ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΒΑΖΕ ΘΕΜΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19 ΑΙΩΝΑ


Η άνοδος της Γερμανίας στις αρχές του 20ου αιώνα.



Η Ευρώπη από το 1870 κι ύστερα, αυτό γνώρισε μεγάλες πολιτικοκοινωνικές ζυμώσεις, οι οποίες οδήγησαν σε λεπτές ισορροπίες μεταξύ των ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών. Το αποκορύφωμα όλων αυτών των ζυμώσεων ήταν ο «Μεγάλος Πόλεμος» του 1914, ο οποίος αιματοκύλησε την Ευρώπη (κυρίως) για πέντε χρόνια.
Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, οι Γερμανοί δεν είχαν αποκτήσει ακόμη συμπαγή και σταθερή εθνική συνείδηση δεδομένου ότι ο όρος «Γερμανία» δεν αναφερόταν καν σε μια περιοχή με σαφή οριοθέτηση. Αποτελούμενη από ένα ψηφιδωτό κρατιδίων η Γερμανία είχε να περηφανευτεί κυρίως για τη γλωσσική ταυτότητα που χαρακτήριζε πληθυσμούς της Ελβετίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκούσε, κυρίως επειδή οι ανώτερες κοινωνικά τάξεις των περιοχών αυτών μιλούσαν και τη γαλλική γλώσσα.[1] Στην πορεία της ιστορίας και κατά την περίοδο του ρομαντισμού, οι Γερμανοί άρχισαν να αντιδρούν απέναντι στη γαλλική κουλτούρα, αλλά και απέναντι στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού και πρέπει να πούμε ότι εκείνη κυρίως την περίοδο άρχισαν να αναπτύσσονται τα πρώτα εθνικά χαρακτηριστικά των Γερμανών. Κατά τη δεκαετία του 1780 μεγάλη επιρροή άσκησε και το έργο του Χέρντερ με τίτλο Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστορίας της ανθρωπότητας έργο, που έθετε τις βάσεις για μια πιο ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα, μια ταυτότητα που θα χαρακτηριζόταν από τη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα, και γενικότερα από τις συνήθειες των λαϊκών στρωμάτων.[2] Μέσα σε έναν κόσμο που μεταβαλλόταν συνεχώς, η Γερμανία απέκτησε σταδιακά εθνική συνείδηση με κυρίαρχο μοχλό ανάπτυξης την Πρωσία, όπου ο αυτοκράτορας κατεύθυνε το κυβερνητικό έργο, με τη μοναρχία να υπερτερεί τελικά του κοινοβουλευτισμού (παρόλο που τον ακολούθησαν τα περισσότερα γερμανικά κράτη). Πάντως, γύρω στη δεκαετία του 1850, η Πρωσία ήταν μια χώρα συντηρητική χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες και βλέψεις.[3] Μετά το 1870 και τη νίκη των Πρώσων στον πόλεμο με τους Γάλλους, η γερμανική υπεροχή άρχισε να διαφαίνεται ξεκάθαρα σε όλους τους τομείς. Αυτό διαφαινόταν, όχι μόνο από τη στρατιωτική υπεροχή και τον άρτιο εξοπλισμό, αλλά από τη γενικότερη βιομηχανική και βιοτεχνική εξέλιξη της ευρύτερης Γερμανίας. Η εντυπωσιακή αύξηση του πληθυσμού ήταν καθοριστική καθιστώντας την Γερμανία σταδιακά ακαταμάχητη σε όλους τους τομείς. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση ήταν η κορυφαία στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, ενώ η διοικητική και γραφειοκρατική αρτιότητα ενίσχυαν ακόμη περισσότερο την εικόνα ενός κράτους μοντέλου.[4]  

Η εμφάνιση του Βίσμαρκ στην πολιτική ζωή έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη ενός νέου ισχυρού κράτους. Η Γερμανία είχε αποκτήσει μια δυναμική που βασιζόταν στις μεγάλες διπλωματικές και στρατιωτικές επιτυχίες της δεκαετίας του 1860, επιτυχίες που αύξησαν την ισχύ της αριστοκρατίας και όχι της αστικής τάξης κι ενίσχυσαν τη λογική των μεθόδων του Βίσμαρκ: «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».[5] Ο πολιτικός αυτός, εκφραστής του πολιτικού ρεαλισμού, ισορροπούσε ανάμεσα στον αυτοκράτορα και στις εναλλασσόμενες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Συνθηκολόγησε με την καθολική εκκλησία, η οποία κατηγορείτο ότι ενίσχυε αποσχιστικά κινήματα, με απότέλεσμα να «κερδίσει» η Γερμανία ένα πανίσχυρο καθολικό κόμμα που εξελίχθηκε σε κόμμα με μεγάλη επιρροή. Από την άλλη κατάφερε να αποκλείσει τον κίνδυνο του σοσιαλιστικού κόμματος, μέχρι τουλάχιστον το 1890, παίρνοντας μια σειρά απαγορευτικών μέτρων, με αντιστάθμισμα όμως την έντονη κοινωνική πολιτική.[6] Ανάμεσα στα 1885 και στα 1900 πληρώθηκαν ασφάλιστρα σε πενήντα εκατομμύρια περιπτώσεις, για αρρώστιες, ατυχήματα και ανικανότητα από γεράματα.[7]

Ο ευρωπαϊκός ανταγωνισμός, και δη ο αγγλογερμανικός, ενέτεινε τη διάθεση της Γερμανίας για ταχύτερη πρόοδο. Ορισμένα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά αυτής της ανόδου που επέφερε ο ανταγωνισμός. Στα 1884 η γερμανική παραγωγή σε ατσάλι ήταν η μισή από την αγγλική. Στα 1900 η γερμανική παραγωγή περνούσε την αγγλική κατά 20%. Η βρετανική παραγωγή σε χυτοσίδηρο, μένει στάσιμη μεταξύ 1880 και 1900, ενώ η γερμανική αυξάνεται κατά 20%. Το αποκορύφωμα ήταν η άνοδος του γερμανικού εμπορικού ναυτικού. Το τελευταίο, στη δεκαετία 1890-1900, δεν ξεπερνούσε ούτε το ένα έκτο του αγγλικού σε συνολική χωρητικότητα. Κι όμως τα γερμανικά πλοία, μειώνοντας τα ναύλα, κατάφεραν πολλούς βιομηχάνους, ακόμη και Άγγλους, να φορτώνουν τα εμπορεύματά τους σε γερμανικά πλοία. Χαρακτηριστικά, ομολογούν οι Τάιμς, το 1886: «οι Γερμανοί υπερτερούν ήδη ημών εις πολλά από τα προσόντα, τα οποία αποτελούν συντελεστάς της εμπορικής επιτυχίας».[8]

Μετά την απομάκρυνση του Βίσμαρκ από την ενεργό πολιτική σκηνή, τη νέα πολιτική της Γερμανίας εξέφρασε, από το 1890 έως 1914, ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος ο Β. Τα πράγματα άλλαξαν, σε σχέση με την ισορροπημένη πολιτική του Βίσμαρκ, λόγω της υιοθέτησης μιας παγκόσμιας πολιτικής (Weltpolitik) που διακήρυξε ο ίδιος ο Γερμανός αυτοκράτορας το 1897. Με την πολιτική αυτή, ταράχτηκαν τα ευρωπαϊκά «πολιτικά ύδατα», επειδή αμφισβητούσε την εμπορική και ναυτική ηγεμονίας της Βρετανίας.[9] Η κατάσταση, όπως την είχε διαμορφώσει ο Βίσμαρκ, ένα δίκτυο συμμαχιών, με τη Γαλλία εκτεθειμένη και τη Βρετανία οικειοθελώς εκτός, είχε αλλάξει. Η πολιτική του Βίσμαρκ, ήταν μια ευρωπαϊκά προσανατολισμένη πολιτική, χωρίς αποικιοκρατικές βλέψεις και βασιζόταν στο ρεαλισμό (Realpolitik)[10] και τη δημιουργία μιας πανίσχυρης Γερμανίας που θα διατηρούσε την ειρήνη, κυρίως λόγω του φόβου που θα ενέπνεε στους άλλους. Η διπλωματική μαεστρία ήταν εκείνη που τα προηγούμενα χρόνια είχε κρατήσει τις ισορροπίες.[11] Οι ζυμώσεις που ακολουθούν οδηγούν σε μια νέα τάξη πραγμάτων με τη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων. Διαμορφώνονται δυο συμμαχικά μέτωπα στην Ευρώπη: η Βρετανία, η Γαλλία κι η Ρωσία από τη μια πλευρά κι από την άλλη οι δυνάμεις της Τριπλής Συμμαχίας, η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία κι η Ιταλία.

Η Γερμανία, χώρα που είχε μείνει έξω από τον αποικιακό ανταγωνισμό, άρχισε να ορέγεται κι αυτή αποικίες. Έτσι το Ράιχ, πέραν του ευρύτερου ανταγωνιστικού πνεύματος, δημιουργεί ναυτικό δυνατό, για να μπορεί η Γερμανία έστω και καθυστερημένα να ορθώσει αποικιακές απαιτήσεις.[12] Η κατάκτηση εδαφών κι ο αποικιακός ανταγωνισμός μεγαλώνει την ήδη διαμορφωμένη ένταση, ενώ αποτελεί αιτία, όχι μόνο πολιτικού, μα και ψυχολογικού ανταγωνισμού.
Αρχίζει και αναπτύσσεται ραγδαία ο εθνικισμός, με την Παγγερμανική Ένωση το 1891 και τη Ναυτική Ένωση το 1898, με πολλές εκατοντάδες χι-λιάδες μέλη. Σαν σε «ηλεκτρική εκκένωση» αντίστοιχες ενώσεις αναπτύσσονται και σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στη Γαλλία (Ένωση της Γαλλικής Πατρίδας) και στη Βρετανία (Navy League, National service League).[13] Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κ. Ράπτης: «η άνοδος του εθνικισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη του 19ου αιώνα είχε αλλάξει τις συνειδήσεις των Ευρωπαίων».[14]

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Απόσπασμα από το "Δοκίμια στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό", Δρόμων, 2013. 



[1] Κολιόπουλος, Ι.Σ. Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, 1789-1945, Εκ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 69.
[2] Στο ίδιο, σ. 70.
[3] Στο ίδιο, σ. 204.
[4] Κ. Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999, σ. 100.
[5] Κολιόπουλος, Ό.π., σ. 210.
[6] Κ. Ράπτης, Ό.π., σ. 137.
[7] Sir B Ernest arker, Sir George Clark, Professor P. Vaucher, «Εκβιομηχάνιση και Ιμπεριαλισμός», Ιστορία του Πολιτισμού, μτφρ. Νίκας Άγγελος, Εκδοτική, Αθήνα, 1954, σ. 1065.
[8] Sir Ernest Barker, Sir George Clark, Professor P. Vaucher, Ό.π., σ. 1052-1053.
[9] Κ. Ράπτης, Ό.π., σ. 147.
[10] James Joll, Η Ευρώπη, 1870-1970, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2006, σ.129.
[11] G. Trausch, «Από την ισορροπία δυνάμεων στην ισορροπία των μπλόκ » στο Ε. Αρβελέρ, Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, Νεότερη και σύγχρονη εποχή,(τόμος Β΄), εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σελ. 282.
[12] Στο ίδιο, σελ.280.
[13] G. Trausch, Ό.π., σελ. 285.
[14] Κ. Ράπτης, Ό.π., σ. 150.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

H Θεωρία των Ιδεών στον Πλάτωνα

H Θεωρία των Ιδεών στον Πλάτωνα και η αλληγορία του σπηλαίου


Η
 περί των ιδεών διδασκαλία του Πλάτωνα, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες φιλοσοφικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί, δεδομένου ότι, ο διανοητικός κόσμος που συνίσταται, θεωρείται από εκείνον δεσπόζων πάσης πραγματικότητας και ως φορέας του περιβάλλοντος κόσμου μας. Αυτό είναι η μεγαλύτερη ανατροπή και αξιολογική μετατροπή στην ιστορία του ανθρωπίνου πνεύματος. Η πηγή της δημιουργίας αυτής ξεκινάει, από τη βαθιά δυσαρέσκεια του Πλάτωνα εξ αιτίας του κοινωνικού και πολιτικού κατεστημένου της εποχής του. Η αγανάκτηση του φιλοσόφου έγκειται στο γεγονός, ότι παίρνονται σημαντικές αποφάσεις για ύψιστης αξίας και σπουδαιότητας θέματα, χωρίς την πρέπουσα σοβαρότητα και με αμφιταλαντευόμενη ψυχική διάθεση. Αυτό προβληματίζει το φιλόσοφο, αφού θεωρεί ότι πράξεις υποταγμένες σε συμφέροντα και αλλότριες αρέσκειες, δεν περιέχουν αρετή και ευδαιμονία.[1] Αυτά τα γεγονότα δημιουργούν στο διανοητή μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις και προσπαθεί να βρει λύσεις, κατά κάποιον τρόπο, εξερχόμενος της ανθρώπινης φύσης. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο μιας και για να εξέλθει του κόσμου τούτου θα πρέπει να υπερνικήσει τον καθημερινό βίο ο οποίος κυριαρχείται από τις αισθήσεις και το επιστητό. Αναρωτιέται λοιπόν μήπως υπάρχει κάτι παραπέρα από αυτόν τον κόσμο. Στα βήματά του αυτά τον βοηθάει η περί του «συλλογίζεσθαι» και «περί των εννοιών» διδασκαλία του Σωκράτη, αλλά εκείνος κάνει ένα βήμα παραπέρα. Προσπαθεί να αφήσει την ενόρασή του να ξεφύγει από το στενό κύκλο της καθημερινότητας και του περιγύρου και να «δει» παγκόσμια και υπεράνω. Έτσι συνέλαβε την ιδέα του «μεγάλου» και «αναλλοίωτου», κάτι το οποίο θα ξεφεύγει από τις αισθήσεις, ο κόσμος των μεγάλων εννοιών πολύ μακρύτερα του ασταθούς και ευμετάβλητου κόσμου των αισθήσεων.
Η λέξη «ιδέα» πρωτοσυναντάται στον Αναξαγόρα και το Δημόκριτο (χαρακτήριζαν σαν ιδέες κάποια άτομα). Στον Πλάτωνα αρχικά, αναφέρεται στους πρώτους διαλόγους, αλλά όχι με την τελική καθαρή της σημασία, την οποία και αποκτά τελικά στο Συμπόσιο, όπου από εκεί και στο εξής γίνεται έννοια με υψηλή υπόσταση και πραγματική ουσία. Όπως την ορίζει ο πλατωνικός Ξενοκράτης ως «την αιτίαν παραδειγματικήν των κατά φύσιν αεί συνεστώτων».[2] Η ιδέα λοιπόν δεν είναι υποκειμενική έννοια («λόγος») αλλά υφίσταται αφεαυτή και έχει ουσία «αυτό καθ’ αυτό μεθ’ αυτού».[3] Ο κόσμος των ιδεών για τον Πλάτωνα είναι αμετάβλητος κι αιώνιος σε αντίθεση με τον κόσμο των αισθήσεων. [4] Αυτή η σταθερότητα κι η απολυτότητα του κόσμου των ιδεών είναι που οδηγεί τον Πλάτωνα στην χάραξη της Πολιτείας του. Εκεί η εκπαίδευση στη θεωρία των ιδεών αντιπροσωπεύει τον ύψιστο τύπο παιδείας. Η εκπαίδευση που ξεκινά με γυμναστική και μουσική, οδηγεί στις επιστήμες και για τους πιο δυνατούς στη φιλοσοφία, που στην ουσία της είναι η διδα-σκαλία των ιδεών.[5] Ο Πλάτων πίστευε ότι η ψυχή είχε γνωρίσει τις έννοιες όλων των πραγμάτων σε μια προσωματική περίοδο της ύπαρξής της. Γι’ αυτό θεωρεί ότι κάθε γνώση και μάθηση είναι ανάμνηση από τον παρελθόντα βίο της ψυχής, που τώρα, κατά τη διάρκεια του βίου, έχει ξεχάσει. Έτσι όταν αντικρίσουμε για παράδειγμα κάτι εκθαμβωτικά ωραίο, ξυπνά μέσα μας η ανάμνηση κι η νοσταλγία του αιώνιου αρχέτυπου, του ωραίου. Συνεπώς μέσω της διαλεκτικής, η ψυχή θα ασκηθεί να μπορεί να ξεχωρίσει με σαφήνεια τις πρωταρχικές έννοιες, μιας και κατά τον Πλάτωνα τα μόνα αληθινά όντα είναι οι ιδέες και επομένως μόνο μέσα από αυτές μπορούμε να έχουμε γνώση και πληρότητα. Κατά συνέπεια οι Ιδέες για τον Πλάτωνα αποτελούν αμετάβλητες οντότητες που υπάρχουν πέρα από κάθε τι γήινο και αισθητό και αποτελούν τα πρό-τυπα και τα αίτια για ότι συμβαίνει στον κόσμο. Πάνω από όλα είναι η ιδέα του αγαθού, το σύνολο όλων των αιτιών, ο απόλυτος σκοπός του κόσμου, ενώ η ίδια η Ιδέα του αγαθού δεν ταυτίζεται με το «είναι», αλλά βρίσκεται «επέκεινα του είναι» και είναι αυτή και μόνη η δημιουργική αιτία των πά-ντων.[6]
Πάντως, δύο αλληγορίες αποκαλύπτουν το νόημα της θεωρίας των ιδεών, καλύτερα από κάθε τι άλλο. Η αλληγορία του σπηλαίου και της γραμμής. Η αλληγορία της γραμμής δίνει μια επιτυχημένη αναπαράσταση του κόσμου των ιδεών. Ο φιλόσοφος φαντάζεται μια γραμμή και τη χωρίζει σε δυο μέρη. Το επάνω μέρος παριστά τις ιδέες και το κάτω τα αι-σθητά πράγματα. Τα δυο αυτά μέρη χωρίζονται ξανά. Το κάτω μέρος χωρίζει τα ίδια τα αισθητά αντικείμενα στα είδωλα και τις σκιές. Κατά παραχώρηση σε αυτό το μέρος θα μπορούσαν να ενταχθούν και τα έργα τέχνης. Όμοια το επάνω μέρος του ιδεατού «είναι» χωρίζεται ξανά στο πιο κάτω τμήμα, που περιλαμβάνει τα μαθηματικά αντικείμενα και στο ανώτερο τμήμα που περιλαμβάνει τις καθαρές Ιδέες. Έτσι αυτός ο διαχωρισμός, παριστά μια διάταξη, κατά πραγματικότητα και σημασία του εί-ναι. Στην κορυφή βρίσκονται οι Ιδέες και στο χαμηλότερο σημείο οι σκιές, τα είδωλα και τα έργα τέχνης.[7]
Στην αλληγορία του σπηλαίου, ένα υπέροχο κομμάτι από την Πολιτεία, έχουμε μια λογοτεχνικότερη προσέγγιση της θεωρίας των ιδεών, σε ένα αριστουργηματικό κείμενο, όπου οι άνθρωποι ζουν φυλακισμένοι μέσα σε ένα σπήλαιο. Το μοναδικό πράγμα που μπορούν να διακρίνουν είναι οι σκιές από αντικείμενα τα οποία κινούνται πίσω τους. Έτσι οι άνθρωποι θεωρούν ότι αυτό που βλέπουν, οι σκιές δηλαδή, είναι η μια και μοναδική πραγματικότητα. Αν υποθέσουμε ότι, ο πιο προικισμένος από αυτούς τους ανθρώπους, καταφέρνει να αποδράσει από τη σπηλιά και να βγει στο φως της ημέρας, θα αντικρίσει το πλούσιο ηλιακό φως και τυφλωμένος από αυτό γυρίζει πίσω και διηγείται στους υπολοίπους το τι είδε. Οι συμβολισμοί είναι φανεροί. Το σπήλαιο αντιπροσωπεύει την κανονική ζωή που ζούμε, τον κόσμο της αισθητηριακής αντίληψης, τον κόσμο πέραν του οποίου δεν μπορούμε να εξέλθουμε. Εκείνος που καταφέρνει να αποδράσει είναι ο φιλόσοφος ο οποίος εναγωνίως αναζητά την αλήθεια, τη μοναδική πραγματικότητα. Αυτή η πραγματικότητα, όπως αναπαρίσταται από το φως του ηλίου, εί-ναι ο κόσμος των ιδεών.[8]
Είναι φανερή στις αλληγορίες η σημασία που δίνει ο φιλόσοφος στα μαθηματικά, γιατί δίνουν τη δυνατότητα να προχωρήσει ο άνθρωπος από τα μερικά στα γενικά σε πιο καθολικές και ολοκληρωμένες αλήθειες. Θα έλεγε κανείς ότι τα μαθηματικά είναι ο ενδιάμεσος εκείνος «σταθμός» μεταξύ των αισθητών, των εμπειρικών και των αληθειών εκείνων, που υπερβαίνουν και τα μαθηματικά. Αυτό συνίσταται στο ότι τα μαθηματικά θεμελιώνονται πάνω σε ένα σύστημα αξιωμάτων, θεωρημάτων, υποθέσεων. Ποιο είναι όμως το θεμέλιο των θεμελίων; το αξίωμα των αξιωμάτων πάνω στο οποίο «ακουμπούν» και οι μαθηματικές αλήθειες; Είναι η Ιδέα του αγαθού.[9]
Έτσι γίνεται στον Πλάτωνα η διάκριση ανάμεσα στον αισθητό κόσμο και στον υπεραισθητό, ανάμεσα στον κόσμο των επί μέρους πραγμάτων, των καθ’ εκάστων και στα υπεραισθητά, τα οποία μάλιστα είναι πιο πραγματικά από τα «πραγματικά». Αυτή η προσπάθεια να ορίσουμε την υπερβατική πραγματικότητα έχει τριπλή θα λέγαμε διάσταση. Είναι μεταφυσική, μιας και αναφερόμαστε σε προσέγγιση του θείου, είναι γνωσιολογική μιας και θέτει επιστημολογικά ερωτήματα αλλά είναι και ηθική μιας και θέτει ερωτήματα για τον ανθρώπινο βίο, για το πώς πρέπει να ζει κανείς. Το ηθικό κομμάτι είναι πολύ σημαντικό μιας και θέτει ερωτήματα περί ευδαιμονίας και μίας ευρύτερης ηθικότητας. Σε όλο τον αρχαίο κόσμο ο πρωταρχικός στόχος είναι η ευδαιμονία, σε αντίθεση με τα μεσαιωνικά χρόνια, που ανθρώπινος στόχος πρέπει να είναι η σωτηρία της ψυχής.[10]
Η θεωρία των ιδεών, ως θαυμαστό οικοδόμημα μιας ερμηνείας του κό-σμου, έδωσε την αφορμή σε κάποιους μελετητές να αποδώσουν στον Πλά-τωνα «μια οργανική θεωρία του κράτους» –μιας και στην Πολιτεία ανα-πτύσσεται η σχέση πολίτη-κράτους– τη σκέψη δηλαδή, ότι το ίδιο το κράτος αποτελεί μια οργανική οντότητα, ένα ‘υπέρ-άτομο’ να είναι, εν τέλει, το ίδιο μιαν ιδέα. Αυτό όμως αποτελεί μιαν υπερβολή, καθώς ο Πλάτων δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Δεν επιθυμεί ένα κράτος σαν οντότητα διακριτή από το σύνολο των πολιτών.[11]
Κατά τον Stephen Clark η θεωρία των ιδεών έχει τουλάχιστον τρεις πηγές «τη συζήτηση περί του τι υπάρχει, περί του πως το γνωρίζουμε, και περί του τι πρέπει να κάνουμε»[12] και αυτό θεωρούμε είναι μια ξεκάθαρη προσέγγιση για το ότι η πλατωνική θεωρία των ιδεών είναι μια ολοκληρωμένη ερμηνεία του κόσμου που επιδίωξή της είναι να καλύψει τις βαθύτερες ανησυχίες του ανθρώπου για την υπέρτατη αλήθεια και δημιουργία.

Απόσπασμα από το "Προσεγγίσεις στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό", Γιώργος Πολ Παπαδάκης, Εκδόσεις Δρόμων, 2013. 



[1] Παύλος Δρανδάκης, Μεγάλη Ελληνική εγκυκλοπαίδεια, τόμος εικοστός, Φοίνιξ, σ. 306.
[2] Ό.π., Παύλος Δρανδάκης, σ. 307.
[3] Συμπόσιο, 211.
[4] Robert Zimmer, «Η πύλη των φιλοσόφων», Κονιδάρη, Αθήνα, 2006, σ. 29.
[5] Gottfried Martin, Πλάτων, «Βίοι και Έργα», Rowohlt, Αμβούργο, 1969, για την Ελλάδα «Οργανι-σμός Κλασσικών Εκδόσεων», μτφρ. Κων/νος Τσελεμέγκος, σ. 149.
[6] Ό.π., Gottfried Martin, σ. 146-159.
[7] Στο ίδιο, σ. 150.
[8] Ό.π., Robert Zimmer, σ. 28.
[9] σ.σ. Τα μαθηματικά είναι για τον Πλάτωνα μια γέφυρα προς την φιλοσοφία. Είναι ένα βασικό σκαλοπάτι προς την κατάκτηση της γνώσης όπως περιγράφει στην Πολιτεία. Αν και δεν περι-λαμβάνονται στο βασικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, εν τούτοις η διδασκαλία τους είναι εκείνη η οποία στο τέλος διαφοροποιεί τους ηγέτες από τους επίκουρους.
[10] σ.σ. Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε αυτό που ονομάζουμε ευδαιμονία ως πρωταρχικό ανθρώπινο στόχο, ενώ ασκεί κριτική στις θέσεις του Πλάτωνα περί ηθικής σε θέματα που αφορούν ιδιαίτερα την έννοια του απόλυτου Αγαθού.
[11] Julia Annas, Εισαγωγή στην πολιτεία του Πλάτωνα, μτφρ. X. Γραμμένου, εκδ. Καλέντης, Αθήνα, 2006, σ. 231 – 233.
[12] Anthony Kenny (επ.) «Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας», Νεφέλη, 2005, σελ. 48.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ, Μου Είπαν, Δρόμων 2013


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ, Μου Είπαν, Δρόμων 2013


Ποιοι λογοτέχνες σας επηρέασαν στο ξεκίνημά σας και γενικότερα ποιοι σας αρέσουν;
Η πρώτη μου μεγάλη επιρροή είναι ο νονός μου ο Καζαντζάκης. Απορώ πως εκείνη την εποχή είχα την ωριμότητα να τον καταλαβαίνω. Ήμουν 16-17 που είχα την πρώτη μου δημοσίευση στο περιοδικό ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΟΧΗ. Το ’63 έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο “Λύκοι και σύννεφα” επηρεασμένη από το πνεύμα της εποχής, Ελύτης, Σεφέρης κ.λπ. Ο υπερρεαλισμός ήτανε κάτι το φυσικό για μένα. Είχα οικειοποιηθεί τον Μπρετόν λόγω και των σπουδών μου στη Γαλλία. Μάλιστα κι ο Ελύτης κι ο Σεφέρης είχανε εκφραστεί κολακευτικά για μένα. Σας αναφέρω για παράδειγμα τι είχε πει ο Σεφέρης για μένα σε ερώτηση κάποιου. Κύριε Σεφέρη τι γνώμη έχετε για την κυρία Αγγελάκη; Εκείνος είπε: «Η κυρία Αγγελάκη δεν χρειάζεται κανέναν. Ακολουθεί το δικό της δρόμο». Από μικρή ήμουνα γνωστή λοιπόν, μιας και δημοσίευσα το πρώτο μου ποίημα το ’56, άρα η ζωή μου στάθηκε καλή σε αυτό. Ό,τι επιθυμούσα ερχόταν μετά με ευκολία.

Σε ό,τι αφορά το έως τώρα έργο σας πείτε μας δυο λόγια.
Έχω εκδώσει 23 βιβλία, οι δε μεταφράσεις είναι... άπειρες (γέλια), αγγλικά, γαλλικά και πολλές στα ρώσικα, άλλωστε η δουλειά μου είναι η μετάφραση. Το τελευταίο μου βιβλίο είναι το “Η Ανορεξία της Ύπαρξης”.

Τι είναι τελικά η ποιητική δημιουργία; Μια προσωπική έκφραση κάποιου χαρισματικού ανθρώπου ή μια “κατασκευή” μέσα από άσκηση όπως θα έλεγε κι ο Πόε, μιας και ως γνωστόν έχτισε το “Κοράκι” με “μαθηματική ακρίβεια”;
Έχουν ειπωθεί πολλά για την ποίηση. Εγώ λέω ότι είναι το μη λογικό πλησίασμα της ύπαρξης, κι όταν λέω μη λογικό δεν εννοώ παράλογο, αλλά “μη λογικό” σαν μια διαφορετική οπτική της ύπαρξης κι όχι σαν έκφραση του πραγματικού.

Θεωρείτε, όπως πολλοί σύγχρονοι ποιητές, ότι το βάρος του ποιητικού λόγου μετατοπίζεται περισσότερο στη γλώσσα και στη μορφή και λιγότερο στην πρόκληση συγκίνησης; Πώς θα ορίζατε την πρωτοτυπία σε ένα λογοτεχνικό έργο και δη στην ποίηση;
Κοίταξε Γιώργο μου, τη συγκίνηση πρέπει να την έχει νιώσει πρώτα ο ίδιος ο ποιητής. Το πλησίασμα είναι διαφορετικό για τον καθέναν. Η συγκίνηση για μένα είναι ο τρόπος να πλησιάζεις το άγνωστο, το διαφορετικό, το θάνατο, το διαρκές ερωτηματικό και ψάχνοντας αυτό να εκφράζεσαι. Ψάχνοντας αυτό το άγνωστο βρίσκεις μέσα βαθιά τον εαυτό σου. Εμένα λοιπόν με ενδιαφέρει όταν τελειώνω ένα ποίημα να πλησιάζει όσο γίνεται αυτό που νιώθω μέσα μου βαθιά κι όσο μεγαλώνω αυτό συνειδητοποιώ ότι είναι η “αλήθεια”.

Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που χαρακτηρίζει ένα έργο ως ‘μεγάλο’;
Εγώ δεν τα βλέπω έτσι τα πράγματα. Εξαρτάται από το έργο. Κάθε δημιουργός βάζει τους δικούς του κανόνες και όσο πιο μεγάλος είναι τόσο επιβάλλονται οι κανόνες. Αυτή είναι η βασική αρχή. Μεγάλος κι ο Βερν, μεγάλος κι ο Καζαντζάκης. Η τέχνη ανοίγει καινούργιους ορίζοντες, μπορεί να είναι ευφροσύνη, μπορεί να είναι χιούμορ, μπορεί θρησκομανία, μπορεί κάτι άλλο. Εξαρτάται πόσο ταλέντο είχε αυτός που έγραψε κάτι και από την ικανότητα του δημιουργού κι όχι μόνο αν είχε στοχασμό στο έργο του.

Πόση σημασία έχουν οι δημόσιες σχέσεις στην εξέλιξη ενός ποιητή;
Πάντα ήτανε πάρα πολύ δύσκολο να δημοσιεύσεις ποίηση και ιδίως νέος, όχι μόνο στα περιοδικά, αλλά και να εκδώσεις ένα βιβλίο. Οι περισσότεροι ποιητές της εποχής μου πληρώνανε για να βγάλουν το βιβλίο τους. Άλλοι πληρώνουνε όλη τους τη ζωή ακόμη και σήμερα. Τώρα σε ό,τι αφορά τις δημόσιες σχέσεις που με ρωτήσατε, είναι προφανές ότι αν καταφέρει κάποιος και βγει στα κανάλια θα γίνει ανάρπαστος... καταλαβαίνετε (γέλια).
Τα βραβεία κι η αναγνωσιμότητα σημαίνουν κάτι για εσάς την εποχή που ζούμε;
Κοιτάξτε, εγώ είμαι λίγο περίεργη. Αυτά δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη αξία για μένα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν είναι μια ενθάρρυνση, εκτός και πάρεις το νόμπελ (γέλια). Ζούμε σε μια εποχή του καινούργιου μονοθεϊσμού όπως το λέω εγώ, του χρήματος, κι όσο πάει γίνεται και χειρότερα από την άποψη όλης της δομής της κοινωνίας. Κανένας πολιτισμός δεν έχει δομηθεί όπως σήμερα με βάση το “θεό” του χρήματος. Το πράγμα έχει πάρει πλέον “μεταφυσικές” διαστάσεις.


ΣΜΙΛΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΡΗΤΟΥ, ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ, ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ, ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, 2026

  Σμιλευτής του άρρητου , Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Δίφρος, 2025   Εύα Στάμου   Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης έχει σημειώσει μακρά πορεία σ...