ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Αυγούστου 2023

ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ, 1977

 

 ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ, 1977

Η ηθική είναι ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός για να σέρνεις την                 ανθρωπότητα από τη μύτη.

Φρήντριχ Νίτσε

 

           


Ο Χένρυ Τσινάσκι, ταυτιζόταν με τον Τσάρλς Μπουκόφσκι; Κατά ένα μεγάλο μέρος ίσως. Σε ένα βιβλίο σεμινάριο για το πώς η κοινωνική άνοδος και το στάτους, οδηγεί σε αποδοχή από τις γυναίκες, ο συγγραφέας παρουσιάζει την αχαλίνωτη σεξουαλική ζωή του συγγραφέα Χένρυ Τσινάσκι. Τέσσερα χρόνια είχε να πάει με γυναίκα ο Χανκ, όπως χαϊδευτικά φώναζαν τον Τσινάσκι οι ερωμένες του. Κι όμως, μόλις απέκτησε μερική αναγνώριση, δεν προλάβαινε να συναντά γυναίκες, οι οποίες μάλιστα του πρόσφεραν τον εαυτό τους με εκπληκτική ευκολία. Το βιβλίο αποτελεί «οδηγό», στο πως ένας άσχημος, κακοφτιαγμένος πενηντάρης, γίνεται ελκυστικός στις γυναίκες, μόλις αποκτά value, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα τα χρήματα. Καλώς η κακώς οι ανθρώπινες συμπεριφορές έλκουν την καταγωγή τους από τους προγόνους της African Savana. Αυτό όμως αποτελεί αντικείμενο άλλου άρθρου. 

Το βιβλίο αποτελεί μια επιτομή ρεαλιστικής ενίοτε και κυνικής αναπαράστασης, της δεκαετίας της σεξουαλικής απελευθέρωσης, εκείνης του ’70 και αντενδείκνυται για πουριτανούς και άντρες με ψυχογένεια ή σεξουαλικά απωθημένα. Είναι πιθανόν να τους οδηγήσει βαθύτερα στην εσωτερική οδύνη. Επίσης, καλό θα ήταν να το αποφύγουν, άτομα που έχουν την τάση να κρίνουν το παρελθόν συγκριτικά με το παρών  με υποσυνείδητο πάντα σκοπό, (αλλά και συνειδητό πολλές φορές), να διακρίνουν, «ρατσιστικά», «ομοφοβικά» ή «αντιφεμινιστικά» στοιχεία. Αυτού του είδους οι νεόκοποι υποκριτές, που έχουν την τάση να φιλτράρουν τα πάντα, μέσα από μετανεωτερικά ή προσωπικά ιδεολογικά φίλτρα, σίγουρα θα θεωρήσουν ότι ο Μπουκόφσκι ήταν ένας μισογύνης, ανήθικος και ποταπός γερό μπεκρής. Φυσικά είναι το εντελώς αντίθετο, (για το μπεκρής, δεν θα είμαστε απόλυτοι), αλλά αυτή την «ανακάλυψη» την αφήνουμε στη διάθεση του υγιή αναγνώστη που θα θελήσει να προσεγγίσει το βιβλίο με ανοικτό μυαλό. Το μυθιστόρημα χείμαρρος, αποτελείται από κεφάλαια, που συνιστούν στιγμιότυπα των συναντήσεων, του Τσινάσκι με διάφορες γυναίκες, σε πολλές περιπτώσεις κατά πολύ νεότερες του, πάντα όμως ενήλικες. Το κείμενο βρίθει από ρεαλιστικές σεξουαλικές περιγραφές που όμως σε αντίθεση με ένα πορνογράφημα δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά φυσική απόρροια μιας καθημερινότητας. Ο επιβήτορας συγγραφέας διαρκώς αναρωτιέται: γαμάει, γιατί του αρέσει; Γαμάει γιατί θέλει να καλύψει τον χαμένο χρόνο; Γαμάει γιατί υπάρχει άφθονη προσφορά; Ο συγγραφέας με παράδοξο τρόπο, στηλιτεύει την ίδια του τη ζωή. Αλλά τι είναι η «ηθική» τελικά;


«…Τα γαμήσια μας ήταν μεγαλείο, καλοπερνούσαμε, γελούσαμε. Δεν θυμόμουν να είχα περάσει πιο πολιτισμένα, κανένας απ΄ τους δυο να μην έχει άλλες απαιτήσεις, κι ωστόσο να υπάρχει ζεστασιά, να υπάρχει συναίσθημα, να μην είναι μονάχα σαν κρέας που σμίγει με κρέας. Το απεχθανόμουν αυτό το νταραβέρι, αυτό το σεξ που συναντάς στο Λος Άντζελας, στο Χόλυγουντ, στο Μπελ Ερ, στο Μαλιμπού, στο Λαγκούνα Μπιτς. Ξένοι όταν συναντιέστε, ξένοι κι όταν χωρίζεστε – ένα γυμναστήριο όλο κορμιά που ανώνυμα μαλακίζουν το ένα το άλλο. Οι άνθρωποι δίχως ηθικούς κώδικες συχνά περνιούνται για πιο απελευθερωμένοι, αλλά στην πραγματικότητα τους λείπει η ικανότητα να αισθανθούν ή να αγαπήσουν. Κι έτσι γίνονται απλώς σεξουλιάρηδες. Πεθαμένοι πηδάνε πεθαμένους. Κανένα ρίσκο κανένα χιούμορ, τίποτα στο παιχνίδι τους – πτώματα πηδάνε πτώματα. Οι ηθικές αξίες είναι περιοριστικές, αλλά έχουν θεμελιωθεί στην ανθρώπινη πείρα μέσα στους αιώνες. Μερικές ηθικές αξίες τείνουν να κρατάνε σκλάβους τους ανθρώπους στα εργοστάσια, στις εκκλησίες στο κράτος. Άλλες ηθικές αξίες, είναι απλούστατα σωστές και λογικές. Είναι σαν κήπος που έχει και δηλητηριώδεις καρπούς,  αλλά και καλούς καρπούς. Το θέμα είναι να ξέρεις ποιόν καρπό να κόψεις και να φας, και ποιόν να αφήσεις εκεί που είναι».


Η γραφή του Μπουκόφσκι, απολαυστική, χειμαρρώδης, καταφέρνει να αποκαλύψει έναν κεκαλυμμένο συναισθηματισμό και μια ραγισμένη ευαισθησία   πίσω από την βιτρίνα μιας κατακερματισμένης κοινωνικής ηθικής. Εξαιρετική η μετάφραση του Γ. Ι. Μπαμπασάκη.

                                                                        Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

                                                                    

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

Η ΒΕΡΟΝΙΚΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ

 

Η ΒΕΡΟΝΙΚΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ


Ωραίο μυθιστόρημα του Κοέλιο, που μέσα από μια συνηθισμένη απόπειρα αυτοκτονίας ψυχαναλύει την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής με καθρέφτη την προσωπικότητα της 24χρονης Βερόνικα. Στο πρόσωπο της Βερόνικα ο αναγνώστης βρίσκει πολλές φορές τον εαυτό του, μέσα από ερωτήματα που αναδύονται από  θέματα υπαρξιακά. Η 24χρονη αποφασίζει να πεθάνει ενώ τα έχει όλα στη ζωή. Η ρουτίνα σκότωσε σε εκείνη κάθε διάθεση για ζωή. Αναρωτιέται ο αναγνώστης πως ένα νεαρό άτομο αυτής της ηλικίας, μπορεί να έχει βαρεθεί τα πάντα και να οδηγηθεί στην αυτοκτονία. Το εσωτερικό κενό που μπορεί να νοιώσει κάποιος δεν έχει ηλικία. Η ευτυχία είναι μια κατάσταση της ύπαρξης που δεν επιτυγχάνεται με τις κατακτήσεις του «Εγώ»: χρήματα, επαγγελματική επιτυχία, σεξ, υλικά αγαθά. Ο συγγραφέας «σπρώχνει» τον αναγνώστη στα σκοτάδια του εαυτού του και τον οδηγεί σε συνειδητοποιήσεις. Η γυναίκα δεν πεθαίνει, αλλά ξυπνά σε ένα άσυλο φρενοβλαβών καταριόντας την κακή της μοίρα για την παράταση ζωής που πήρε, δεδομένου ότι έτσι κι αλλιώς θα πεθάνει λόγω ανηκέστου βλάβης σε ζωτικά όργανα. Στο άσυλο ο Κοέλιο στήνει την δραματουργία του αναδεικνύοντας, θέματα: κοινωνικά, θρησκευτικά, και ψυχολογικά. Για την Βερόνικα που είναι υποχρεωμένη να περάσει την τελευταία εβδομάδα της ζωής της εκεί, ο χρόνος περνά δραματικά. Η συναναστροφή με τους γιατρούς και τους ασθενείς όμως, θα την οδηγήσει να αναρωτηθεί για το πραγματικό νόημα της ζωής καθώς και να προβεί σε εσωτερικές αναθεωρήσεις. Η βατή γλώσσα του συγγραφέα και η αφηγηματική ροή του έργου διευκολύνουν τον αναγνώστη να περνά της σελίδες, έχοντας την κρυφή ελπίδα ότι ίσως στο τέλος η γυναίκα θα σωθεί. Σημαντικό ρόλο στην αφηγηματική ροή αποτελεί το ψυχιατρείο στο οποίο εγκλωβίζεται η Βερόνικα. Ο συγγραφέας καταφέρνει να εμφυσήσει νέα πνοή ζωής στη Βερόνικα μέσα από τους τοίχους του χειρότερου θεωρητικά  χώρου, ενός ιδρύματος για ψυχασθενείς. Η συναναστροφή της ηρωίδας με τους «τρελούς» την οδηγεί στο να κοιτάξει καλύτερα μέσα της.  


Το έργο αυτό του Κοέλιο αναδεικνύει το αντίκτυπο που μπορεί να έχει μια ψυχική νόσος σε μια ευαίσθητη ψυχή, όπως της Βερόνικα.  Η κατάθλιψη, οδηγεί σε μια απομόνωση τον πάσχοντα κάτι που καθιστά ακόμη δυσκολότερη την περίπτωση του. Ο φόβος, είναι διαρκώς παρών και σε κάποιες περιπτώσεις όπως της Βερόνικα ο θάνατος φαντάζει σαν λύτρωση. Το ψυχιατρείο όμως ανατρέπει, αυτή την επιθυμία και αφήνει να αναδυθούν διαφορετικά αισθήματα που η ίδια δεν είχε βιώσει. Αυτή η παραδοξότητα είναι που καθιστά ενδιαφέρουσα την ανάγνωση του βιβλίου αυτού. Το περιβάλλον του ψυχιατρείου σπάει τους συμβατικούς κανόνες και τα «πρέπει» και οδηγεί την Βερόνικα στην συνειδητοποίηση της αξίας της ζωής.

Απόσπασμα:

«Μετά το περιστατικό με την «Αδελφότητα» είχε φτάσει να σκεφτεί μερικές φορές: Αν μπορούσα να επιλέξω, αν είχα καταλάβει από πριν ότι οι μέρες μου ήταν ίδιες επειδή έτσι τις ήθελα, ίσως…»

Όμως η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: Δεν υπάρχει ίσως, επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή. Και επέστρεφε  εσωτερική γαλήνη της, γιατί όλα ήταν προκαθορισμένα.

Σε αυτό το διάστημα ανέπτυξε μια σχέση (όχι φιλία), γιατί η φιλία απαιτεί μακρά συμβίωση και αυτό ήταν αδύνατο) με τη Ζένκα. Έπαιζαν χαρτιά – που βοηθούν να περνάει ο καιρός – και καμιά φορά έκαναν μαζί σιωπηλούς περιπάτους στον κήπο.

 Γιώργος Πολ. Παπαδάκης


Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ ΦΩΚΝΕΡ – Η ΒΟΥΗ ΚΑΙ Η ΜΑΝΙΑ

 


ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ ΦΩΚΝΕΡ – Η ΒΟΥΗ ΚΑΙ Η ΜΑΝΙΑ

Με μυθιστορηματική αφορμή την παρακμή της οικογένειας Κόμπσον, ο Φώκνερ αναδεικνύει πολυεπίπεδα μηνύματα στο έργο του, «Η βουή και η μανία» (Sound and Fury). Το βιβλίο αποτελείται από τρία τμήματα, αναλογικά με τους χαρακτήρες), το πρώτο από την Μπέντζυ, το δεύτερο έχει σαν επίκεντρο τον Κουέντιν, το τρίτο τον Τζέισον και το τέταρτο την μαύρη υπηρέτρια την Ντίζλυ (αν και κάποιοι κριτικοί διαφωνούν με αυτό). Ο συνδετικός κρίκος όλων των επιμέρους τμημάτων είναι η αδελφή Κάντυ. Η Κάντυ είναι το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου.

Ο κάθε χαρακτήρας διαδραματίζει ένα μοναδικό ρόλο στο «φωκνερικό σύμπαν», μέσα από την ιδιοσυγκρασία του. Η διαισθητική Κάντυ αποτελεί τον υποσυνείδητο καμβά πάνω στον οποίο ξεδιπλώνονται οι φωνές των άλλων ηρώων, και για τον ίδιο τον συγγραφέα καλύπτει το εσωτερικό κενό, μιας αδελφής ή μιας μητέρας. Η ερωτική ζωή της κοπέλας αποτελεί την τέλεια αφορμή για τον συγγραφέα να ξεδιπλώσει διαφορετικές οπτικές της εποχής, μέσα από διαφορετικά βλέμματα.

Η ιστορία στα τρία τμήματα αποτελεί διήγηση μέσα από την οπτική του κάθε αδελφού χωριστά. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, καθορίζονται από τον  εσωτερικό μονόλογο, με στόχο την εξερεύνηση της συνειδησιακής προβολής του κάθε χαρακτήρα καθώς και μέσα από αφηγηματικές εναλλαγές. Ο απώτερος στόχος είναι η εμβάθυνση στον κάθε χαρακτήρα καθώς και στον τρόπο σκέψης και δράσης του. Αυτό που κάνει το βιβλίο δυσκολοδιάβαστο είναι πέραν από τη γλώσσα και η έλλειψη χρονικής σειράς, η διαφοροποίηση από την κλασική γραμμική αφήγηση, το σπάσιμο του λογικού ειρμού, όπως επίσης και το ότι πολλά γεγονότα ξεφυτρώνουν μέσα στην ροή και προβάλλονται ξαφνικά. Αν θέλει κάποιος να εντοπίσει ένα «κεντρικό νόημα» από το βιβλίο είναι ότι, «η απουσία αγάπης, οδηγεί στον Αδη», αλλά πίσω απ’ το κοινότυπο συμπέρασμα, κρύβεται ο στόχος του συγγραφέα: ο τρόπος με τον οποίο καθοδηγεί τον αναγνώστη σε συνειδητοποιήσεις, όπως η τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης, χωρίς φυσικά να είναι διδακτικός. Ο Φώκνερ, αναδεικνύει, όλα τα σάπια κοινωνικά πρότυπα που οδηγούν τους ανθρώπους στην δυστυχία, όταν γίνονται προσκολλήσεις: κακιά, φιλοχρηματία, ρατσισμός, σεξισμός. Η συνείδηση του αναγνώστη ταξιδεύει στο χρόνο, στην παρακμή του αμερικανικού νότου, ο οποίος αναπολεί τις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος. Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου, είναι όλη ένα φιλοσοφικό παιχνίδι του συγγραφέα με το χρόνο.

Οι ρατσιστικές και υποτιμητικές συμπεριφορές, μπορεί να ήταν κάτι συνηθισμένο για την εποχή, αλλά ο Φώκνερ αποτυπώνει έντεχνα όλο το πλαίσιο ανάδυσης όλων αυτών των συμπεριφορών:

Σε αυτό το σημείο ο Φώκνερ αποκτά μια οικουμενικότητα στην αφήγηση δεδομένου, ότι στιγματίζει τους φυλετικούς διαχωρισμούς, παρά την εν γένει εμμονή του με τον Αμερικανικό νότο.

«Άκου νεγράκο, θα κάνεις ότι θέλει αυτός να κάνεις. Είπε η Ντίσλυ. Ακους τι σου λέω»;[1]

Συνειδητά ο συγγραφέας, βάζει στο στόμα των χαρακτήρων αυτά που ο ίδιος θέλει να εκφράσει: «…η πάντως πως αυτό περίμεναν οι Βόρειοι από εμάς, Από τότε που πρωτοπάτησα το πόδι μου εδώ στα Ανατολικά, έλεγα μόνιμα μέσα μου, μη σου διαφεύγει, να τους θεωρείς έγχρωμους, όχι νέγρους. Και εάν δεν τύχαινε να μην έχω συναλλαγή, με πολλούς, θα είχα χάσει άδικα χρόνο και κόπο μέχρι να μάθω πως ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης, αυτό για λευκούς και μαύρους, είναι τους να αποδεχτείς, έτσι όπως οι ίδιοι πιστεύουν ότι είναι κι έπειτα να τους αφήσεις στην ησυχία τους. Τότε  πήρα είδηση πως ο νέγρος δεν είναι τόσο ένα άτομο όσο ένας τρόπος συμπεριφοράς, κάπως σαν την αντίστροφη αντανάκλαση του λευκού συνανθρώπου του».[2]

ή αλλού

«…Να θυμάσαι όμως πως είμαστε μια σάρκα. Ένα αίμα. Σ΄ αυτό έχει πάει κι έμενα ο νους μου, σάρκα. Αλλά και λίγες σταγόνες αίμα δεν θαταν άσχημα, αν είχα το ελεύθερο. Όταν ο άλλος σου φέρεται σαν νέγρος, ένα σου μένει: μεταχειρίσου τον σαν νέγρο. Όποιος και ναναι». [3]

ή

«…Αυτό που χρειάζεται ο τόπος αυτός είναι λευκά εργατικά χέρια. Για άσε τους υπναλέους τους νέγρους να ψοφοπεινάσουν ένα δυο χρόνια και μετά θα καταλάβουν». [4]

Ανάμεσα στους συνεχείς διαλόγους και τις συγκρουσιακές καταστάσεις των ηρώων, ο Φώκνερ ενίοτε γίνεται εξαιρετικά λυρικός και περιγραφικός μέσα από υποτυπώδεις καταστάσεις ή γεγονότα.  

«Ένας σπουργίτης έκοψε την ηλιαχτίδα διαγώνια, ήρθε κι έκατσε στο περβάζι του παραθύρου, έγειρε το κεφάλι και με κοίταξε. Το μάτι του στρογγυλό και έλαμπε. Πρώτα με εξέτασε με το ένα του μάτι, και ύστερα φρσς! Με το άλλο του ο λάρυγγας του σε βίαιο παλμό, σαν αντλία πιο γρήγορη από κάθε σφυγμό. Το ρολόι άρχισε τους χτύπους. Ο σπουργίτης ακινητοποιήθηκε και με παρατηρούσε σταθερά με το ίδιο μάτι, όση ώρα χτύπαγε το ρολόι, λες και το αφουγκραζόταν κι αυτός. Ύστερα δίνει μια, πέταξε από το περβάζι και πάει».[5]



Για κάποιους κριτικούς όπως ο Κάρβελ Κόλλινς, (σε δοκίμιο του 1952), ο Φώκνερ μέσα από το συγκεκριμένο έργο προάγει τις ψυχαναλυτικές θεωρήσεις του Φρόυντ, χτίζοντας τις προσωπικότητες των χαρακτήρων του αναλογικά με τις φρουδικές δομές (Προεγώ, Εγώ, Υπερεγώ). Αυτή η άποψη υποστηρίχτηκε από αρκετούς με το πέρασμα του χρόνου ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο την αξία του βιβλίου.  

Το στυλ γραφής του συγγραφέα είναι δύσκολο για τον αναγνώστη καθότι δομεί τις προτάσεις του με περίπλοκο τρόπο αντανακλώντας με αυτό τον τρόπο την ψυχολογική αστάθεια του χαρακτήρα που περιγράφει. Αυτό είναι μια μοντερνιστική τεχνική γνωστή σαν «ροή της συνείδησης» που ακολουθεί μια αφιλτράριστη ροή της σκέψης του ήρωα, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Αυτές οι διαρκείς διακοπές ή μεταπηδήσεις από την μία σκέψη στην άλλη δεν θα λέγαμε ότι είναι ότι καλύτερο για έναν αναγνώστη που έχει συνηθίσει μια γραμμική φυσιολογική ροή και ενίοτε κουράζει.

Δεν θα υποκριθούμε πως το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Και όταν το λέμε αυτό, δεν εννοούμε εύκολο μόνο για το ευρύ αναγνωστικό κοινό, αλλά και για τους «μυημένους» σε τέτοια κείμενα του μοντερνισμού, (όπως ο «Οδυσσέας» για παράδειγμα) καθώς επίσης και για και τους μορφωμένους και καταρτισμένους αναγνώστες. Το κοινότυπο άλλοθι, ότι πρέπει σε κάποιον «οπωσδήποτε» να αρέσει ένα «αριστούργημα», με βάσει τους «κανόνες» της παγκόσμιας λογοτεχνίας κι αν δε του αρέσει είναι ακόμα «ανώριμός» για ένα τόσο μεγάλο έργο, θεωρούμε ότι αποτελεί μια ξεπερασμένη κοινοτυπία. Δεν αρέσουν σε όλους όλα.

Το βιβλίο είναι δύσκολο και όπως αρκετά άλλα, αποτελούν «στοίχημα» ή «άσκηση» για πολλούς αναγνώστες, οι οποίοι, το ξεκινούν, το αφήνουν, το ξαναπιάνουν σε «δέκα χρόνια» και όποιοι ελάχιστοι το τελειώνουν, πανηγυρίζουν για τον «άθλο». Δεν θα επεκταθούμε εδώ για το τι είναι «μεγάλο» και «υψηλό» στην τέχνη, αλλά θα τονίσουμε ξανά την θέση μας, ότι υπάρχουν βιβλία (και έργα στην τέχνη ευρύτερα), που και τεράστιο βάθος και ποιότητα έχουν, και ταυτόχρονα, μπορούν να προσφέρουν και αισθητική απόλαυση σε μεγάλο κοινό, πέρα από 100 ανθρώπους της «βαριάς διανόησης»!



[1] Γ. Φώκνερ, Η βουή και η μανία, Καστανιώτης, 2002, σελ. 84.

[2]  Γ. Φώκνερ, Ό.π., σελ. 112.

[3] Γ. Φώκνερ, Ό.π., σελ. 203.

[4] Γ. Φώκνερ, Ό.π., 2002, σελ. 212.

[5] Γ. Φώκνερ, Ό.π., σελ. 112.

 


Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ – ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ, Ροές

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ  ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ – ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ, μτφρ: Σταυρούλα Αργυροπούλου,

Ροές.

Ο σημερινός άνθρωπος του 2020, μέσα από την ματιά του Τολστόι, 140 χρόνια πριν.

Στο έργο αυτό «Ο θάνατος του «Ιβάν Ιλίτς» ο Τολστόι επιλέγει τη φιγούρα ενός κρατικού δικαστικού λειτουργού της εποχής του για να ξετυλίξει την ιστορία του. Είναι ένα απλό αφήγημα χωρίς ανατροπές ή κάποια ιδιαίτερη πλοκή. Με τη νουβέλα αυτή ο Τολστόι απέδειξε ότι κινείται με την ίδια άνεση στη μικρή όσο και στη μεγάλη φόρμα. Στην ουσία πρόκειται για αποτύπωση των δικών του υπαρξιακών αγωνιών στο έργο, στο πρόσωπο του άχρωμου ήρωα Ιβαν Ιλίτς αποτυπώνει τα δικά του ερωτηματικά. Ο Ιλιτς είναι ένας δικαστικός υπάλληλος που από νεαρή ηλικία φιλοδοξεί να ανέλθει και να εξελιχθεί. Παντρεύεται μια όμορφη γυναίκα σε μια σχέση που με τον καιρό από ερωτική εξελίσσεται σε σχέση ανοχής του ενός από τον άλλο. Κάνει δυο παιδιά όπως όλοι και προσπαθεί μέσα από την εξέλιξη του να εξασφαλίσει καλύτερες οικονομικές συνθήκες μέσα από μια μετάθεση. Βρίσκει καταφύγιο στην χαρτοπαιξία και η ζωή του κυλάει μέσα στο σε ένα συνηθισμένο μοτίβο, μια γκρίζα, βαρετή ζωή. Όλα αυτά μέχρι που τον χτυπάει η αρρώστια.

 Ο συγγραφέας παρατείνει την αγωνία του Ιλίτς μέσω μιας μακροχρόνιας ασθένειας που τον εκφυλίζει σταδιακά. Αυτό εξυπηρετεί την προσπάθεια του να αναδείξει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες και τα μικρά καθημερινά γεγονότα που μετακυλούν την ψυχοσύνθεση του ρώσου δικαστικού, από την μικρή ελπίδα στην απελπισία. Ο «πόνος» αποτελεί τον πυρήνα του έργου. Ο πόνος μεγαλώνει σταδιακά μέρα με τη μέρα, ούτε το όπιο και η μορφίνη δεν ηρεμούν τον δυστυχή άνδρα ο οποίος αναρωτιέται σε τι έφταιξε. Θέλοντας και μη ταξιδεύει στο παρελθόν και ξαναζεί την ζωή του, συνειδητοποιώντας τη ρηχότητα της μέσα από την ματαιοδοξία του και την επιφανειακή του θέση ανάμεσα στα πράγματα. Η χαμηλή συνειδητότητα, η έλλειψη επίγνωσης του «παρόντος χρόνου», (εδώ ο Τολστόι φωτογραφίζει την πλειοψηφία των ανθρώπων) μέσα από τις πρόσκαιρες απόλαυσεις μιας εφήμερης καθημερινότητας τον κάνουν μέσα από τον φοβερό σωματικό αλλά και ψυχικό πόνο, έστω την ύστατη στιγμή να ανέβει «επίπεδο συνειδητότητας». Ο «θάνατος» στο σπουδαίο αυτό έργο του ρώσου κλασικού αποκτά οντότητα, αποτελεί μια «κατάσταση» την οποία ο Ιλίτς βιώνει για καιρό, δεν είναι μόνο η στιγμή κατά την οποία εκπνέει οριστικά. Έτσι ο Τολστόι συνδέει το μοιραίο  με την ίδια την εμπειρία της ζωής. Ζωή και θάνατος αποτελούν αναπόσπαστη σύζευξη της ίδιας εμπειρίας. Ο Ιλίτς του Τολστόι φτάνει στην έσχατη συνειδητοποίηση ενός «γιογκικού Σαμάντι» μέσα όμως από το δρόμο του πόνου και της αργής αλλά αυξανόμενης απόγνωσης.

«…Ένοιωσε λύπηση γι αυτούς, κάτι έπρεπε να κάνει για να μην πονάνε. Να τους απαλλάξει και να απαλλαγεί κι ο ίδιος από τα μαρτύρια. “Πόσο ωραίο και πόσο απλό” σκέφτηκε. “Ο πόνος όμως; Αυτός που θα πάει; Που βρίσκεσαι λοιπόν πόνε;” Βάλθηκε να αφουγκράζεται.

“Ναι, νάτος κι αυτός. Έστω ας περάσει ο πόνος”. Κι ο θάνατος; Που ναναι αυτός;”

Γύρευε τον παλιό, συνηθισμένο φόβο του για το θάνατο και δεν τον έβρισκε. Που ήταν ο θάνατος; Ποιος θάνατος; Δεν υπήρχε κανένας φόβος για τίποτα, επειδή δεν υπήρχε τίποτα.

Στη θέση του θανάτου υπήρχε το φως.»

Συνειδητοποιεί το μάταιο της ζωής του, μια ζωή περιτυλιγμένη με τα πέπλα της μοναξιάς. Τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή αποτελούν τον τραγικό περίγυρο που αυξομειώνει την τραγικότητα του ήρωα. Η αδιάφορη και υποκρίτρια γυναίκα του, η ασυνείδητη κόρη του, ο εξαιρετικός και φιλάνθρωπος Γεράσιμος, ο μόνος που τον βοηθάει με χαρά γιατί γνωρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια μοίρα. Ο αμόρφωτος μουζίκος αποδεικνύεται ο πλέον συνειδητός άνθρωπος.

Η ειρωνεία πλανάται στο υπέροχο αυτό έργο στηλιτεύοντας θέσεις, καταστάσεις, μικροεξουσίες και επίπεδα διαβίωσης. Ο συγγραφέας ευτελίζει τον «μεγαλογιατρό» σαν σύμβολο της αστικής δύναμης. Απογυμνώνει όχι το λειτούργημα αλλά τη θέση του μέσα στην κοινωνία. Του «αυτοκράτορα» που όλοι τον έχουν ανάγκη κι εκείνος απολαμβάνει φήμη και χρήματα. Απογυμνώνει τον ίδιο το δικαστικό που απολαμβάνει κι εκείνος τα ίδια προνόμια κι έχει τη δύναμη να παίρνει αποφάσεις που κοστίζουν περιουσίες και ζωές. Απογυμνώνει την ίδια την εξουσία του χρήματος, ο ίδιος έχει αρκετά αλλά δεν μπορούν να τον σώσουν σε όσους γιατρούς και να απευθυνθεί. Απογυμνώνει τις σχέσεις των δύο φύλων, σχέσεις συμφέροντος, χωρίς ουσιαστική αγάπη και έρωτα. Αποθεώνει μόνο την γνήσια ανθρωπιά που προέρχεται από εκεί όπου δεν υπάρχει συμφέρον. Από τον νεαρό Γεράσιμο, ο οποίος παρουσιάζεται με υψηλή συνειδητοποίηση του τι είναι ζωή και τι θάνατος.

«… ‘Έβλεπε ότι κανείς δεν τον λυπόταν, επειδή κανείς δεν ήθελε ούτε καν να καταλάβει την κατάστασή του. Μονάχα ο Γκερασίμ τον καταλάβαινε και τον λυπόταν. Γι αυτό και ο Ιβαν Ιλίτς μονάχα με τον Γκερασίμ ένοιωθε άνετα. Του έκανε καλό όταν ο Γκεράσιμ, νύχτες ολόκληρες μερικές φορές, του κρατούσε τα πόδια και δεν ήθελε να πάει να κοιμηθεί λέγοντάς του: “Μην ανησυχείτε, Ιβαν Ιλίτς, εγω θα κοιμηθώ αργότερα”. […] Κάποτε μάλιστα, ενώ ο Ιβάν Ιλίτς  του έλεγε να φύγει, εκείνος του είπε στα ίσια:

“Όλοι μας θα πεθάνουμε. Γιατί λοιπόν να μην μπω σε αυτόν τον κόπο;» Και με αυτό εννοούσε ότι δε βαρυγκωμούσε για τον κόπο του, ακριβώς επειδή ότι έκανε το έκανε για έναν ετοιμοθάνατο και πίστευε ότι όταν θα ερχόταν κι η δική του η ώρα, όλο και κάποιος θα βρισκόταν να κάνει το ίδιο γι αυτόν»[1].

Ο Τολστόι παρουσιάζει τον μέσο άνθρωπο σε αυτή τη νουβέλα, έναν άνθρωπο που δεν έχει καμία διαφορά από τον σύγχρονο πολίτη του 2020, ας μην πούμε ότι με την τεχνολογική πρόοδο και τις ψεύτικες ανάγκες που δημιούργησε ο μοντερνισμός τον πλησιάζει ακόμα περισσότερο. Ο «θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.

 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

 



[1] Εδώ ο Τολστόι περνάει έντεχνα το «νόμο του κάρμα» στο κείμενο. Βαθιά μεταφυσικός ο Ρώσος κλασικός είχε κάποια εμμονή με το θέμα του θανάτου στο οποίο υπάρχει αναφορά και σε άλλα έργα.


Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Philip Roth, Το ζώο που ξεψυχά, ΠΟΛΙΣ


Philip Roth, Το ζώο που ξεψυχά, ΠΟΛΙΣ

Γιατί μόνο όταν γαμάς εκδικείσαι, και με τρόπο ξεκάθαρο αν και πρόσκαιρο, για όλα όσα αντιπαθείς στη ζωή, για όλες σου τις ήττες. Μόνο τότε είσαι απολύτως ζωντανός και απολύτως ο εαυτός σου.


Ο 62χρονος καθηγητής Ντέιβιντ Κέπες εμπλέκεται ερωτικά με την 24χρονη Κονσουέλα Καστίγιο. Αυτό δεν θα αποτελούσε κάτι άξιο λόγου αν δεν εμπλέκετο ταυτόχρονα και συναισθηματικά. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί εξαίρεση για τον Κέπες ο οποίος έως τότε ήταν αυτό που λέμε «αρχετυπικός επιβήτωρ», έχοντας αφιερώσει τη ζωή του στην τέχνη την αισθητική την καλοπέραση και το σεξ αποστρεφόμενος τις «αξίες» της οικογένειας και της συζυγικής μονογαμίας. Στις επιτυχίες του στις νεαρές γυναίκες συντελεί και η φήμη του, σαν παρουσιαστή της τηλεόρασης. Ο Ροθ σε αυτό το έργο δίνει ένα ρεσιτάλ ενδοσκόπησης των μύχιων σκέψεων και εσωτερικών διεργασιών του καθηγητή  οι οποίες αντανακλούν σε όλο το κοινωνικό και πολιτισμικό φάσμα της σύγχρονης εποχής. Το σεξ αποτελεί το τέλειο «άλλοθι» στο κείμενο το Ροθ για το  ξεδίπλωμα απόψεων για τα γηρατειά, το πρόσκαιρο της νιότης, την κοινωνική υποκρισία, τη ζήλεια και το θάνατο. Ο Κέπες δεν έχει κανένα φραγμό στις σεξουαλικές προτιμήσεις καταπίνοντας ακόμα και το αίμα της συντρόφου του σε μια προσπάθεια απόλυτης συνταύτισης με εκείνη. Η σταδιακή συναισθηματική φόρτιση με εκείνη τον κάνει να απολέσει την κυριαρχία του ακόμα και μέσα στη σχέση πριν εκείνη τον εγκαταλείψει. Η κοπέλα μέσω της ισχύς που της δίνει η σεξουαλική κυριαρχία κατορθώνει να ανατρέψει την εξουσία του προσφέρει στον Κέπες το πνευματικό του ανάστημα και να τον παρασύρει σε μια ακατονόμαστη ερωτική δίνη. Το μυθιστόρημα αυτό του Ροθ αποτελεί παράδειγμα πως μια ερωτική ιστορία και μάλιστα διανθισμένη με ωμές σκηνές σεξ, μπορεί να αποτελέσει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Το βιβλίο ξεκινάει με μια φαινομενικά γραμμική αφήγηση και προσδίδει ενδιαφέρον με το πικάντικο θέμα του. 

Στην πορεία όμως τα πράγματα αλλάζουν. Ο στόχος δεν είναι μια ακόμα «ερωτική ιστορία» με ανατροπές και πλοκή, αλλά ένα πόνημα στην βαθύτερη ψυχική κατάσταση του ανθρώπου με επίκεντρο την ερωτική συναισθηματική κορύφωση όταν εκείνη ξεφεύγει από τα συνήθη μέτρα και φτάνει στην παθολογία. Φυσικά δε χάνεται ποτέ η βασική «κλωστή» που κρατάει το ενδιαφέρον για την εκτύλιξη των γεγονότων τα οποία οδηγούνται σε δραματική κορύφωση. Σημαντικό ρόλο στην διακύμανση της αφήγησης διαδραματίζει η Καρολίν, μια ωριμότερη σε ηλικία ερωμένη του Κέπες. Μέσα από αυτή την επαφή ο καθηγητής προσπαθεί να ανακτήσει μέρος της αρχικής του ισορροπίας. Ο 42χρονος γιος του, «θλιβερός καρπός» μιας παλαι ποτέ οικογενειακής σύζευξης, εγκαταλείφθηκε στα οκτώ του χρόνια από τον εκείνον. Στο πρόσωπο του γιου του ο γηραιός εραστής συναντά τα πρόσωπα όλων εκείνων των συμβατικών «ανθρωπάριων» που αποστρέφεται.  

Μτφρ: Γιώργος Τσακνιάς
«Σε καμιά γυναίκα δεν αρέσει πραγματικά να της τραβάνε τα μαλλιά. Σίγουρα κάποιες τις φτιάχνει, αυτό όμως δεν σημαίνει πως τους αρέσει κιόλας. Και δεν τους αρέσει επειδή δεν έχουν κανένα τρόπο  να αποφύγουν την κυριαρχία πιυ ασκείται πάνω τους, που θα συνεχίσει να ασκείται, που τις κάνει να σκέφτονται: Έτσι το φανταζόμουν το σεξ. Είναι βάναυσο – αυτός ο τύπος δεν είναι βάναυσος αλλά γουστάρει τη βαναυσότητα. Αφού τελείωσα και τραβήχτηκα , δεν φαινόταν απλώς εμβρόντητη, φαινόταν έξαλλη. Επιτέλους κάτι της συμβαίνει. Δεν κάνει πια εξάσκηση στις κλίμακες. Κάτι κινείται ανεξέλεγκτα μέσα της».
Ο συγγραφέας εμπλουτίζει την αφήγηση με διακειμενικές αναφορές σε άλλους συγγραφείς, καλλιτέχνες και έργα τέχνης με αριστοτεχνικό τρόπο ώστε να εντάσσονται φυσικά στο κείμενο. Παρόλο που το όνομα Κέπες το έχει χρησιμοποιήσει και σε άλλα δυο βιβλία δε μπορέσαμε να μην κάνουμε ταύτιση με τον Βλαντ Τσέπες κατά την διάρκεια της αιμοποσίας.
«Τότε ήρθε ένα βράδυ που η Κονσουέλα έβγαλε το ταμπόν της και στάθηκε όρθια εκεί, στην μπανιέρα μου, με το ένα γόνατό της λυγισμένο να συναντά το άλλο, σαν τον Αγιο Σεβαστιανό της Μαντένια, κι εγώ κοιτούσα καθώς το αίμα σχημάτιζε ρυάκια στα μπούτια της…»

Βιογραφικό (wiki)
Ο Φίλιπ Ροθ (Philip Milton Roth19 Μαρτίου 1933 - 22 Μαΐου 2018) ήταν Αμερικανός συγγραφέας (εβραϊκής καταγωγής). Το πρώτο του βιβλίο «Αντίο Κολόμπους» εκδόθηκε το 1959. Είχε λάβει πολλά λογοτεχνικά βραβεία και είχε μεγάλη αναγνώριση από κοινό και κριτικούς. Ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του είναι το «Αντίο Κολόμπους», το «Σύνδρομο Πόρτνοϊ» του 1969 και η σειρά μυθιστορημάτων με αφηγητή το alter ego του Νέιθαν Ζούκερμαν . To 2012 τιμήθηκε με το Βραβείο Πρίγκιπας της Αστούριας. Το 2011 βραβεύτηκε για την συνολική προσφορά του στη λογοτεχνία με το Διεθνές βραβείο Μπούκερ.

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

William Faulkner, Ο Αχυρώνας που φλέγεται, Κίχλη


ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΦΩΚΝΕΡ, Ο ΑΧΥΡΩΝΑΣ ΦΛΕΓΕΤΑΙ, Κίχλη, 

Συμπαγές (με την έννοια της πυκνής γραφής) διήγημα του Ουίλλιαμ Φώκνερ από τα πλέον ευανάγνωστα του, γραμμένο το 1939. Όλο το κείμενο  περιστρέφεται γύρω από το δίπολο πατέρα – γιου και την αγωνία του δεύτερου να αποτινάξει τη βαριά σκιά του πρώτου, με όλες τις ψυχολογικές προεκτάσεις που μπορεί να σημαίνει αυτό γι αυτή την ευαίσθητη ηλικία.
Όταν ξεκινήσει κάποιος να διαβάζει Φώκνερ πρέπει να είναι «υποψιασμένος» και αν όχι τότε πρέπει να τον προδιαθέσει κάποιος. Δεν πρόκειται για συγγραφέα που τα κείμενα του θα ψυχαγωγήσουν, ούτε καν για συγγραφέα που συνδυάζει σε πρώτο ή σε δεύτερο επίπεδο στοιχεία που καθιστούν εύληπτη την προσέγγιση του. Στον Φώκνερ αναστέλλεται η ανάγκη για άμεση ικανοποίηση, σε αρκετούς ανθρώπους δε, αυτή η ικανοποίηση δεν έρχεται ποτέ. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση «ανεπάρκεια», όπως έντεχνα κάποιοι «βαρείς διανοούμενοι» μπορούν να υπονοήσουν, ή πνευματική «αγυμνασία». Υπάρχουν εξαιρετικοί διανοούμενοι, μορφωμένοι άνθρωποι και επαρκείς αναγνώστες  που απλά δεν τους ταιριάζει αυτός ο συγγραφέας.

Ακόμα κι αν οι πρώτοι κριτές του Φώκνερ παρομοίαζαν το επίπεδο των έργων του με εκείνα του Ντοστογιέφσκει  και του Ευριπίδη δεν έλειψαν και οι αρνητικές θέσεις. Ο κριτικός Γουίνφιλντ  Τ. Σκοτ δήλωσε δημόσια ότι το διάσημο έργο του «η Βουή και η Μανία» ήταν κουραστικό «γεμάτο» ήχους  που δεν σήμαιναν τίποτα.

Σε εκείνους όμως που επιθυμούν να προσπαθήσουν όμως θα πρέπει να πούμε ότι οι αρετές του έργου του Φώκνερ έρχονται καλύτερα στην επιφάνεια όταν τα βιβλία του διαβαστούν τουλάχιστον δυο ή τρεις φορές. Το διήγημα ο «Αχυρώνας φλέγεται» ενδείκνυται για να ξεκινήσει κάποιος. Σε ερώτηση δημοσιογράφου: «τι να κάνουν εκείνοι που δεν τον καταλαβαίνουν ακόμη κι αν τον έχουν διαβάσει 3 φορές» ό ίδιος ο Φώκνερ έδωσε την αποστομωτική – αν όχι αλαζονική - απάντηση: Διαβάστε το βιβλίο τέσσερις φορές. Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι μεγάλοι συγγραφείς χρειάζονται μια δεύτερη ανάγνωση, ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να δώσει μεγαλύτερη σημασία σε σημεία που του ξέφυγαν να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στις λεπτομερείς περιγραφές και να απολαύσει τις εσωτερικές φωνές των χαρακτήρων. Ο Φώκνερ χρειάζεται παραπάνω.

Η μοναδικότητα του Φώκνερ που συνδυάζει την εξωτερική περιγραφή του προσώπου ταυτόχρονα με την συναισθηματική κι εσωτερική κατάσταση του ήρωα  είναι το στοιχείο πρόδηλα που συναρπάζει τους εραστές της γραφής του. Ο πατέρας με το σακάτικο πόδι, σκληρή αρχετυπική πατρική φιγούρα με τον χτύπο του ποδιού να επαναλαμβάνεται ρυθμικά σε όλο το κείμενο αποτελεί ένα «γκονγκ» ενθύμησης της έννοιας του φόβου που αφυπνίζει το ασυνείδητο του αναγνώστη. Ταυτόχρονα με την αφήγηση ξεδιπλώνεται η εσωτερική ανησυχία του παιδιού.

Μτφρ: Γιάννης Παλαβός

«…άκουσε: «Όχι αυτόν. Τον μικρό. Το παιδί», και, καθισμένο  στις φτέρνες του, μικρόσωμο για την ηλικία του, μικρόσωμο και νευρώδες σαν τον πατέρα του, φορώντας τριμμένο και μπαλωμένο τζιν που του ερχόταν στενό, με ίσια, ατημέλητα καστανά μαλλιά  και μάτια γκρίζα και άγρια όπως τα σύννεφα που έρπουν στον ανταριασμένο ουρανό, το παιδί είδε τους άντρες ανάμεσα στο ίδιο και το τραπέζι να παραμερίζουν  και να γίνονται ένας διάδρομος από σκυθρωπά πρόσωπα, στο τέλος του οποίου αντίκρισε το δικαστή, έναν ηλικιωμένο με γυαλιά, ρακένδυτο, δίχως κολάρο, να του γνέφει. Έχασε τη γη κάτω από τα γυμνά του πόδια, ένοιωθε σαν να βάδιζε υπό το απτό βάρος των σκυθρωπών προσώπων που στρέφονταν να το κοιτάξουν. Ο πατέρας του, άκαμπτος και στητός μες το καλό του μαύρο παλτό, που το είχε φορέσει όχι για τη δίκη αλλά για τη μετακόμιση, δεν το κοίταξε καν. «Θέλει να πω ψέματα», σκέφτηκε το παιδί.»

Σε αρκετές περιπτώσεις οι εσωτερικές ενατενίσεις φτάνουν στα όρια της ονειροπόλησης, είτε στο παρελθόν, είτε στο μέλλον. Ο συγγραφέας δεν αφηγείται απλά αλλά ερμηνεύει :

«…Κι όταν μεγάλωνε περισσότερο, μπορεί ναι, να διαισθανόταν την πραγματική αιτία: ότι το στοιχειό της φωτιάς άγγιζε μια βαθύτερη χορδή του πατέρα του, όπως το ατσάλι ή η πυρίτιδα άγγιζαν τις χορδές άλλων, ως το μοναδικό όπλο προκειμένου να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους, γιατί αλλιώς δεν θα άξιζε να ζουν, ενώ έτσι, χάρη στο όπλο αυτό, κατάφερναν να τους υπολήπτονται και να τους αφήνουν να ζουν όπως θέλουν».

Τα «πετάγματα» στο μέλλον επιβεβαιώνουν το συναίσθημα του παρόντος. Οι χρονικές μετατοπίσεις και τα άλματα στο χρόνο που χρησιμοποιεί ο Φώκνερ και στον «Αχυρώνα» αλλά και γενικότερα στα έργα του προϋποθέτουν μια ανάγνωση προσεκτική που φθάνει στα όρια της «μελέτης» για να μην χάσει ο αναγνώστης το νήμα της αφήγησης.
Στα βιβλία του Φώκνερ δεν πρέπει να περιμένουμε κάποιου είδους πλοκή, όπως έχουμε στα κλασικά μυθιστορήματα, ούτε σασπένς αλλά είναι κατεξοχήν συγγραφέας – χαρακτήρων, η «πλοκή» ξετυλίγεται μέσα από νοητικές και εγκεφαλικές διεργασίες. Οι ήρωες που δημιουργεί έχουν ταυτότητα, είναι «ζωντανοί» συνομιλούν με τον αναγνώστη και στην πραγματικότητα αυτοί μένουν στο μυαλό του περισσότερο καμία φορά και από το ίδιο το έργο. Κι άλλοι συγγραφείς έχουν δημιουργήσει αξεπέραστους χαρακτήρες, όπως ο Ντίκενς, ο Σαίξπηρ, ο Ντανιελ Ντεφόε, ο Ουώλτερ Σκωτ ενταγμένους όμως σε πιο προσιτά κείμενα για το μέσο αναγνώστη.

Ένα χαρακτηριστικό του Φώκνερ που τον εξυψώνει στα μάτια πολλών είναι η δυνατότητα ενσωμάτωσης παλαιότερων μυθικών ιστοριών που λειτουργούν παράλληλα με την ιστορία που ο ίδιος αφηγείται. Η αφηγηματική αυτή στρατηγική ονομάστηκε από τον T.S. Eliot «μυθική μέθοδος» (κλασικό παράδειγμα είναι η παράλληλη χρήση της ομηρικής Οδύσσειας στον Τζόυς , στο έργο του «Οδυσσέας»). Ο αμερικάνικός νότος  είναι απλά το «πρόσχημα» για κάτι οικουμενικότερο, την υποδήλωση για την κυκλικότητα της ανθρώπινης φύσης ως μέρους της ανθρώπινης ιστορίας.   

Μπορείτε να ακούσετε και να διαβάσετε πολλές απόψεις  για τον Φώκνερ, τα περισσότερα αμφιλεγόμενα, αποκηρύξεις μέχρι και διθυράμβους. Συνήθως οι διθύραμβοι είναι δοσμένοι με γενικότητες: ρέει σα γάργαρο νεράκι, το «Αβεσσαλώμ» είναι το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα», «ξαναδημιούργησε την έννοια του μυθιστορήματος», «οι προτάσεις του έχουν πνοή ζωής».
Μην επηρεάζεστε ούτε από μεγαλοστομίες ούτε όμως από αποδομητικά σχόλια του τύπου «δεν διαβάζετε». Διαβάστε κάποιο βιβλίο του, ξεκινώντας από τον «Αχυρώνα» στην ωραία μετάφραση του Γιάννη Παλαβού από τις εκδόσεις «Κίχλη» και επανέλθετε εν καιρώ. Ο ίδιος ο αναγνώστης είναι ο απόλυτος κριτής κάθε συγγραφέα, και σε ότι αφορά τα λογοτεχνικά γούστα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.
Σε γενικές γραμμές βέβαια θα συμφωνήσουμε με τη ρήση του Καμύ «Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές», θα συμπληρώναμε όμως ότι και οι σχολιαστές έχουν την αξία τους διότι ανάλογα με την καθαρότητα του δοκιμιακού τους λόγου μπορούν να βοηθήσουν κάποιους αναγνώστες να προσεγγίσουν με διαφορετικό μάτι ένα συγγραφέα κι ένα κείμενο.

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

Βιογραφία (wiki)

Ο Γουίλιαμ Φώκνερ (William Cuthbert Falkner25 Σεπτεμβρίου 1897 - 6 Ιουλίου 1962) ήταν Αμερικανός συγγραφέας από τους σημαντικότερους του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα της μεγάλης λογοτεχνικής παράδοσης του Αμερικανικού Νότου. Έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, ένα θεατρικό έργο, ποιήματα, δοκίμια και σενάρια κινηματογραφικών ταινιών. Ωστόσο είναι ιδιαίτερα γνωστός για τα μυθιστορήματά του που όλα διαδραματίζονται στο λογοτεχνικό σύμπαν της κομητείας «Γιοναπατόφα» του Μισισιπή που δημιούργησε ο συγγραφέας.Αν και άρχισε να δημοσιεύει τα έργα του από την δεκαετία του 1920, έγινε διάσημος με την κατάκτηση του Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1949. Με τα χρήματα του βραβείου δημιούργησε το "William Faulkner Foundation", που έδινε υποτροφίες σε νέους αξιόλογους αμερικανούς συγγραφείς.


Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ – ΕΡΙ ΝΤΕ ΛΟΥΚΑ(Erri De Luca- Storia di Irene)



Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ – ΕΡΙ ΝΤΕ ΛΟΥΚΑ

Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη λογοτεχνία ξεχνούμε συνήθως ότι δεν εννοούμε οτιδήποτε γράφεται και εκδίδεται σε μορφή βιβλίου. (Μια γενικότερη έννοια είναι η «γραμματεία» που περιλαμβάνει και άλλα κείμενα) Η έννοια της λογοτεχνίας περιλαμβάνει τον έντεχνο γραπτό λόγο. Φυσικά τα όρια είναι δυσδιάκριτα Το βασικό χαρακτηριστικό ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι τόσο το μυθοπλαστικό στοιχείο ή το πεδίο αναφοράς του έργου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο γράφεται, αν και η έννοια της «αισθητικής απόλαυσης» υπόκειται και αυτή σε κριτήρια σχετικότητας ανάλογα με τον αναγνώστη αλλά, και τη χρονική περίοδο που γράφηκε το κείμενο. Βασικό κριτήριο είναι η γλώσσα που γράφεται το κείμενο και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μεταδίδει ένα ψυχικό φορτίο στον αναγνώστη ικανό να προκαλέσει συγκίνηση ή απόλαυση με βάση οπωσδήποτε κάποια κριτήρια ποιότητας (αποκλείεται η ψυχαγωγία ως έννοια υπηρέτησης του ευτελούς και του κοινότυπου). Ο Έρι ντε Λούκα σε όλα τα βιβλία του που έχουμε διαβάσει έως τώρα υπηρετεί την έννοια της λογοτεχνίας με βάση  την πρωτογενή εικόνα που έχει κάποιος στο μυαλό για το τι είναι ποιοτική λογοτεχνία. Η γλώσσα του έχει αυτή την δύναμη, να συγκινεί και να έλκει. Τα κείμενά του εμπεριέχουν το ψυχικό φορτίο της προσωπικής εμπειρίας το οποίο διαθλάται σε ακτίνες λέξεων, συμβολισμών, στοχασμών. «Η ιστορία της Ειρήνης» είναι ένα μικρό βιβλίο 165 σελίδων που εμπεριέχει την ομότιτλη ιστορία και άλλα τρία μικρά διηγήματα. Το ομότιτλο αφήγημα έχει άρωμα Ελλάδας. Η Ειρήνη είναι ένα μικρό κορίτσι που μεγαλώνει σαν άλλος λιλιπούτειος Ροβινσώνας σε ένα ελληνικό νησί. Η θάλασσα (ως μέρος του φυσικού περιβάλλοντος) για άλλη μια φορά βρίσκεται στο επίκεντρο της διήγησης του Ντε Λούκα και συμβολίζει την απέραντη δίοδο διαφυγής από τα εγκόσμια, το γαλάζιο της ελευθερίας, αλλά και τους κινδύνους που υπάρχουν αν δεν προσέξει κανείς. Η συνδιάλεξή της Ειρήνης με έναν ξένο και οι «βουβές» εκμυστηρεύσεις της, δημιουργούν έναν πόλο τρυφερής επικοινωνίας ανάμεσα στο συγγραφέα και το κορίτσι με μάρτυρες τα δελφίνια και τη θάλασσα. Η διαδικασία αυτή λειτουργεί εξαγνιστικά για το συγγραφέα. Η Ειρήνη είναι έγκυος. Ο πατέρας είναι το μυστικό της. Όταν την ρωτάνε ποιος είναι ο πατέρας εκείνη δείχνει τη θάλασσα. Είναι ένα δελφίνι; Η ένωση της Ειρήνης με τη θάλασσα και τα δελφίνια συμβολίζει την ένωση του πραγματικά ελεύθερου ανθρώπου με το αιώνιο. Ο συγγραφέας αναφέρει την ιστορία του Ιωνά που επέζησε τρεις μέρες στην κοιλιά ενός κήτους. Η φάλαινα κατάπιε τον Ιωνά και την Ειρήνη έσωσαν τα δελφίνια. Η φάλαινα συμβολίζει την ανθρώπινη απληστία και το δελφίνι την διαφυγή από τα όρια που έχει βάλει ο καθένας στον εαυτό του. Το κορίτσι δεν ανήκει στην κοινωνία των ανθρώπων, αποτελεί όμως μέρος της πραγματικής φύσης κι υπό αυτή την έννοια, εμπεριέχει την ιερότητα του «αγνού» και του αμόλυντου γι αυτό και τη λένε «Ειρήνη». Ο Γιουνγκ, έλεγε ότι ”στα παραμύθια η ψυχή διηγείται την ιστορία της”. Στην «ιστορία της Ειρήνης» η ψυχή του συγγραφέα με τη μορφή της Ειρήνης κάνει ακριβώς αυτό.


Απόσπασμα, μτφρ: Κωνσταντίνα Γερ. Ευαγγέλου

«..Στα ελληνικά που διδάχτηκα στο λύκειο υπήρχε η λέξη που σήμαινε την ειρήνη. Της έδωσαν αυτό το όνομα μετά την καταιγίδα. Το δικό μου όνομα, αντίθετα, είναι αστείο, στραπατσαρισμένο στο πέρασμα από ένα θείο που μπορούσε να το κουβαλάει σε εμένα που το παραμόρφωσα. Δεν το εξέθεσα στη γελοιότητα, στην καταστροφή όμως ναι. Τώρα είναι ένα τυχερό όνομα. Συνοδεύει μερικούς τίτλους βιβλίων που μοιάζουν περισσότερο με ενός σοφέρ παρά συγγραφέα. Είναι σοφέρ ιστοριών. Η Ειρήνη λέει πω ς τα ονόματα είναι σφυρίγματα, χρησιμεύουν για να καλούμε. Το δικό της αντηχεί στη θάλασσα, ανάμεσα στα δελφίνια που συναγωνίζονται ποιο θα το πετάξει μακρύτερα. Στη στεριά είναι νεκρό, κανείς δε καλεί μια κωφάλαλη».



Ο συγγραφέας για τον εαυτό του και την Ελλάδα: (από συνέντευξη στο ΒΗΜΑ)

Για τα Ελληνικά: «Διδάχθηκα αρχαία ελληνικά στο σχολείο. To ρήμα "ποιώ" ενέχει τη δύναμη  αλλά και τη σημασία του τεχνίτη, του μάστορα. Και ξέρω, και νιώθω, πως σχετίζεται αυτό με την ποίηση, την τέχνη του λόγου. Για την Ελλάδα: Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι είστε πνιγμένοι από τα χρέη. Αν όμως βάζατε φόρο ένα εκατοστό του ευρώ σε κάθε ελληνική λέξη που χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο, θα ήσασταν οι πιο πλούσιοι από όλους! Όταν ακούω για το ελληνικό χρέος, σκέφτομαι πάντα το χρέος που έχουν όλες οι γλώσσες του κόσμου απέναντι στην ελληνική γλώσσα».



βιογραφικό

Ο Έρι Ντε Λούκα έχει εκδώσει πάνω από 60 βιβλία που έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες. Το 2013 του απονεμήθηκε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας και χαρακτηρίστηκε «συγγραφέας της δεκαετίας» από τον ιταλικό Τύπο.

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΜΥΓΩΝ (1954) – ΟΥΙΛΙΑΜ ΓΚΟΛΝΤΙΝΓΚ


Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΜΥΓΩΝ (1954) – ΟΥΙΛΙΑΜ ΓΚΟΛΝΤΙΝΓΚ

Έχουμε ξαναπεί ότι υπάρχουν μυθιστορήματα υψηλής λογοτεχνίας τα οποία μπορούν θαυμάσια να συνδυάσουν την ποιότητα με το εύληπτο της αφήγησης και τη δημοφιλία. Αυτό το τονίζουμε διότι υπάρχουν αρκετοί «διανοούμενοι» που αποκηρύττουν μετά βδελυγμίας οτιδήποτε «διαβάζεται» και είναι προσπελάσιμο αναγνωστικά από το ευρύ κοινό, ενώ ανυψώνουν όλα εκείνα τα έργα που μπορούν μόνο να προσεγγιστούν από τους λίγους. Εμείς απλά θα θέσουμε ένα ερώτημα. Πόσο εύκολο είναι άραγε για ένα συγγραφέα να στήσει ένα μυθιστόρημα πλοκής με άρτια αφηγηματικό λόγο και ταυτόχρονα να μπορεί αυτό το έργο να καθιερωθεί σαν ένα από τα σπουδαιότερα αναγνώσματα του 20ου αιώνα; Ένα έργο που εμπεριέχει βασικά συστατικά οικοδόμησης της ανθρώπινης κοινωνίας και παραθέτει με τον πλέον εύστοχο τρόπο διαχρονικά ερωτήματα μέσα από αλληγορίες και συμβολισμούς;. Ένα από αυτά τα έργα είναι «Ο Άρχοντας των μυγών» του Γκόλντινγκ. Ο συγγραφέας στήνει ένα περιπετειώδες σκηνικό με μια ομάδα παιδιών που βρίσκεται εγκαταλελειμμένη σε ένα νησί εξ΄ αιτίας ενός αεροπλάνου που έπεσε. Τα παιδιά είναι όλα αγόρια, ένα κορίτσι θα δυσχέραινε την προσπάθεια του συγγραφέα να κατευθύνει την αφήγηση σε καθορισμένα μονοπάτια, χωρίς να εμπλέξει το «δαίμονα» του ερωτικού συναισθήματος. Η  βασική αλληγορία στήριξης του έργου είναι σαφής. Το νησί, με κατοίκους τα παιδιά έξι έως 13 ετών, αναπαριστά τη μικρογραφία μιας κοινωνίας που ενώ έχει όλες τις προϋποθέσεις να είναι ένας επίγειος παράδεισος τελικά μετατρέπεται σε κόλαση. Διότι μπορεί ο άνθρωπος κατά τον Λοκ, να γεννιέται tabula rasa, σε ότι αφορά τη γνώση, αλλά δεν μπορεί να εμποδίσει το ορμέμφυτο να κυριαρχήσει. Και αυτό συνήθως έχει σαν βάση όλα εκείνα τα πρωτόγονα ένστικτα κυριαρχίας που βασίζονται στην επιβολή, την κυριαρχία και εν τέλει τον φόβο. Όλο το μυθιστόρημα είναι γεμάτο συμβολισμούς με κυριότερη την αρχετυπική παρουσία του Βελζεβούλ του «Άρχοντα των μυγών», που καταφέρνει να φυτέψει το σπόρο της διχόνοιας και να μετατρέψει την αρμονική συνύπαρξη σε αγώνα επιβολής και κατάληψης της «εξουσίας». Γι αυτό αρκεί η τρομακτική παρουσία μιας γουρουνοκεφαλής, ενός συλλέκτη μυγών, και καταστροφέα ψυχών.
Βέβαια οτιδήποτε για να γίνει επιτυχία πρέπει να καταφέρει να στρέψει και τα φώτα της κοινής γνώμης πάνω του. Γι αυτό φρόντισε ο Έλιοτ αρχικά και η έκδοση του στην Αμερική αργότερα, το 1959, όπου και κατέστησε το βιβλίο δημοφιλές στην αμερικανική νεολαία.


Ουίλλιαμ Γκόλντινγκ (1911 – 1993)(wiki)

Ο σερ Ουίλιαμ Τζέραλντ Γκόλντινγκ (William Gerald Golding, 19 Σεπτεμβρίου 191119 Ιουνίου 1993) ήταν Βρετανός μυθιστοριογράφος και ποιητής, ο οποίος τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1983. Επίσης, το 1980 κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο Μπούκερ, για το μυθιστόρημα The Rites of Passage. Η συχνά αλληγορική πεζογραφία του Γκόλντινγκ κάνει ευρεία χρήση υπαινικτικών αναφορών στην κλασική λογοτεχνία, στην μυθολογία, και στο Χριστιανικό συμβολισμό. Αν και δεν υπάρχει ευδιάκριτη σύνδεση μεταξύ των μυθιστορημάτων του και η τεχνική του ποικίλει, ο Γκόλντινγκ ασχολείται κυρίως με την έννοια του κακού και καταλήγει με κάτι που έχει χαρακτηριστεί ως ένα είδος σκοτεινής αισιοδοξίας.    


Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού

  Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού Η διαμάχη για το ποιος είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών έχει μετατραπεί σε ένα απ...