ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

Seridan Le Fanu – Το άγρυπνο μάτι – ΆΓΡΑ



Seridan Le Fanu – Το άγρυπνο μάτι – ΆΓΡΑ

Ο Le Fanu, συγκαταλέγεται στους κορυφαίους συγγραφείς μυστηρίου και φαντασίας του 19ου αιώνα και επιπλέον ήταν ο άνθρωπος που ενέπνευσε το Μπραμ Στόουκερ να γράψει το «Δράκουλα», αφού πρώτα είχε επηρεαστεί από την δική του «Καρμίλλα». Στη νουβέλα με τίτλο «Άγρυπνο μάτι» ο συγγραφέας επιχειρεί μια κατάδυση στο αρχέγονο συναίσθημα του φόβου. Ο φόβος καταβάλλει σταδιακά τον πλοίαρχο Μπάρτον και τελικά δίνει την θέση του στον τρόμο. Αυτή η σταδιακή κορύφωση, μέσα από μια σειρά περιστατικών, οδηγεί τον ήρωα στην τρέλα που προέρχεται μέσα από το ακαθόριστο και το ασαφές.
Η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Le Fanu παλινδρομεί ανάμεσα στο υπερφυσικό και στο ρεαλιστικό και κορυφώνει την αγωνία αλλά γεννά και απορίες. Ο αναγνώστης ταυτίζεται με το ψυχικό προφίλ του ήρωα και συμπάσχει μαζί του. Η οικειότητα που προσφέρει το ρομαντικό στυλ αφήγησης καθώς και το ενδιαφέρον για το  διώκτη του Μπάρτον, κλιμακώνονται σελίδα τη σελίδα. Ποιος, ή τι είναι «αυτό» που απειλεί την ζωή του πλοιάρχου; Ποιος είναι ο μυστηριώδης αποστολέας; Ποιος είναι ο άνθρωπος που τον ακολουθεί όπου και να βρεθεί, όπου και να πάει; Η γλώσσα του Le Fanu είναι λιτή αλλά υπαινικτική χωρίς το στοιχείο της υπερβολής. Το «Άγρυπνο μάτι» αποτελεί κλασικό διήγημα φανταστικής λογοτεχνίας, διότι ενώ η ιστορία αναπτύσσεται σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο (δηλαδή μια κανονική ιστορία χωρίς φανταστικά δεδομένα), επιχειρείται διείσδυση του υπερφυσικού στοιχείου. Ο συγγραφέας αρέσκεται στο υπαινικτικό και σε μια εξήγηση που «αιωρείται» παρά σε μια προφανή λύση του μυστηρίου.  


Μτφρ: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

«Η κατάθλιψη, η δυστυχία και η αναστάτωση του μέρα με τη μέρα παγιώνονταν και γίνονταν πιο ανησυχητικές, ενώ η ψυχική αγωνία που τον κατέτρωγε ασταμάτητα άρχισε εν τέλει αν επηρεάζει αισθητά την υγεία του τόσο ώστε η λαίδη Ρότσνταίηλ και ο στρατηγός  Μόνταγκιου κατόρθωσαν (χωρίς, είναι αλήθεια  μεγάλη προσπάθεια) να τον πείσουν να κάνει ένα σύντομο ταξίδι στην ηπειρωτική Ευρώπη, με τη ελπίδα ότι μια συνολική αλλαγή σκηνικού θα τον αποσπούσε εν πάση περιπτώσει, από την επιρροή των συνειρμών του περιβάλλοντος , για τους οποίους οι πιο σκεπτικιστές από τους φίλους τους θεωρούσαν ότι ασφαλώς και συνεισέφεραν στην υπενθύμιση και στη διαιώνιση της κατάστασης που δεν αντιλαμβάνονταν ως τίποτα παραπάνω  από μια απλή νευρικής φύσεως ψευδαίσθηση».

Βιογραφικό

Ο Joseph Thomas Sheridan Le Fanu, ο δημοφιλέστερος ίσως δημιουργός πολλών από τις καλύτερες ιστορίες με φαντάσματα της βικτοριανής εποχής, ήταν Αγγλοϊρλανδός και γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1814. Το ντεμπούτο του ως μυθιστοριογράφος έγινε το 1845 με το "The Cock and Anchor". Ως δημοσιογράφος ξεκίνησε την καριέρα του από το Dublin University Magazine το 1837. Αργότερα το 1861 έγινε εκδότης και ιδιοκτήτης του. Το 1844 παντρεύτηκε τη Susanna Bennett με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Ο θάνατος της το 1858 του προκάλεσε βαθιά θλίψη την οποία διοχέτευσε στις ιστορίες του. Εξαιτίας της συστολής και του νυχτερινού τρόπου ζωής του απέκτησε το παρατσούκλι "Ο αόρατος πρίγκιπας". Ζούσε σαν ερημίτης, εμπνεόταν από τους εφιάλτες που έβλεπε και έγραφε τα έργα του από τη δύση ως την ανατολή, μέχρι το θάνατο του, στις 7 Φεβρουαρίου του 1873. Τα έργα του είχαν σχεδόν ξεχαστεί μέχρι το 1923, όταν ο μελετητής και συγγραφέας M. R. James εξέδωσε μια συλλογή με ιστορίες του, με τον τίτλο "Μadam Crowl's Ghost and Other Tales of Mystery". Άλλα διάσημα έργα του είναι τα "The House by the Churchyard", "Uncle Silas", "Wylder's Hand" και η συλλογή "In a Glass Darkly" (στην οποία συμπεριλαμβάνεται η "Καρμίλλα").

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΖΑΛΙΓΓΑ (ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ) 17 / 3/ 2018




  Λίγα λόγια για την ιστορία που αφηγείστε στον «Ματωμένο έρωτα»


Ο «Ματωμένος Έρωτας» είναι ένα μυθιστόρημα «αγωνίας» βασισμένο στα πρότυπα ενός «ντετέκτιβ στόρυ», αλλά με έμφαση και σε άλλα στοιχεία, όπως ο ψυχισμός των χαρακτήρων, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η ανθρώπινη οδύνη. Το πρότυπο της «μοιραίας γυναίκας» κυριαρχεί στο βιβλίο και αποτελεί το όχημα πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Ένας συγγραφέας, ο Σταύρος Σταρόπουλος είναι ο βασικός ήρωας, ο οποίος βλέπει τη ζωή του να καταρρέει όταν τον εγκαταλείπει η γυναίκα της ζωής του. Ύστερα ενώ προσπαθεί να σταθεί όρθιος η ζήλεια δεν τον αφήνει και προσλαμβάνει ντετέκτιβ, γιατί υποψιάζεται τα χειρότερα, χωρίς να μπορεί να φανταστεί σε τι πάει να μπλέξει. Την ίδια στιγμή της ψυχολογικής κατάρρευσης, δυο φίλοι του προσπαθούν να τον βοηθήσουν και εμπλέκονται και αυτόι στην υπόθεση, ενώ μια νεαρή από το παρελθόν, ερωτευμένη μαζί του κάνει την εμφάνισή της την χειρότερη χρονικά στιγμή. Ο αντίπαλος είναι αδυσώπητος και ο Σταρόπουλος φτάνει, ίσως και ξεπερνάει τα ορια του.
  

2.   Γιατί το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει πάντα φανατικούς θαυμαστές; Τι είναι αυτό που προσφέρει στον αναγνώστη και είναι τόσο επιτυχημένο είδος; Πείτε μας για τη λογοτεχνία ευρύτερα.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη την απόλαυση της περιπέτειας και της διαφυγής του από την καθημερινή ρουτίνα. Είτε είναι παραδοσιακό, είτε ανήκει στο noir, είτε στο είδος της περιπέτειας, αποτελεί μια διαφυγή για το μυαλό που πάντα αναζητά το εξεζητημένο για να ανανεωθεί. Ενώ παλαιότερα, στην Ελλάδα κυρίως, ήταν παρεξηγημένο είδος, τα τελευταία χρόνια έχει πάρει καλύτερη θέση στο χώρο της λογοτεχνίας. Δεν είναι εύκολο να γραφεί ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα διότι έχει μεγάλο βαθμό πολυπλοκότητας στην ανάπτυξη και στην ευρηματικότητα, δεν είναι κάτι που μπορεί να γράψει ο καθένας.
Συνηθίζουμε να ξεχωρίζουμε τη λογοτεχνία σε «υψηλή» και σε αυτή που ψυχαγωγεί, σε «δύσκολη» και σε εμπορική. Σε ένα βαθμό αυτό δεν γίνεται άδικα, δεδομένου ότι η βάση της καλής λογοτεχνίας είναι η γλώσσα και ακολουθεί ο στοχασμός, η ανάπτυξη των χαρακτήρων, το ύφος και η τεχνική.
Έχουμε όμως ανάγκη την αφήγηση, την πλοκή και φυσικά το θέμα. Θεωρώ ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί να συνδυάσει πολλά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά και να «δώσει» ένα καλό βιβλίο. Ένα βιβλίο που να μπορεί να απευθυνθεί  με την ίδια επιτυχία στον λόγιο, τον διανοούμενο και τον μέσο αναγνώστη. Υπάρχουν παραδείγματα τέτοιων βιβλίων: Ο Εραστής της λαίδης Τσάτερλυ του Λώρενς, ο Μάγος,  ο Συλλέκτης  και η Ερωμένη του Γάλλου υποπλοιάρχου του Φώουλς, οι Αδελφοί Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι, Το βάρος της Πεταλούδας του Ντε Λούκα, οι Άθλιοι του Ουγκώ, φυσικά όλος ο Σαίξπηρ και πολλά ακόμα.




Πολλοί στέκονται αφοριστικά διαλέγοντας θέση: Η λογοτεχνία είναι ζωή και όχι κουλτούρα ή το αντίθετο, υποστηρίζουν. Εγώ πιστεύω ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι και τα δύο. Εξαρτάται από τη .. δοσολογία και το τελικό αποτέλεσμα. Δεν υπάρχουν αφορισμοί. Θα σταθώ σε αυτό που είχε πει ο Καμύ: Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές. Θα συμπληρώσω: Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα και ποιοτικά έχουν και αναγνώστες και σχολιαστές.(Όπως είχε ο Καμύ άλλωστε).   Μπορεί ο Τζόυς να έχει τη φήμη του ανανεωτή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Ντίκενς είναι όμως εκείνος που βρίσκεται σε κάθε βιβλιοθήκη και έχει διαβαστεί περισσότερο.


3.   Πέντε συγγραφείς που θαυμάζετε και γιατί (από μια φράση για τον καθένα)

Δεν είναι πέντε, είναι παραπάνω αλλά θα προσπαθήσω να τους περιορίσω. Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε και ο Ντοστογιέφσκι από τους κλασικούς και οι Κάφκα, ο Φώουλς, ο Ντ.Χ. Λόρενς από τους σύγχρονους. Για τον  Ντοστογιέφσκι θα αναφέρω αυτό που είπε ο Αινστάιν: «ο Dostoyevsky μου προσφέρει πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε επιστήμονα». Είναι ο κορυφαιος ανατόμος της αναθρώπινης ψυχής. Ο Πόε μου προσφέρει την καταφυγή στο όνειρο και σε σκοτάδια φωτισμένα από ιδιοφυείς συλλήψε. Έγραψε λίγα, αλλά έδωσε πολλά.
Ο Κάφκα με βοηθάει να συνειδητοποιήσω καθημερινά σε τι κόσμο ζω.Όλοι  οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με το παράλογο κάποια στιγμή στη ζωή τους.
Ο Φώουλς με μαγεύει με το συναρπαστικό του λόγο και την ικανότητά του να συνδυάζει πολλά στοιχεία (έρωτας, δράση, πάθος, στοχασμός) σε ένα βιβλίο. Μπορεί να μετατρέψει ένα θρίλερ αγωνίας σε υψηλή λογοτεχνική κατάθεση (συλλέκτης).
Ο Λώρενς είναι η απόδειξη πως το μοντέρνο μυθιστόρημα μπορεί να είναι εξίσου εύληπτο και συναρπαστικό με το κλασικό και συνάμα ποιοτικό. Αν το ενδιαφέρον μας κινηθεί στο αστυνομικό, τότε θα μείνω σταθερός στις κλασικές αξίες του Κόναν Ντόυλ και της Αγκάθα Κρίστι. Ο Σέρλοκ Χόλμς και ο Ηρακλής Πουαρώ παραμένουν οι αρχετυπικοί ντετέκτιβ, αξεπέραστα σημεία αναφοράς. Η  επιβεβαίωση  ότι το μυαλό στέκεται πάνω από το το πιστόλι.



4.   Πως συνδυάζεται η πληροφορική, τα μαθηματικά, η στατιστική με την ποίηση και τη λογοτεχνία;

Τα μαθηματικά είναι η «βασίλισσα» των επιστημών, που ενίοτε μεταμορφώνεται και σε ..»υπηρέτρια». Οι πλέον αφηρημένοι κλάδοι των μαθηματικών, όπως η θεωρία αριθμών, η μαθηματική λογική, η τοπολογία, έχουν πρακτικές εφαρμογές (ή μπορούν να αποκτήσουν στο μέλλον). Όταν ο Riemman δημιουργούσε τη γεωμετρία του δε μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα γινόταν το βασικότερο εργαλείο του Αϊνστάιν για να περιγράψει το χωρόχρονο. Γι αυτό κι εκείνος είχε πει ότι: «Τα καθαρά μαθηματικά είναι η ποίηση των καθαρών ιδεών». Τα μαθηματικά μπορούν να περιγράψουν κάτι με τον ύψιστο βαθμό τελειότητας, και η συγκίνηση που προσφέρουν είναι όμοια μ’ εκείνη που δίνει ένα άρτιο ποίημα.
  Η πληροφορική ξεκίνησε σαν κλάδος των μαθηματικών, θεμελιώθηκε από μαθηματικούς κυρίως και φυσικούς. Τώρα αποτελεί αυτοτελή επιστήμη και είτε θέλουμε είτε όχι αποτελεί τμήμα της καθημερινότητάς μας. Ο υπολογιστής είναι παντού. Η τεχνητή νοημοσύνη αναπτύσσεται ταχύτατα και ευτυχώς ή δυστυχώς σε κάποια χρόνια από τώρα – κανείς δεν μπορεί να το προσδιορίσει αυτό - θα δημιουργηθούν, μέσω και της θεωρίας των κβάντων,  ανδροειδή που θα προσομοιάζουν σχεδόν με τον άνθρωπο, πιθανότατα ακόμη και σε επίπεδο συναισθημάτων. Η επιστημονική φαντασία του σήμερα θα γίνει η πραγματικότητα του αύριο, μέσω της Πληροφορικής. Η Στατιστική  βοηθάει στην κατανόηση φαινομένων μέσω της επεξεργασίας πολυπληθών στοιχείων, στην καταγραφή και ομαδοποίησή τους. Κι αυτή έχει σαν βάση τα μαθηματικά.

Η ποίηση βρίσκεται παντού και τα περιλαμβάνει όλα όπως και τα μαθηματικά. Αυτή η οικουμενικότητα είναι που αδελφοποιεί την ποίηση με τα μαθηματικά. Τα μαθηματικά είναι από τη φύση τους ποίηση, περιγράφουν το «ελάχιστον» αλλά και το «όλον», η ίδια η ζωή είναι ποίηση όταν ξέρεις πώς να την προσεγγίσεις. Μπορεί το ποίημα να είναι μια καταγραφή λέξεων συνδεδεμένων νοηματικά μεταξύ τους, αλλά η ίδια η ποίηση είναι η αίσθηση που απορρέει από το ίδιο το άγγιγμα της ζωής. Εν ολίγοις όλα συνδέονται μεταξύ τους με την έννοια της δημιουργίας.


5.   Ποια ανάγκη σας οδήγησε να ασχοληθείτε σε βάθος με τα κόμικς και τους χάρτινους ήρωες;

Τα εικονογραφημένα περιοδικά ή comics μας κρατούν πάντα κοντά στην παιδική μας ηλικία, αν και πλέον αποτελούν αυτόνομη τέχνη και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις υψηλών προδιαγραφών. Μπορεί εμείς να μεγαλώσαμε με το «Μίκυ Μάους», το «Ποπάυ», το «Μπλεκ», το «Αγόρι», το «Σεραφίνο» και η νοσταλγία να μας καλεί αλλά στην πορεία ανακαλύψαμε ένα ολόκληρο σύμπαν εικονογραφημένων ηρώων που μας παρουσιάζονται μέσα από εκπληκτικά σχέδια και καλογραμμένα σενάρια. Για παράδειγμα το Watchmen γραμμένο από τον Alan Moore και σχεδιαστή τον Dave Gibbons, έχει βραβευτεί σαν λογοτεχνικό έργο. Ακόμα και τα περιοδικά που προαναφέρθηκαν – διότι ως «περιοδικά» τα αναφέραμε τότε, έχουν αναδείξει μερικούς από τους κορυφαίους καλλιτέχνες και δημιουργούς όλων των εποχών όπως: Carl Barks, Romano Scarpa (Μίκυ Μάους), EsseGesse (Μπλεκ), Segar, Sagendorf (Ποπάυ) κ.α..
Δυστυχώς τα σημερινά παιδιά, δέσμια ενός κινητού τηλεφώνου «που τα κάνει όλα»  στερούν από τον εαυτό τους την ευκαιρία να μάθουν καινούργιες λέξεις, να ονειροπολήσουν, να διαγείρουν την φαντασία τους. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας αποτελεί ευλογία αλλά και κατάρα, όταν ο άνθρωπος χάνει το μέτρο, όταν γίνεται μονοδιάστατος και εμμονικός.


6.   Το ποδόσφαιρο με το οποίο έχετε επίσης ασχοληθεί περνάει ξανά δύσκολες στιγμές στη χώρα μας. Πιστεύετε ότι είναι εφικτή η κάθαρσή του και με ποιο τρόπο;


Το ποδόσφαιρο είναι πρωτίστως άθλημα και παιχνίδι. Δυστυχώς ο άκρατος επαγγελματισμός είναι αυτός που το έχει οδηγήσει εκεί που το βλέπουμε σήμερα. Κοινώς: Τα πολλά λεφτά. Όταν ο ανταγωνισμός είναι φρενήρης, το ματς γίνεται «ο θάνατος σου η ζωή μου». Αλλά οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε κάτι ακόμα. Ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο ο Παναθηναϊκός, ο Ολυμπιακός, η ΑΕΚ και ο ΠΑΟΚ. Ποδόσφαιρο είναι το σύνολο των ομάδων, όλων των κατηγοριών στην Ελλάδα. Ποδόσφαιρο, είναι η Παναχαΐκή, ο ΟΦΗ, ο Άρης, ο Πανιώνιος, ο Ατρόμητος, οι Σέρρες, η Δόξα Δράμας κλπ. Συνεπώς τιμωρίες του τύπου: διακόπτουμε το πρωτάθλημα ποιόν βλάπτουν; Τι διορθώνουν; Έχουν εφαρμοστεί ξανά και ξανά και τίποτα δεν άλλαξε. Οι γενικευμένες τιμωρίες έχει αποδειχθεί ότι δεν προσφέρουν κάτι. Οι τιμωρίες πρέπει να είναι στοχευμένες και κυρίως όχι εξοντωτικές. Καλύτερα τα τεράστια πρόστιμα παρά οι αφαιρέσεις βαθμών που αλλοιώνουν την εικόνα μιας πραγματικότητας. 

Το βιβλίο που έγραψα για το ποδόσφαιρο, «Κώστας Δαβουρλής, ο Πελέ της Ευρώπης» αφορά μια άλλη εποχή περισσότερο ρομαντική, αλλά πιο ωραία, τότε που οι Κυριακές αποτελούσαν γιορτή. Τότε όμως δεν υπήρχαν τα μεγάλα συμβόλαια και στις ομάδες έπαιζαν το πολύ δυό ξένοι. Τώρα παίζουν το πολύ δυο Ελληνες. Τότε απολάμβανε ο φίλαθλος τις ενέργειες ενός Δομάζου, ενός Δεληκάρη, Λουκανίδη, Παπαϊωάννου, Χατζηπαναγή, Κούδα κ.λπ. Για να επιτευχθεί η κάθαρση χρειάζεται ανθρώπους αποφασισμένους με στέρεα ηθική οι οποίοι να πάρουν μέτρα και αποφάσεις όχι έν θερμώ – ύστερα από επεισόδια ή καυτές αγωνιστικές – αλλά ύστερα από πολύμηνο σχεδιασμό. Να είστε σίγουροι ότι αν υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος.


 Γιώργος Πολ. Παπαδακης

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ – ΤΟ ΚΑΛΠΙΚΟ ΖΥΓΙ – ΑΓΡΑ

 ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ – ΤΟ ΚΑΛΠΙΚΟ ΖΥΓΙ – ΑΓΡΑ

Αν η «Κρύπτη των Καπουτσίνων» και το «Hotel Savoy» θεωρούνται τα αριστουργήματα του Ροτ τι να πει κανείς για το «Κάλπικο Ζύγι»; Είναι το ωραιότερο βιβλίο αυτού του συγγραφέα που διαβάσαμε, γραμμένο το 1934. Στο «Κάλπικο ζύγι» ο Ροτ κρατά τα πλεονεκτήματα των προηγούμενων βιβλίων του, συν το γεγονός της πιο γοργής ανάπτυξης της ιστορίας, της πλοκής και των συναισθημάτων που γεννιώνται μέσα από το ξεδίπλωμα των χαρακτήρων. Σε γενικές γραμμές είναι ένα μυθιστόρημα που θα θέλξει τον αναγνώστη όχι μέσα από την μονοδιάστατη – πλην αριστουργηματική – χαλκογραφία της Αυστρουγγρικής πραγματικότητας της εποχής, αλλά από την ίδια την ιστορία. Ο επιθεωρητής Άιμπενσυτς είναι η τραγική φιγούρα καθώς και ο βασικός πόλος του μυθιστορήματος. Καταδικασμένος να ζει με μια γυναίκα που είναι έγκυος από άλλον, βιώνει μια πεζή και μονότονη καθημερινότητα ψάχνοντας για κάλπικα ζύγια, μέτρα και σταθμά. Ο έρωτας του για μια γυναίκα (Ευφημία) θα τον οδηγήσει σταδιακά στο πιοτό και την καταστροφή. Ο εγκληματίας Γιαντλόφκερ είναι το αντίπαλο δέος του επιθεωρητή. Ο ρόλος του «κακού» δικαιωματικά του ανήκει. Ένας κακός όμως γοητευτικός μέσα από την διπροσωπία του ως ένας άλλος Ιανός. Τελικά όμως όταν νοιώθει ότι προδίδεται μεταμορφώνεται ολοκληρωτικά σε αυτό που πραγματικά είναι: ένας δολοφόνος. Ερωτικός αντίζηλος και εχθρός του Άιμπενσυτς θα κλειστεί δυο χρόνια στη φυλακή, όπου προσεκτικά θα σχεδιάσει την εκδίκησή του. Ο Ροτ κατασκευάζει ένα ντοστογιεφσκικό σύμπαν, χωρίς ίχνος φλυαρίας με ποιητικές εικόνες, συμπυκνωμένο βηματισμό και με λιγότερες εστιάσεις σε πολιτικοκοινωνικά συμβάντα της εποχής σε σχέση με τα άλλα βιβλία του. Οι γυναίκες στο βιβλίο του Ροτ συμπληρώνουν τις ανδρικές φιγούρες με καταλυτικό όμως τρόπο σε ό,τι αφορά την εξέλιξή τους. «Ανεβάζουν και κατεβάζουν» με την ίδια ευκολία που ο επιθεωρητής Άιμπενσυτς κατεβάζει το πιοτό στο καπηλειό του Γιαντλόφκερ. Το καπηλειό του Γιαντλόφκερ συμβολίζει το καθαρτήριο για πάσης φύσεως χαρακτήρες. Από τον βαριεστημένο επιθεωρητή μέχρι τους λιποτάκτες ρώσους φυγάδες και τους νυσταγμένους ντόπιους θαμώνες. Υπό μια άλλη οπτική το  μυθιστόρημα ανοίγει μια διαφορετική διάσταση σε ό,τι αφορά την καταπάτηση των βιβλικών «δέκα εντολών» μέσα από μια αλληγορία στην οποία ο άνθρωπος – ακόμα και ο πιο απλός – μπορεί να βρεθεί ένοχος για κάτι.
Μτφρ: Όλγα Παπασαράντου
«Αχ κακό που με βρήκε! Άρχισε να ωρύεται μάταια η γριά, με μια βραχνή φωνή που θύμισε τερέτισμα, κρώξιμο, κακάρισμα. Να  χαρείτε μη με γράψετε! Εκλιπαρούσε τον επιθεωρητή κουνώντας πέρα δώθε τα χέρια, τραβώντας την καστανή περούκα που σκέπαζε τα γκρίζα μαλλιά της, πετώντας τις κοκκαλιάρικες κότες της, τη φτωχική της πραμάτεια,  στη μέση του δρόμου, μες τις λάσπες. Κλέφτες, ληστές, φονιάδες! Ούρλιαζε. Πάρτε τα μου όλα, μη μου αφήσετε τίποτα! Πάρτε μου τη ζωή! Μεμιάς οι στριγκλιές έδωσαν τη θέση τους  σε σπαραξικάρδια αναφιλητά.  Μα όχι μόνο δεν φάνηκε να ξεθυμαίνει, παρά έμοιαζε να κυριεύεται  από ακόμα μεγαλύτερη μανία. Πράγματι, ενώ τα δάκρυα ξεχύνονταν σαν χείμαρρος από τα κατακόκκινα μάτια της και πλημμύριζαν τα αποστεωμένa της μάγουλα, η γριά συνέχισε να εκσφενδονίζει ότι έπιανε στα χέρια της – ένα ποτήρι τσαγιού, το κουτάλι, το σαμοβάρι».




Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

ΣΤΗ ΣΟΦΡΩΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ - Φρ. Κάφκα, ΚΙΧΛΗ


ΣΤΗ ΣΟΦΡΩΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ – ΚΑΦΚΑ – 1919

Ένα εξαιρετικό διήγημα του Κάφκα, γραμμένο την ίδια περίπου εποχή με τη «Δίκη» (1914) στις απαρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. (κυκλοφόρησε τελικά τον Οκτώβριο του 1919). Η κεντρική ιδέα πάντα η ίδια. Ο άνθρωπος που βρίσκεται ανήμπορος μπροστά τα πλοκάμια της εξουσίας, της όποια εξουσίας, είτε γραφειοκρατικής, είτε στρατιωτικής. Ένας στρατιώτης καταδικάζεται σε θάνατο «δι ασήμαντον αφορμή». Η εκτέλεση του θα γίνει από ένα παράξενο μηχάνημα. Επίσης υπάρχει ένας στρατιώτης εκτελεστής, ένας αξιωματικός που συντονίζει την διαδικασία και ο βασικός ήρωας, ένας ταξιδιώτης που καλείται να σταθεί θεατής στην εκτέλεση. Ο τόπος εκτέλεσης είναι μια γαλλική σωφρονιστική αποικία.
Ο κατάδικος κλασικό καφκικό πρότυπο. Ο άνθρωπος ρομπότ που υποτάσσεται στη μοίρα του χωρίς καμία προσπάθεια αντίστασης απέναντι στην φριχτή μοίρα που τον περιμένει. Στο πρόσωπο του αξιωματικού αντανακλάται όλη η απανθρωπιά της νέας τεχνολογικής εποχής, όχι με την έννοια μιας κακίας, αλλά με μια χειρότερη. Την αδιαφορία και την έλλειψη κάθε ηθικού συναισθήματος. Ανταλλάσσει απόψεις με τον ταξιδιώτη σε ότι αφορά την εκτέλεση, λες και πρόκειται, όχι για άνθρωπο αλλά για κάποιο ζώο που οδηγείται στη σφαγή. Ο ταξιδιώτης μπορεί να διαφωνεί με την φύση του εγκλήματος που πρόκειται να έρθει σε πέρας, αλλά με τον τρόπο του, της παθητικής αντίστασης γίνεται κι εκείνος συνένοχος σε αυτό.

Η αλληγορία του διηγήματος είναι συγκλονιστική. Ο εκδότης Κουρτ Βόλφ του γράφει το 1918: «Θέλω να σας προτείνω να εκδώσουμε αυτό το αφήγημα. Το οποίο αγαπώ ιδιαιτέρως, αν και η αγάπη μου είναι ανάμεικτη με κάποια φρίκη και τρόμο για τον βαθμό θηριωδίας του φρικαλέου περιεχόμενού του…»

Ο κυνισμός στην περιγραφή κατά την εκτύλιξη της υπόθεσης αντανακλά τον σύγχρονο τρόπο σκέψης των ανθρώπων της εποχής εκείνης, των ευρωπαίων που επιθυμούν σφόδρα τον Μεγάλο Πόλεμο στην αυγή της νέας τεχνολογικής εποχής.  Μέσα σε αυτό το αδηφάγο σύστημα που γιγαντώνεται ο Κάφκα αποδεικνύεται προφητικός. Εκτός από τους πρωταγωνιστές, συνυπεύθυνοι είναι και ο αμέτοχοι, οι αδρανείς, οι φοβισμένοι εκείνοι που παρακολουθούν χωρίς να  προσπαθούν να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο. (Ο ταξιδιώτης εν προκειμένω στο αφήγημα).

Μτφρ: Βασίλης Τσάλης


«Ο ταξιδιώτης σκέφτηκε: Η εμπλοκή σε ξένες υποθέσεις δημιουργεί πάντοτε προβλήματα. Δεν ήταν πολίτης της σωφρονιστικής αποικίας, αλλά ούτε καν πολίτης  του κράτους στο οποίο αυτή ανήκε. Αν επιχειρούσε να ασκήσει κριτική ή και να υπονομεύσει τις διαδικασίες εκτέλεσης των ποινών, θα μπορούσε κάποιος να του πει: «Είσαι ξένος μην ανακατεύεσαι». Και δεν θα είχε τίποτα να αντιτάξει, παρά μόνο να προσθέσει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αναμειχθεί ,καθώς σκοπός του ταξιδιού ήταν να μελετήσει και όχι να αλλάξει τις διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης ξένων κρατών».





Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει

Gabriel Garcia Marquez – Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει – Λιβάνης


Το πλέον διάσημο έργο του Μάρκες (μαζί με το «100 χρόνια μοναξιάς») γράφτηκε το 1956 στο Παρίσι και είναι το πιο αγαπημένο του συγγραφέα. Η θεματολογία του είναι απλή: Ένας παλαίμαχος συνταγματάρχης περιμένει τη σύνταξη του που δεν έρχεται ποτέ. Ο άνθρωπος αυτός ζούσε μέσα στη φτώχεια και στα δάνεια μαζί με την γυναίκα του. Ο γιος του έχει σκοτωθεί σε αγώνα κοκορομαχίας και ο δυστυχής πατέρας κληρονομεί έναν πετεινό. Ο πετεινός αυτός θεωρεί ότι είναι η μόνη τους ελπίδα. Στην αρχή προσπαθούν να τον πουλήσουν κι όταν το ποσό που τους δίνεται δεν τους ικανοποιεί σκέφτεται να τον βάλει στους αγώνες, γιατί στην πραγματικότητα δεν επιθυμεί να τον πουλήσει. Ο χρόνος περνάει και η κατάσταση διαβίωσης του στρατιωτικού και της γυναίκας του χειροτερεύει.

Ο συγγραφέας εκτός από το αίσθημα της συγκίνησης, σε ένα έργο δραματικό, με την πενία να αποτελεί την κυρίαρχη κατάσταση, προσεγγίζει  και άλλα θέματα όπως:

α) Η αδράνεια: Ο συνταγματάρχης αφήνει να περνούν τα χρόνια, ενώ βλέπει ότι η σύνταξη δεν έρχεται. Δεν αποφασίζει να κάνει κάτι και να πάρει τη ζωή στα χέρια του.

Μτφρ: Κλαίτη Σωτηριάδου

«…Τόσο καιρό που σου λέω να αλλάξεις δικηγόρο θα είχαμε προλάβει να ξοδέψουμε τα λεφτά, είπε η γυναίκα, καθώς έδινε στον άντρα της το απόκομμα της εφημερίδας. Δεν κερδίζουμε τίποτα αν μας τα βάλουν μες στην κάσα μας  για τον άλλο κόσμο, όπως κάνουν οι ιθαγενείς».

β) Η μοιρολατρία: απόρροια μιας εγγενούς αξιοπρέπειας. Ο συνταγματάρχης θεωρεί ότι δεν πρέπει να παρακαλέσει κανέναν. Το κράτος του οφείλει.

«…Πεθαίνει από διαβήτη, είπε ο συνταγματάρχης. Κι εσύ πεθαίνεις από την πείνα είπε η γυναίκα. Για να πειστείς πως η αξιοπρέπεια δεν τρώγεται». …Ο συνταγματάρχης χαμογέλασε. «Na τι παθαίνεις για να μην κρατάς τη γλώσσα σου, είπε. Εγώ πάντα σου το ’λεγα ότι ο Θεός είναι με το μέρος μου. »

Ο Μάρκες δημιουργώντας μια απλή ιστορία κατορθώνει μέσα από την αναμονή να γεμίσει τον αναγνώστη με συναισθήματα αλλά και να αφήσει μια μικρή ελπίδα να εξυφαίνεται. Με μικρά άλματα στην πλοκή ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα αύριο ίδιο με το χθες και το σήμερα. Ο συνταγματάρχης «ζει την ίδια μέρα» για μήνες και χρόνια, κανείς δεν μπορεί να τον καταλάβει, αλλά κι ο ίδιος αδυνατεί να συνειδητοποιήσει πλήρως την τραγικότητα της κατάστασης που έχει περιέλθει.  

γππ


Βιογρ: Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (ισπ. Gabriel José García Márquez, 6 Μαρτίου 1927 – 17 Απριλίου 2014) ήταν σπουδαίος Κολομβιανός συγγραφέας, βραβευμένος με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος του «μαγικού ρεαλισμού» και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1927 στο χωριό Αρακατάκα, Διαμέρισμα Μαγδαλένα, Κολομβία. Το 1947 ξεκίνησε να σπουδάζει Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογοτά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε σε εφημερίδα το πρώτο του διήγημα, «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρθαγένη της Ινδίας των Δυτικών Ινδιών και ασχολήθηκε με τη
δημοσιογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά. Πρωτοεμφανίστηκε το 1947 και το 1967 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς», το οποίο τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας, καθώς αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές και του χάρισε μεγάλη δημοσιότητα. Το 1982 του δόθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στις 17 Απριλίου 2014, σε ηλικία 87 ετών στο Μεξικό όπου είχε εγκατασταθεί το 1961. Κατά καιρούς διέμενε και στην Καρθαγένη της Κολομβίας, στην Βαρκελώνη της Ισπανίας και στην Αβάνα.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Ο ΠΑΛΑΙΟΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ ΜΕΝΤΕΛ - STEFAN ZWEIG - ΑΓΡΑ

Ο ΠΑΛΑΙΟΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ ΜΕΝΤΕΛ

Ακόμη ένας υπέροχος Στέφαν Τσβάιχ. Ο λογοτέχνης αυτός επέτυχε το ιδεώδες. Να είναι ταυτόχρονα ποιοτικός και εμπορικός μέχρι τις μέρες μας. Το 2013, 160 διαφορετικοί εκδοτικοί οίκοι είχαν εκδώσει βιβλία του. Ο Τσβάιχ εξακολουθεί  να πουλάει σε πείσμα των «ψευτοκουλτουριάριδων» οπαδών των δυσνόητων συγγραφέων που πιστεύουν ότι η «σπουδαία» λογοτεχνία είναι για λίγους και οτιδήποτε εμπορικό ανήκει στην «παραλογοτεχνία». Ο Τσβάιχ είχε πλούσια φαντασία, διεισδυτική γραφή με γοργό ρυθμό ανάπτυξης που δεν κούραζε, ενώ η θεματική του ήταν βαθιά ανθρώπινη και κοινωνική. Ταυτόχρονα μπορούσε να αναδείξει πειστικά τους ψυχισμούς των ηρώων του και να προβάλλει τις βαθύτερες και σκοτεινότερες πτυχές του χαρακτήρα τους. Ευτυχώς για τους πολλούς, εξύψωσε το επίπεδο του μέσου αναγνώστη μέσα από μιαν εύληπτη μεν αλλά καθόλου απλοϊκή γλώσσα.

Ο «Παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ», είναι μια νουβέλα γραμμένη το 1929 που καταδεικνύει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο τις τραγικές επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει ένας πόλεμος, όχι μόνο απώλειες ζωών και μείωση βιοτικού επιπέδου αλλά και την ηθική και πολιτισμική κατάπτωση.  Ο Μέντελ  είναι ένας Εβραίος από τη Γαλικία ο οποίος είναι «τέρας» μόρφωσης αλλά και απομνημόνευσης. Ο άνθρωπος αυτός αναζητά την ηρεμία του μέσα από την ανάγνωση βιβλίων σε ένα καφενείο με όνομα «Γκλουκ». Επίσης εκεί διεκπεραιώνει όλες τις σχετικές με βιβλία συναλλαγές του. Ο Μέντελ συνεχίζει απρόσκοπτα αυτό που τον ενδιαφέρει, παρ’ όλο που έχει ήδη ξεκινήσει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος. Κι όμως, κατηγορείται για συναλλαγές με χώρες που είναι εχθροί του αυστριακού καθεστώτος, - παρόλο που αυτές αφορούν βιβλία – και στέλνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το παράλογο σε όλο του το μεγαλείο. Ύστερα ο Μέντελ εξαφανίζεται από το καφενείο και ο αφηγητής ψάχνει να βρει τι του συνέβη. Αν ο Τσβάιχ είχε αποφασίσει να γράψει ένα μεγαλύτερο έργο και ενέπλεκε στη συνέχεια και τον Μέντελ, τάχα να προσπαθεί να βρει το δίκιο του θα μιλάγαμε για «καφκική» ανάπτυξη στη νουβέλα. Ο συγγραφέας όμως επιτυγχάνει το σκοπό του έτσι κι αλλιώς: η μόρφωση και η παιδεία αλλά και κάθε έννοια πολιτισμού ισοπεδώνονται από το χέρι της μοίρας, κι  ο άνθρωπος γίνεται υποχείριό της. Κι αν υπάρχει ένα ποσοστό όπου το ανθρώπινο χέρι μπορεί να επηρεάσει το πεπρωμένο του σίγουρα ο Μέντελ δεν ήταν αυτός που θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Ο Τσβάιχ στο πρόσωπο του Μέντελ προβάλλει ένα μέρος του εαυτού του. Ένας κατεξοχήν άνθρωπος του βιβλίου και του πνεύματος όπως αυτός, αυτοκτόνησε το 1942 στη Βραζιλία κατά την διάρκεια του πολέμου. Ο ευαίσθητος ψυχισμός του δεν μπόρεσε να αντέξει το δυσοίωνο μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της.

Μτφρ: Μαρία Τόπαλη

«Τι ψυχικό τρόμο θα πρέπει να δοκίμασε ο Γιάκομπ Μέντελ σε τούτα τα δυο χρόνια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, δίχως βιβλία, δίχως τα αγαπημένα του βιβλία, δίχως χρήματα, με συντροφιά τους αδιάφορους, τους άξεστους, τους συνήθως αναλφάβητους αυτής της τεράστιας ανθρώπινης κόπρου, τι οδύνες θα πέρασε αποκομμένος από τον ανώτερο και μοναδικό του κόσμο των βιβλίων, σαν τον αετό που του ψαλίδισαν τις φτερούγες και τον έβγαλαν απ’ το αιθέριο στοιχείο του…»

Βιογρ. Wiki
Ο Στέφαν Τσβάιχ (Stefan Zweig, Βιέννη, 28 Νοεμβρίου 1881 – Πετρόπολις Βραζιλίας, 23 Φεβρουαρίου 1942) ήταν Αυστριακός συγγραφέας, δημοσιογράφος και βιογράφος. Στον κολοφώνα της λογοτεχνικής του καριέρας στις δεκαετίες 1920 και 1930, ήταν ένας από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς στον κόσμo. Είχε πει ο Τόμας Μαν για εκείνον: «...Η λογοτεχνική του δόξα έφτανε ως την τελευταία γωνιά της Γης - ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο σε σχέση με την περιορισμένη δημοτικότητα που απολαμβάνει κατά τα άλλα η γερμανική λογοτεχνία συγκριτικά με την αγγλική και τη γαλλική. Ίσως από την εποχή του Έρασμου [...] να μην υπήρξε κανένας συγγραφέας τόσο διάσημος όσο ο Στέφαν Τσβάιχ».


Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

ΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ - JOSEPH ROTH - ΡΟΕΣ


ΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ - JOSEPH ROTH - ΡΟΕΣ

Ακόμα ένα έργο του Ροτ που ναι μεν αφορά τη συγκεκριμένη περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και του μεσοπολέμου αλλά εμπεριέχει και διαχρονικά μηνύματα που αντανακλούν σε κάθε εποχή. Ο Πάουλ Μπερνχάιμ γιος τραπεζίτη, ο Τέοντορ Μπερνχάιμ αντισημίτης και ο Νικολάι Μπραντάις Ρωσοεβραίος και φιλόδοξος είναι τα πρόσωπα εκείνα με τα τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά αλλά με ένα κοινό όραμα, την επιτυχία και την απόκτηση πλούτου. Ο συγγραφέας είπε για το έργο του αυτό ότι «αρνείται την ύπαρξη χαρακτήρων». Πράγματι το βιβλίο είναι μια σπουδή στον οπορτουνισμό, την έλλειψη ηθικών αρχών και το χαμαιλεοντισμό. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και για τους τρεις ήρωες του μυθιστορήματος.

Μτφρ: Πελαγία Τσινάρη

«…Τον συναντούσες σε τράπεζες, σε αίθουσες αναμονής διευθυντικών γραφείων, στο χρηματιστήριο, στα καφέ του εμπορικού τετραγώνου. Ήταν γνωστό επίσης ότι έμενε σε μια μικρή πανσιόν στο δυτικό τμήμα της πόλης, όπου όμως δεν γευμάτιζε. Καμιά φορά τον έβλεπαν αργά το βράδυ σε μια από τις κλειστές χαρτοπαικτικές λέσχες. Καθόταν σε μια γωνιά, έπινε πλήρωνε και έφευγε. Τα καπηλειά είχαν κλείσει εκείνη την ώρα, ο Μπραντάις έβλεπε τις λέσχες απλώς ως υποκατάστατα αυτών. Δεν ανταποκρινόταν σε προκλήσεις. Μετακινούνταν πάντα πεζός. Από όλους τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόταν ήταν ο μόνος που δεν διέθετε αμάξι, αλλά και ο μόνος που δεν φαινόταν να βιάζεται. Τον έβλεπες να κατεβαίνει το δρόμο αγέρωχα, αργά,  προκλητικά αργά, με ένα μπαστούνι με μεταλλική μύτη στραμμένο προς τον ουρανό, σαν όπλο περασμένο στον ώμο, το χέρι με τη λαβή του μπαστουνιού κρυμμένο στην τσέπη, το καπέλο με το στενό μπορ χαμηλά πάνω απ’ τα μάτια. Έτσι έμοιαζε έτοιμος για όλα, κι η σιγουριά του ήταν η σιγουριά ενός ανθρώπου που βαδίζει στην κορυφή μιας μεγάλης ακολουθίας».

Η έκπτωση των ηθικών αξιών και η ευελιξία μπορεί πράγματι να οδηγήσει κάποιον στην κατοχή αξιωμάτων και πλούτου αλλά του στεγνώνει την ψυχή. Η ματαιοδοξία εμπεριέχει τον σπόρο της ηθικής και προσωπικής εκβαράθρωσης και οδηγεί τον άνθρωπο στην απομόνωση και την εσωτερική μοναξιά. Η οικουμενικότητα των μηνυμάτων του Ροτ είναι φανερή, χαρακτήρες σαν τον Πάουλ, τον Τέοντορ και τον Νικολάι, «ευδοκιμούν» σε κάθε εποχή.

Τα δυο αδέλφια αλληλομισούνται και προοδεύουν μέσα από ζωές κούφιες μέσω του Μπραντάις. Ο ένας γίνεται διευθυντής εταιρίας και ο άλλος επιτυγχάνει σα δημοσιογράφος ενώ είναι ακροδεξιός. Ο ίδιος ο Μπραντάις αναρριχάται σε μια σαθρή κοινωνία που δεν εκτιμά, προσαρμοζόμενος στο καθαρά ωφελιμιστικό της μέρος. Ο Ροτ με το γνωστό του στυλ δημιουργεί ένα μυθιστόρημα ηρώων «χωρίς χαρακτήρες» με την έννοια  των ξεχωριστών προσωπικοτήτων. Μέσα όμως από τους ήρωές του ο Ροτ αντανακλά και την δική του οπτική, παρουσιάζοντας την ηθική κατάπτωση που προκύπτει ως απόρροια της δικής του εκτίμησης για τη μοναρχία: «Τώρα που δεν υπάρχει Φραγκίσκος Ιωσήφ, τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο». Ο συγγραφέας, μάστορας της ανάπτυξης της κοινωνικής ζωής και των ανθρώπων της εποχής του,  παρουσιάζει τον αστό του 20ου αιώνα. Ο «νέος άνθρωπος» δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς αλλά ούτε και φραγμούς προκειμένου να επιτύχει τα όποια ιδανικά του.
Το βιβλίο αξίζει να το διαβάσει κάποιος γιατί είναι Ροτ,  δεν φτάνει όμως το ύψος ούτε του «Εμβατηρίου Ραντέσκυ», ούτε της «Κρύπτης των καπουτσίνων».




Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

ΦΑΛΑΙΝΑ - PAUL GADENNE



ΦΑΛΑΙΝΑ - PAUL GADENNE - ΑΓΡΑ

Όπως και ο Χέλμαν Μέλβιλ έτσι και ο Gadenne χρησιμοποιεί μια φάλαινα σαν αφορμή για  το ξεδίπλωμα των στοχασμών του πάνω στην φύση, τη ζωή και τον άνθρωπο. Η μόλις 40 σελίδων νουβέλα με τίτλο «Φάλαινα», εκδόσεις «Άγρα», (Baleine, φάλαινα χωρίς δόντια) είναι ένα μικρό αριστούργημα. Είναι αριστούργημα γιατί σε μικρό αριθμό σελίδων ο συγγραφέας συμπυκνώνει όλη την υπαρξιακή του αναζήτηση χρησιμοποιώντας εξαιρετικό ποιητικό ύφος με ουσιαστικό στοχαστικό υπόβαθρο. Η «θέση» του έργου είναι η περιπλάνηση στη ματαιότητα, μια οντολογική μελέτη και μέσω αυτής η ανάδειξη της ζωής σε υπέρτατο αγαθό.  Η μοναχική πορεία του Πιέρ και της Οντίλ σε μια απέραντη παραθαλάσσια αμμουδιά, τους οδηγεί κάποια στιγμή στην θέαση εντός του νεκρού κήτους, μιας φάλαινας φυσητήρα. Ο συγγραφέας μετουσιώνει τη νουβέλα σε λυρικό δοκίμιο μιας «μπαλάντας θανάτου» με αφορμή το νεκρό κήτος. Η συνάντηση αυτή συγκλονίζει και τους δύο και αναζωπυρώνει όλες τους τις ευαισθησίες και αγωνίες. Το μέγεθος ενός γιγάντιου πλάσματος που λίγο πριν έσφυζε από ζωή και δέσποζε στην ωκεανό δεν αποτελεί τώρα παρά ένα κουφάρι που αποσυντίθεται αργά και αποτελεί τη βάση για να δώσει ζωή σε άλλους οργανισμούς στο οικοσύστημα. Έχει σημασία λοιπόν και το ζώο που διάλεξε ο συγγραφέας όπως και ο τόπος. Διότι το μέγεθος δημιουργεί το ανάλογο δέος δοσμένο στο ιδεώδες χωρικό πλαίσιο: Απεραντοσύνη (νερό, αέρας, ξηρά, δέντρα). Δεν υπάρχει έμβιο ον που να μην παραδοθεί κάποια στιγμή στο χώμα. Η αδυναμία του ανθρώπου να συλλάβει τη θνητότητα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη μπροστά σε κάτι τόσο μεγάλο. Αναφέρει χαρακτηριστικά :«Νομίζαμε πως αυτό που βλέπαμε ήταν απλώς ένα κήτος μισοχωμένο την άμμο, ωστόσο αυτό που ατενίζαμε ήταν ένας νεκρός πλανήτης». Διότι το μέγεθος υποβάλλει και μεγεθύνει την έννοια του αναπόφευκτου. Είναι προφανές ότι διαφορετικά συναισθήματα κατακλύζουν τον άνθρωπο όταν αντικρίζει μια νεκρή φάλαινα σε σχέση με μια μύγα ή ένα ποντικό.

Μτφρ: Βάνα Χατζάκη

«Όλα αυτά αρκούσαν για να εξηγήσουν  τη θλίψη μας. Γιατί, ποια κραυγή θα μπορούσαμε εμείς να ξεστομίσουμε που θα ήταν στο ύψος αυτής της κραυγής; Ψάχναμε το δρόμο μας, ψηλαφιστά, ανάμεσα σε πέτρες που δεν είχαν πια τα ίχνη της ιστορίας, όπου τα χέρια μας δεν έβρισκαν από κάτω τους παρά την υπνωτική ηδύτητα των βρύων, την παγωνιά των υποθαλάσσιων φυτών. Στεκόμασταν  εκεί, οι δύο μας, μάρτυρες αδύναμοι και εφήμεροι, συντετριμμένοι ωστόσο από το μέγεθος  του αναστήματός μας. Ήταν μάταιο να ελπίζει κανείς ακόμη ότι θ’ ανακαλύψει, κάτω από τις ύποπτες αυτές κηλίδες, κάτω απ’ τις δυσδιάκριτες  εκείνες αποχρώσεις, έστω και το λείψανο μιας ιδέας. Το πιο ποταπό συναντούσε  εδώ το πιο ευγενικό εγχείρημα. Το πνεύμα έλιωνε και γινόταν νερό. Μια πελώρια, και μοναδική λάμψη κυοφορούνταν, μια μοναδική σιωπή – η σιωπή των πόλων».


Γιώργος Πολ. Παπαδάκης









Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού

  Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού Η διαμάχη για το ποιος είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών έχει μετατραπεί σε ένα απ...