεται παρωχημένος, έχει στοχασμό, αλληγορικό υπόβαθρο και πλοκή. Πραγματικά απολαυστικός.
Από ποίηση με συγκινεί τόσο το ύφος και η γλώσσα των γάλλων καταραμένων ποιητών, όσο και η γραφή του Έλιοτ και του Γέητς. Πρόσφατα ανακάλυψα έναν άλλο εξαιρετικό Ιρλανδό ποιητή, τον Πάτρικ Κάβανα.

papadakis_books




-Έχετε ανοιχτή σκέψη ή περιορίζετε τη δράση σας στις συνθήκες της ζωής;
Όχι μόνο προσπαθώ να έχω ανοικτή σκέψη αλλά αναζητώ κυρίως ανθρώπους που κι αυτοί προσπαθούν να κρατούν ανοιχτά τα σύνορα του μυαλού τους. Δυστυχώς είναι σπάνιο είδος αυτοί οι άνθρωποι. Οι περισσότεροι έχουν κατακτήσει την «απόλυτη αλήθεια» μέσα από πολιτικοκοινωνικές αλλά και θρησκευτικές πεποιθήσεις που δεν τους αφήνουν όχι μόνο να αποδεχθούν κάτι διαφορετικό αλλά και να σκεφτούν πέρα από αυτές. Το ιδεολογικό «φίλτρο» που έχουν μέσα τους οι περισσότεροι άνθρωποι διαμορφωμένο από νευροσυσχετισμούς δεκαετιών και προσωπικές εμπειρίες τους κρατά εσώκλειστους σε μια «εσωτερική φυλακή». Είναι πολύ δύσκολο να δραπετεύσουν από αυτή τη φυλακή, από αυτό το σπήλαιο με τις σκιές  – για να [παραφράσουμε θυμηθούμε] τον Πλάτωνα – και να δουν έστω κάποιες αχτίδες φωτός. Έτσι μεγαλώνουν σίγουροι ότι η ποδοσφαιρική τους ομάδα είναι η καλύτερη και η πιο αδικημένη, ότι η θρησκεία τους είναι η αληθινή – κι όλοι οι άλλοι είναι άπιστοι, ότι το πολιτικό τους κόμμα τα «λέει καλύτερα» κ.ο.κ. Το χειρότερο είναι, ότι δεν είναι απλώς δογματικοί και φανατισμένοι με αυτά που θεωρούν σωστά αλλά με έμμεσο ή άμεσο τρόπο λοιδορούν τους υπόλοιπους ως ηλίθιους, άθεους, θεούσους, ημιμαθείς, άσχετους, αγράμματους. Ταυτόχρονα, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι είναι που ψηφίζουν αλλά και μεγαλώνουν παιδιά.

-Παρ’ όλη την εμπειρία που έχετε αποκτήσει στη ζωή, επαναλαμβάνετε τα ίδια λάθη;
Προσπαθώ συνειδητά να μην τα επαναλαμβάνω. Είναι όμως δύσκολο μιας και το δυσκολότερο πράγμα για έναν άνθρωπο είναι να «αλλάξει το φυσικό» του. Ακόμα και να το καταφέρει για λίγο, εκείνο θα επανέλθει δριμύτερο. Γίνεται, όμως. Αν προσπαθήσεις να προσεγγίσεις με διαφορετικό τρόπο τα πράγματα, πιο ψύχραιμα και με μεγαλύτερη νηφαλιότητα, σταδιακά κι ο εσώτερος εαυτός σου προσαρμόζεται. Χρειάζεται όμως δουλειά.

-Έχετε χάσει ευκαιρίες στη ζωή σας που θα σας οδηγούσαν σε ευκολότερες λύσεις, σε νέους δρόμους;
Δεν θα το έλεγα, αλλά ξέρετε καμιά φορά οι ευκαιρίες στη ζωή είναι οι περιπτώσεις που «ανακαλύπτεις» ύστερα από αρκετά χρόνια και λες ότι: «θα το έκανα αλλιώς» ή «δεν θα το έκανα» καθόλου». Δεν έχει νόημα όμως διότι σκέφτεσαι πλέον με το μυαλό ενός διαφορετικού ανθρώπου.

-Κάθε μας πράξη είναι πολιτική;
Υπό μια έννοια ναι. Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον είχε πει ο Αριστοτέλης, οπότε πολιτική είναι κάθε δράση, σκέψη ή πράξη που συμβάλλει στα κοινά με κάποιον τρόπο.

-Πιστεύετε στους πολιτικούς, στην πολιτική; Πόσο σας θλίβει προσωπικά η κατάσταση που βιώνουμε και πως μπορούμε ν’ αντιδράσουμε για να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα;
Είναι χρόνια τώρα που προσπαθώ να είμαι μακριά όχι μόνο από τα κόμματα αλλά και από τις ιδεολογίες που εξέθρεψαν τα κόμματα. Υπάρχουν μέσα μου απόψεις και δεξιές και αριστερές. Θα έλεγα ότι προσπαθώ να είμαι «λογικός». Οι περισσότεροι αρέσκονται σε μια ταμπέλα και φορούν το πέπλο της «δημοκρατικότητας». Στις συζητήσεις τους όμως και στις πράξεις τους αντιλαμβάνεσαι ότι κι εκείνοι «έχουν κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια» και συνήθως υποκρύπτουν έναν δογματισμό ή φαρισαϊσμό.
Δεν μπορείς με μια κουβέντα να αποκηρύξεις όλους τους πολιτικούς γιατί υπάρχουν και – λίγοι βέβαια – άνθρωποι με όραμα και θετική σκέψη. Τι να πεις όμως για το κατάντημα της χώρας μας; Μήπως εκείνοι δεν έχουν την μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό; Η μόνη αντίδραση είναι να υπάρξει «γενικός λαϊκός ξεσηκωμός». Το τι σημαίνει ακριβώς αυτό και ποιες οι άμεσες επιπτώσεις του είναι ένα θέμα που σηκώνει πολύ συζήτηση. Σίγουρα όμως δεν πάει άλλο. Όταν «σε απομυζούν» ενώ δε φταις, πρέπει κάτι να κάνεις. Καλές είναι οι γενικότητες ότι «έχουμε ευθύνη σα λαός για τα χρόνια της ευημερίας» αλλά η πλειοψηφία του κόσμου σε τι φταίει; Ακόμα κι αυτός που διόρισε το παιδί του με μέσον για να βρει δουλειά, τι έπρεπε να κάνει όταν αυτή ήταν η γενική κατεύθυνση; Όταν «είχε τη δυνατότητα»; Ποιο ήταν το κράτος; Με αηδιάζει η υποκρισία και περισσότερο από ανθρώπους «βολεμένους» ή «τακτοποιημένους» που θεωρητικολογούν στα ταβερνεία ή στα καφενεία περί της ευθύνης των άλλων.
Δεν πάει άλλο, με την έννοια, ότι έγιναν πολλές θυσίες από ανθρώπους που δεν φταίνε, από ανθρώπους που «δεν τα έφαγαν» και η κατάσταση δεν βελτιώνεται. Είναι πολλά τα χρόνια του πόνου.

-Πίσω από κάθε σφάλμα και οδυνηρή απώλεια αναζητάτε το κρυμμένο δίδαγμα. Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος υπέρβασης του πόνου;
Κι εγώ πιστεύω ότι πίσω από κάθε δυσκολία και πόνο βρίσκεται η δυνατότητα εξέλιξης. Παρ’ όλα αυτά η ελληνική κοινωνία έχει υποφέρει τόσα που οι άνθρωποι έχουν γίνει περισσότερο ευερέθιστοι, τσακώνονται ευκολότερα, φθονούν ευκολότερα κ.λπ. Όχι όλοι ευτυχώς. Για κάποιους η κρίση είναι η αφορμή να έρθουν πιο κοντά ο ένας με το άλλον, να δείξουν συμπόνια σε συνανθρώπους τους που είναι χτυπημένοι περισσότερο από τη μοίρα, και γι’ άλλους μια ευκαιρία να γίνουν πιο «εσωτερικοί», να κάνουν μια ενδοσκόπηση στον εαυτό τους και να προσπαθήσουν να γίνουν καλύτεροι.

-Ποιο είναι το πολυτιμότερο πράγμα που αγαπάτε στη ζωή σας;
Οι δικοί μου άνθρωποι.

-Ποια όμορφη στιγμή της ζωής σας νοσταλγείτε περισσότερο;
Είναι αρκετές οι όμορφες στιγμές που ο κάθε άνθρωπος έχει να θυμάται στην ζωή του. Είναι ιδιαίτερη η σχέση μου με τον χρόνο. Έχω καλή μνήμη και ανασύρω συχνά καταστάσεις και γεγονότα από το μακρινό παρελθόν και αναρωτιέμαι: «πώς πέρασε ο καιρός»; ή «ήταν σαν να είναι χθες». Τα χρόνια δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αλληλουχία από δωδεκάμηνα που τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο και παρασέρνουν κι εμάς στο διάβα τους.

-Ο συγγραφέας έχει ηλικία;
Ο αθλητής έχει ηλικιακό όριο σε σχέση με τους στόχους του. Το σώμα μετά τα 40 δεν είναι το ίδιο. Με το μυαλό τα πράγματα είναι διαφορετικά, ανάλογα με τον άνθρωπο βέβαια. Ο μαθηματικός έχει κι εκείνος ηλικία μιας και λέγεται ότι μετά τα 35 – μιλώ για τους μαθηματικούς ερευνητές φυσικά – δε μπορεί να δώσει τη μεγάλη απόδειξη ή την σπουδαία ανακάλυψη. Ο συγγραφέας ευτυχώς δεν έχει ηλικία. Είναι γνωστά τα παραδείγματα συγγραφέων που έδωσαν σπουδαίο έργο σε μεγάλη ηλικία. Ο Θερβάντες έγραψε το πρώτο μέρος του Δον Κιχώτη στα 58, ενώ ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του ήδη μεγάλος. Για αυτό πρέπει να θυμηθούμε τη ρήση του Ελβετού φιλόσοφου Παράκελσου: «Όποιος νομίζει ότι όλα τα φρούτα ωριμάζουν γρήγορα, όπως οι φράουλες, δεν ξέρει τίποτα για τα σταφύλια».

-Εργάζεσθε ως καθηγητής θετικών επιστημών στη Μέση Εκπαίδευση. Υπάρχουν πράγματα που σας «διδάσκουν» τα παιδιά;
Όταν διατηρείς την παιδικότητα μέσα σου λίγα είναι αυτά που μπορείς να πάρεις από τα παιδιά. Πάντα βέβαια υπάρχουν παιδιά που σε εκπλήσσουν θετικά με την στάση τους και τη συμπεριφορά τους, αλλά μήπως δεν υπάρχουν και ενήλικοι που το κάνουν αυτό;

-Τι γράφετε τώρα;
Εργάζομαι παράλληλα με 3-4 διαφορετικά βιβλία από άποψη θεματικής. Γνωρίζω ότι αυτό δε συνηθίζεται, αλλά εμένα με ξεκουράζει και με ανανεώνει το να μπορώ να ασχολούμαι με διαφορετικά είδη.

-Καλή επιτυχία, σας ευχαριστώ πολύ.
Σας ευχαριστώ κι εγώ.

Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού

  Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού Η διαμάχη για το ποιος είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών έχει μετατραπεί σε ένα απ...