ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

ΠΕΡΙ ΖΗΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΦΘΟΝΟΥ



ΠΕΡΙ ΖΗΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΦΘΟΝΟΥ

Δεν υπάρχει ανθρώπινη οντότητα που να μην έχει νοιώσει το αίσθημα της ζήλιας. Είναι κάτι που δεν μπορεί κάποιος να το ελέγξει, σε πρώτο επίπεδο ενδογενούς αντίδρασης διότι είναι ανακλαστική αίσθηση και συμβαίνει συνήθως όταν κάποιος επιτυγχάνει σε κάτι που οι άλλοι δεν έχουν κατορθώσει, ή έχει μια σημαντική (σε αρκετές περιπτώσεις και μικρή) επιτυχία. Αυτό που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι η συχνότητα που νοιώθει αυτό το αίσθημα καθώς και η διαβάθμιση.  Φυσικά υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζηλεύουν κάποιους άλλους, είτε γιατί τους αγαπούν πολύ και αληθινά, είτε γιατί οι ίδιοι έχουν φτάσει σε υψηλά επίπεδα επιτυχίας. Ακόμα κι αυτό όμως δεν είναι απόλυτο,  ότι ζήλια υπάρχει όταν ένα άτομο υστερεί σε κάτι έναντι του άλλου. Υπάρχουν περιπτώσεις που απλά δεν επιθυμεί να τον φτάσει ο άλλος σε επιτυχία (πλούτο, δόξα κλπ) ή θέλει να τον ξεπεράσει. Όπως έγραψε ο Μπ. Ράσσελ (1871-1970) : «Ο Ναπολέων φθονούσε τον Καίσαρα, ο Καίσαρας φθονούσε τον Μέγα Αλέξανδρο και ο Αλέξανδρος, τολμώ να πω, φθονούσε τον ανύπαρκτο Ηρακλή»,  


Υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά στις αντιδράσεις των ανθρώπων που ζηλεύουν, όπως:

1)      Αποφεύγει να ρωτήσει για τα επιτεύγματα του άλλου, ενώ μπορεί να μονοπωλεί τη συζήτηση με δικά του θέματα.
2)      Αποφεύγει να κοιτάξει στα μάτια τον άλλον και στρέφει αλλού του βλέμμα, όταν σε μια συζήτηση ο άλλος ανακοινώνει μια επιτυχία του.
3)      Όταν – σε καποιες περιπτώσεις -ακούει τις επιτυχίες του άλλου, προσπαθεί να αλλάξει συζήτηση γρήγορα και σχεδόν ποτέ δε σχολιάζει. Μερικές φορές, μπορεί να σχολιάσει υπερβολικά θετικά (με τρόπο προσποιητό), έτσι ώστε να καλύψει το μέγεθος της ζήλιας που νοιώθει.

Η ζήλια σε πολλές περιπτώσεις γίνεται φθόνος. Ο φθόνος όπως λέει ο Νίτσε, είναι απόκτημα κακίας, διότι είναι ένα βήμα περισσότερο από τη ζήλια. Ο φθονερός επιθυμεί το κακό του άλλου. Δεν του αρκεί που δεν μπορεί να αποκτήσει αυτά που έχει ο άλλος ή να πετύχει αυτά που ο άλλος έχει κατορθώσει. Δεν πρέπει να εμπλέκουμε τη ζήλια ή το φθόνο στην αντικειμενική κριτική κάποιων σε σχέση με θέματα που αφορούν το κοινωνικό γίγνεσθαι. Π.χ το να ασκήσει κριτική ένας χαμηλόμισθος (με πτυχίο πανεπιστημίου) στο κράτος σε σχέση με κάποιον άλλο εργαζόμενο που αμείβεται πολλαπλάσια ενώ έχει τα ίδια τυπικά προσόντα. Αυτή η κριτική εμπεριέχει το αίσθημα της αδικίας και όχι της ζήλιας σαν πρωτογενή παράγοντα αντίδρασης.

Ο ζηλιάρης ή ο φθονερός είναι άνθρωποι που δεν θα παραδεχθούν ποτέ ότι ζηλεύουν ή ότι επιθυμούν το κακό του άλλου. Στην καλύτερη περίπτωση, κάποιος θα πει: «Ε, ναι έχω ζηλέψει αλλά με την καλή έννοια. Με παρακίνησε η επιτυχία του Χ, για να επιτύχω κι εγώ το ίδιο, αλλά ποτέ δε θα ήθελα το κακό του». Αν προσβάλει κάποιος έναν άνθρωπο κατηγορώντας τον για ζήλια, η πλέον πιθανή αντίδραση του άλλου θα είναι: «Εγώ, να ζηλέψω; Να ζηλέψω ΕΓΩ αυτόν; Τι να ζηλέψω από αυτόν, που…» και θα συνεχίσει απαριθμώντας αρνητικά επιχειρήματα για να τεκμηριώσει το λόγο του.

Σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις ζήλιας το άτομο σωματοποιεί τα αρνητικά συναισθήματά του και νοιώθει πονοκέφαλο, ζαλάδα ή αρρωσταίνει. Ο φθόνος είναι αρρώστια. Η μάχη απέναντι στο φθόνο δεν είναι εύκολη πάντα. Είναι δύσκολο να μπορέσει ο άνθρωπος να δεχθεί τις επιτυχίες ή τα αποκτήματα κάποιου συνανθρώπου του, ειδικά αν τον θεωρεί κατώτερο του. Σε πολλές περιπτώσεις η ζήλια «φυτεύεται» με ασφάλεια από τους γονείς στα παιδιά μέσα στο σπίτι, όταν συγκρίνουν τις επιτυχίες των παιδιών τους με εκείνες των συμμαθητών τους. Ο ασφαλέστερος  τρόπος να αντιμετωπίσει κάποιος τη ζήλεια ή το φθόνο είναι η εστίαση στα θετικά που έχει κατακτήσει στη ζωή του και η συνεχής στοχοθεσία. Έτσι παραμένει προσηλωμένος στο δικό του μονοπάτι ζωής.


Ένας άνθρωπος πραγματικά φιλοσοφημένος, ασκημένος στην εμπειρία της ζωής δε ζηλεύει. Δε ζηλεύει, όχι μόνο διότι γνωρίζει πως είναι νόμος στη ζωή: «Ότι κάποιος κάπου κερδίζει και κάπου χάνει» - συνεπώς κι αυτοί που φέρονται ως κερδισμένοι έχουν υποστεί απώλειες σε άλλους τομείς που ο ίδιος δεν έχει - αλλά διότι έχει συνειδητοποιήσει τη ματαιότητα των αρνητικών συναισθημάτων που διαχέουν η ζήλια και ο φθόνος. Στην χειρότερη περίπτωση, αν δε χαίρεται με την επιτυχία των άλλων, απλά, αδιαφορεί και κοιτάζει μόνο πόσο μπορεί ο ίδιος να γίνει καλύτερος ή να βελτιωθεί σε σχέση με αυτό που είναι ήδη. Αυτοί οι άνθρωποι είναι λίγοι, είναι άνθρωποι με ποιότητα και υψηλή αρετή.

Ο φθόνος είναι το έλκος της ψυχής (Σωκράτης)

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

Σάββατο 19 Μαΐου 2018

ΤΟ ΨΩΝΙΟ


«ΤΟ ΨΩΝΙΟ»


Όσοι κομπάζουν για επιτυχίες τους και πάντα πιο πολλά επιθυμούν, χάνουν (αργότερα) την ευτυχία τους Θουκυδίδης



Συνήθως όταν χαρακτηρίζεται ένας άνθρωπος σαν «ψώνιο», η έννοια έχει τρεις καταγραφές.

1)      Η πλέον καλοπροαίρετη είναι όταν κάποιος παθιάζεται με κάτι. Π.χ «Αυτός έχει το ψώνιο του, τον μοντελισμό» ή «είναι μεγάλο ψώνιο με τα comics» ή «το ψώνιο που έχει ο Ψ με τη γυμναστική ξεπερνάει κάθε όριο».

2)      Το «ψώνιο», με τη έννοια του γραφικού. Είναι άνθρωποι ενασχολούμενοι με ένα αντικείμενο στο οποίο έχουν αποτύχει και θεωρούν οι ίδιοι ότι είναι σπουδαίοι ή ότι έχουν κατακτήσει σημαντικά πράγματα. Είναι ο άνθρωπος ο οποίος έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, αλλά στην πραγματικότητα έχει αποδειχθεί κατώτερος των περιστάσεων.

3)      Το «ψώνιο» με την έννοια του «καβαλημένου καλαμιού». Αυτοί οι άνθρωποι έχουν κατακτήσει χρήματα, δόξα ή σημαντικές θέσεις στον κοινωνικό βίο και έχουν χάσει κάθε αίσθηση ανθρωπιάς, ταπεινότητας και σεμνότητας. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η έπαρση και η αλαζονεία. Φυσικά πάντα γνωρίζουν πώς να αλλάζουν μάσκα ανάλογα με ποιον συναναστρέφονται. Το άτομο αυτό πιθανόν πάσχει από ναρκισσιστική διαταραχή της προσωπικότητας. Τα χαρακτηριστικά του όπως θα δούμε μπορούν να εκφραστούν ποικιλότροπα.


Ξεπερνώντας την πρώτη καταγραφή η οποία εμπεριέχει και το σπόρο της θετικότητας, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε το προφίλ των άλλων δυο περιπτώσεων.

Το ψώνιο με την έννοια του γραφικού, γίνεται εύκολα αντιληπτό. Μιλάει συχνά για τον εαυτό του και για τα «επιτεύγματά» του. Σουλατσάρει στις εκδηλώσεις ή στις συνεστιάσεις που γίνονται και οι άλλοι προσπαθούν να τον αποφύγουν με ψεύτικα χαμόγελα. Είναι κάποιος παλαιομοδίτης ποιητής ή ξεπεσμένος αριστοκράτης των βορείων προαστίων (αλλά χωρίς χρήματα). Μπορεί να είναι και ο/η συνάδελφος μας στη δουλειά που μιλάει συνέχεια για τον εαυτό του και παρουσιάζει ως σημαντικά τα ασήμαντα. Ο ίδιος δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται την προσπάθεια αποφυγής του από τους άλλους. Προσπαθεί να τους προσεγγίσει και να κερδίσει την εύνοια τους ή έστω μια καλή κουβέντα για «το έργο του». Χρησιμοποιεί εκφράσεις, όπως: «ο φίλος μου ο Χ», όταν πρόκειται για πρόσωπα «αναγνωρισμένα», ενώ δεν φαίνεται να απογοητεύεται ποτέ. Όταν κάποιος του μιλήσει ειλικρινά, για την ματαιότητα του να προσπαθεί και ότι σπαταλιέται άδικα, είτε τον αποκλείει, είτε επικαλείται το «βρώμικο σύστημα» ή το «άδικο κατεστημένο». Δεν αποκλείεται κάποτε να βρισκόταν στην επικαιρότητα και όταν έχασε τη λάμψη του να τον εγκατέλειψαν όλοι. Αν είναι γυναίκα και δη εμφανίσημη τα δεδομένα λίγο διαφοροποιούνται ως προς την αποφυγή, αλλά στην πραγματικότητα τα βαθύτερα συναισθήματα που προκαλεί είναι: αντιπάθεια και αποστροφή.

Το «ψώνιο» με την έννοια του καβαλημένου καλαμιού αποτελεί μια ενδιαφέρουσα για μελέτη προσωπικότητα. Μπορεί να είναι ένας πλούσιος επιχειρηματίας, ένας εκδότης, ένας βραβευμένος συγγραφέας, ή ένας ευπώλητος και διάσημος συγγραφέας, ένας ηθοποιός ή ένας τραγουδιστής, ένας μεγαλοδημοσιογράφος. Γενικότερα κάποιος που κατέχει μια θέση κοινωνική και αναγνωρίσιμη.  Αν και τα παραπάνω παραδείγματα έχουν διαφορές μεταξύ τους στην εξωτερίκευση της έπαρσης, υπάρχουν ωστόσο σημάδια κοινά, όπως:


α)  Είναι καχύποπτος στις προσεγγίσεις από αγνώστους. Είναι συνοφρυωμένος ή φοράει ένα ψεύτικο χαμόγελο και όταν αυτός που τον πλησιάσει «δεν του κάνει» βρίσκει ένα πρόσχημα για αποφυγή. Δεν έχει χρόνο για χάσιμο. Η ζωή του είναι πολύτιμη για να την αναλίσκει σε άχρηστες συστάσεις ή συζητήσεις. Έχει τον μόνιμο φόβο ότι αυτός που θα τον πλησιάσει «κάτι θέλει να πάρει» και ότι οι γαλιφιές και οι εκφράσεις θαυμασμού αποσκοπούν κάπου. [Σε αυτό πολλές φορές έχει δίκιο].

β) Τονίζει την σπουδαιότητα των επιτευγμάτων του, συνήθως μέσα από «κακουχίες και δύσκολες συνθήκες». Αυτή η εκμυστήρευση όμως γίνεται μόνο σε στενό κύκλο «φίλων» και κατόπιν πιέσεων μιας και «δεν μιλάει για τον εαυτό του». Παίζει με επιτυχία θέατρο. Παριστάνει τον ταπεινό, ενώ μέσα του κρύβει ένα τέρας αλαζονείας.

γ) Αρέσκεται στη μείωση των «ανταγωνιστών», είτε επιχειρηματιών, είτε συγγραφέων, είτε δημοσιογράφων κλπ. Μείωση με καυστικά σχόλια για την προσωπική τους ζωή αλλά και για τον «δόλιο τρόπο με τον οποίο ανελίχθηκαν». Ο ίδιος αποτελεί πάντα πρότυπο «ήθους» και ακεραιότητας.

δ) Αρέσκεται σε παρέες με αναλόγου ύφους συνδαιτυμόνες ή «κατέχοντες καίρια θέση» και αναλίσκεται σε θυμοσοφίες ή σε στοχαστικές διατυπώσεις και γίνεται θαυμαστός για το «εσωτερικό του βάθος». Αυτά όμως τα στοιχεία αποτελούν προκάλυμμα για να κερδίσει το θαυμασμό της ομήγυρης των θαυμαστών.  Μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος φιλάνθρωπος (και να βάζει άλλους να το διατυμπανίζουν), ή σπουδαίος συγγραφέας (η ευαισθησία και η λεπτότητα των θεμάτων που καταπιάνεται να μην έχει ουδεμία σχέση με το χαρακτήρα του). Μπορεί να είναι σκοτεινός αλλά και κακός άνθρωπος.

ε) Αν κατέχει καίρια θέση θα αρχίσει τις εξυπηρετήσεις σε «αυτούς που έχει ανάγκη» και θα κάνει ότι δεν ξέρει τους μέχρι πρότινος φίλους του. Γενικότερα προσπαθεί  να εξυπηρετήσει, όσο το δυνατόν περισσότερους – όχι από ανιδιοτέλεια και αγνό σκοπό – αλλά για να αυξήσει όσο το δυνατόν την αυλή του και τους «υποτακτικούς» του.

στ) Αν δεχθεί παρατήρηση ότι δεν απαντάει στο τηλέφωνο, σε προσκλήσεις, σε επιστολές, σε αποστολές βιβλίων (φυσικά θα ανταποκριθεί σε οτιδήποτε θεωρεί ότι τον εξυπηρετεί) κλπ. η απάντηση θα εκστομιστεί με ύφος ταπεινό και  απολογητικό: «Δεν έχω καθόλου χρόνο, δε μου μένει χρόνος ούτε για να πάω στην τουαλέτα…». Φυσικά αναρτά post στα κοινωνικά δίκτυα αντλώντας εκατοντάδες like, και θετικά σχόλια από τον «όχλο» αλλά ποτέ δεν απαντά, διότι «δεν έχει χρόνο». Επιθυμεί να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής.

ζ) Αν είναι πλούσιος η κουβέντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα οδηγηθεί στα αποκτήματα του και την περιουσία του. Το πόσα σπίτια βρίσκονται στην κατοχή του, πόσα ακίνητα έχει παραχωρήσει στα παιδιά του, σε ποια εστιατόρια ή στέκια συχνάζει τις τεράστιες και συνεχείς επιτυχίες του στο άλλο φύλο κλπ. Η λίστα δεν έχει τελειωμό.


Το ενδιαφέρον σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι ότι το «ψώνιο» με την οποιαδήποτε ιδιότητα δεν έχει ενσυναίσθηση της κατάστασής του. Θεωρεί, ότι οι άλλοι ζηλεύουν την επιτυχία του και τον επιβουλεύονται για «όλα αυτά που έχει πετύχει». Οποιαδήποτε παρατήρηση ή μομφή από κοντινό του πρόσωπο θεωρείται απαράδεκτη και απορριπτέα. Συνήθως κάτω από τη μάσκα της επιτυχίας, της δόξας και των χρημάτων κρύβεται μια διαταραγμένη προσωπικότητα, συνήθως ναρκισσιστικού, ενίοτε και οιστριονικού τύπου.



Όποιος προσπαθεί να φαίνεται κάτι, διαβεβαιώνει τον άλλον ότι είναι ασήμαντος Λάβατερ

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

ΛΑΞΕΥΤΗΣ ΤΟΠΙΩΝ - ΜΠ. ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ (ποίηση Γιώργου Πολ. Παπαδάκη)



                 ΛΑΞΕΥΤΗΣ ΤΟΠΙΩΝ

Εξαιρετικά πεζόμορφα ποιήματα, γεμάτα φιλοσοφία και ευαισθησία

  Πολυσχιδής ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, το συγγραφικό του έργο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα: ποίηση, πεζογραφία, δοκίμια-μελέτες, θέατρο-παραμύθι και… κόμικς , κάτι καθόλου συνηθισμένο. Έχουμε γράψει για εννέα βιβλία του, και συγκεκριμένα: «Οι δρόμοι του φανταστικού», «Ακατονόμαστες εξομολογήσεις», «Ματωμένος έρωτας», «Μου είπαν… Συνεντεύξεις με 64 προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης», «Προσεγγίσεις στον ευρωπαϊκό πολιτισμό», «Νέα ατραπός» «Κώστας Δαβουρλής, ο Πελέ της Ευρώπης», «Ο Μανόλης Πρατικάκης στο φως της διαλεκτικής» και το συλλογικό «Οι ήρωες του Στέλιου Ανεμοδουρά».  Σειρά έχει σήμερα η ποιητική του συλλογή «Λαξευτής τοπίων». 
  Τα ποιήματα του Παπαδάκη είναι όλα τους πεζόμορφα, και κανένα τους δεν υπερβαίνει τη μισή σελίδα. Το γεγονός ακριβώς ότι είναι όλα τους πεζόμορφα με οδήγησε στην εξής συνειδητοποίηση: η πεζομορφία είναι η ακραία συνέπεια της σύγχρονης ποίησης. Ο στίχος με το μέτρο, την ομοιοκαταληξία και τα στιχουργικά σχήματα είναι χαρακτηριστικό της παραδοσιακής ποίησης. Ο «ελεύθερος» στίχος της σύγχρονης ποίησης, χωρίς μέτρο και ομοιοκαταληξία (εμφιλοχωρεί κάποιες φορές ασυνείδητα ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, αλλά και άλλα μέτρα) αποτελεί κατάλοιπο της παραδοσιακής, κάτι σαν ποιητική σκωληκοειδή απόφυση. Η πεζομορφία τελικά είναι η ακραία συνέπεια της σύγχρονης ποίησης. Ο Μανόλης Πρατικάκης για παράδειγμα καταφεύγει όλο και συχνότερα σ’ αυτήν.
  Η πυκνότητα, η τολμηρή εικονοποιία, η πρωτότυπη μεταφορά και ο συμβολισμός, συχνά ο νεολογισμός, αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ποίησης. Κάποιες φορές αφηγηματική, πολύ συχνότερα όμως ενδοσκοπική, εξομολογητική και «δοκιμιακή», και αρκετά συχνά επίσης διακειμενική, αποτελεί την ηφαιστειακή λάβα της ποιητικής έκρηξης. Είναι προϊόν κυρίως αιφνίδιας έμπνευσης και όχι μιας προγραμματικής ενασχόλησης, όπως συμβαίνει με την πεζογραφία.
  Θα μείνουμε στο τελευταίο, τον διακειμενικό της χαρακτήρα, που είναι ιδιαίτερα έντονος στα ποιήματα αυτά του Παπαδάκη. Όμως δεν περιφρονεί τον μη επαρκή αναγνώστη ούτε κολακεύει τον επαρκή με το να τον αφήσει να ανακαλύψει μόνος του τα διακείμενα. Σε κάθε διακειμενική αναφορά παραθέτει και παραπομπή, και όλες μαζί βρίσκονται στο τέλος της συλλογής. Το ίδιο κάνει και ο Τάσος Γουδέλης, στην πεζογραφία αυτός, όπως σημειώσαμε και στην ανάρτησή μας για το τελευταίο του βιβλίο «Απόσταση αναπνοής». Όμως να δώσουμε το λόγο στην ποιητή. Θα παραθέσουμε το δοκιμιακό «Η ζωή μας». 
  «Μια κλωστή η ζωή μας ευλύγιστη. Κάποτε στητή και ρωμαλέα, παριστάνει το σκοινί. Σε δυο σταθερά δοκάρια της αβύσσου ταλαντεύεται, χορδή κιθάρας που πάλλεται στου ανέμου το ρυθμό. Πρόσεξε, μην παίζεις δυνατά την κιθάρα σου. Η χορδή μπορεί να σπάσει. Η άβυσσος διψάει για μουσική, τα σωθικά της από μαύρο αχάτη κατοικούνται. Η άβυσσος η μαυροφόρα, με τα ρεμβώδη μάτια και το πένθιμο παρελθόν, έχει λόγους να ποθεί το τέλειο κρεσέντο» (σελ. 11).
  Ο επαρκής αναγνώστης (καμιά φορά είμαι τέτοιος) μπορεί να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, ίσως ερήμην του ποιητή-συγγραφέα. Διαβάζοντας τα παραπάνω θυμήθηκα την τρίτη προσευχή της ψυχής στον «Φτωχούλη του θεού», που ο Καζαντζάκης την παρομοιάζει με χορδή, όμως όχι μουσικού οργάνου αλλά τόξου: «παρατέντωσέ με κι ας σπάσω». Η άβυσσος, που στο ποίημα αυτό τη συναντάμε τρεις φορές, είναι από τις αγαπημένες λέξεις του Καζαντζάκη.
  «Μια έκρηξη του Όλου η Αλήθεια με μυριάδες πτυχώσεις» (σελ. 12) καταλήγει αποφθεγματικά στο ποίημα «Η αλήθεια».
  Να παραθέσουμε και αυτό το εξαιρετικό, που βρίσκεται στο τέλος του ποιήματος «Σημάδι ζωής»:
  «Αυτό θα πει ανδρεία. Να συνεχίζεις έχοντας τα πάντα χάσει» (σελ. 17).
  Όταν προβλέπουν…
  Η μνήμη στοιχειώνει τους ποιητές, και συχνά γράφουν γι’ αυτήν. «Το σεντούκι» τελειώνει με δυο εξαίσιες μεταφορές: «Η κάμαρα παλιό ιστιοφόρο και το μπαούλο άγκυρα στις μνήμες».
  Το «εφέ τέλους» για το οποίο έχω γράψει κάποιες φορές σπάνια είναι συνειδητό. Βλέπω εδώ ότι έχω υπογραμμίσει άλλη μια τελευταία πρόταση, από το ποίημα «Οργασμός». «Μια σειρά από οργασμούς οι ελπίδες μας» (σελ. 28). Και οι δυο πρώτες προτάσεις του ποιήματος: «Μετά από κάθε οργασμό σβήνει ένα όνειρο. Μόνη ελπίδα ο επόμενος». Post coitum omnia animalia trista sunt έλεγαν οι ρωμαίοι. Μετά τον οργασμό όλα τα ζώα είναι μελαγχολικά. Αλλά αυτά εκεί, δεν το βάζουν κάτω, αναζητούν τον επόμενο.
  Διαβάζω: «Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που εύχεσαι να πεθάνεις να δεις ποιοι θα σε κλάψουν» (σελ. 25).
  Και θυμήθηκα: «Άχι και ας επόθαινα κι ο θάνατός μου να ’το/ κι ύστερα να ’ναι ψόματα να δω ποιος μ’ ελυπάτο». Το δίστιχο αυτό το έλεγε πολλές φορές η συγχωρεμένη η γιαγιά μου. 
  Εξαιρετική και αυτή η ποιητική του Παπαδάκη, ίσως η καλύτερή του, όπως και ο «Λιθοξόος» του Μανόλη Πρατικάκη (αυτός λαξεύει πέτρες, του Γιώργου τοπία) για την οποία κάποιοι αποφαίνονται το ίδιο, ότι είναι η καλύτερή του· του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδη.  
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που λέγαμε:
Με το κεφάλι ελαφιού που με καθοδηγούσε (σελ. 15).
Εκεί που ο ήλιος δεν περνά και το γεράκι φεύγει (σελ. 22)
Στοχάζεται τα νιάτα του. Χυμός από σταφύλι (σελ. 23)
Κατάλαβα όταν σκόνταψα στο μαύρο της φουστάνι (σελ. 24)
Το σώμα μου λικνίζεται σαν μεθυσμένη θλίψη (σελ. 31)
  Όπως είπαμε, παρεισφρέουν συχνά και άλλα μέτρα, όπως οι τέσσερις τροχαίοι που έπεσαν στην αντίληψή μας: «έχει λόγους να ποθεί το τέλειο κρεσέντο (σελ. 11), «Πόση μνήμη σε μια πέτρα» (σελ. 14), «Στη γωνιά του καφενείου ένας γέροντας μονάχος» (σελ. 23) και τέλος «άλλα πάντα συναντώνται, στο κατέβασμα της σκάλας» (σελ. 39).

Μπάμπης Δερμιτζάκης - Dr. φιλολογίας

    

ΛΑΞΕΥΤΗΣ ΤΟΠΙΩΝ - ΤΑΣΟΣ ΦΑΛΚΟΣ (ποίηση Γιώργου Πολ, Παπαδάκη)



                         ΛΑΞΕΥΤΗΣ ΤΟΠΙΩΝ


Στον Λαξευτή τοπίων, το ωριμότερο ως τώρα (ποιητικό βιβλίο του, ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης επιδίωξε πραγματικά υψηλό στόχο, τον δυσκολότατο συνδυασμό, στοχασμού, φιλοσοφίας και ποιητικής ορμής. Ο ποιητής κράτησε με μέτρο μια καλή ισορροπία ανάμεσα στα δύο, με τη ζυγαριά να γέρνει προς την ποίηση. Στις περιπτώσεις αυτές δεν θα αναζητήσουμε πρωτοτυπία των φιλοσοφικών ιδεών, αλλά την γνήσια βίωση και την ένταση του βιώματος. Έτσι ακριβώς παράγεται η ποίηση, από τη βίωση αισθημάτων, αλλά και ιδεών.  Ας θυμηθούμε εν προκειμένω τον Σολωμό που εμπνέεται από την Ελευθερία, την κύρια ιδέα της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και από μερικές πλευρές της ιδεαλιστικής γερμανικής φιλοσοφίας.
Κοντά στα άλλα, ο ποιητής στο έργο αυτό, με ευρηματικότητα πολλή και φαντασία,  με λόγο ρέοντα και πλούσιο  αυτοπροσωπογραφείται ψυχικά, ηθικά και υπαρξιακά με τρόπο πάντα ποιητικό. Σταματώ στο ποίημα όπου -κατ’ αναλογία προς τον Πεσσόα- αποκαλεί τον εαυτό του «Ονειροπόλο» και «μηχανή ονείρων» και όπου λέει ότι θεωρεί  τον εαυτό του «μη γήινο» (Μη Γήινος, σελ. 37). Δυσκολευόμαστε όμως να τον πιστέψουμε, όταν λίγο πιο κάτω, με τρόπο δραματικό, μας λέει πως τώρα πια τον «εγκατέλειψαν» ο φόβος και το όνειρο (Οι δύο φίλοι μου, σελ. 39). Θέλει μάλλον να εξορκίσει αυτούς τους «δύο φίλους», να μην τον επισκέπτονται τόσο συχνά.
Συνολικά έργο πολύ αξιόλογο, που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα αποσπούσε σοβαρές κριτικές και λογοτεχνικές διακρίσεις.

Τάσος Φάλκος - Αρβανιτάκης - Καθηγητής Φιλοσοφίας Παν/μιου Μακεδονίας- 2018



Τρίτη 10 Απριλίου 2018

Seridan Le Fanu – Το άγρυπνο μάτι – ΆΓΡΑ



Seridan Le Fanu – Το άγρυπνο μάτι – ΆΓΡΑ

Ο Le Fanu, συγκαταλέγεται στους κορυφαίους συγγραφείς μυστηρίου και φαντασίας του 19ου αιώνα και επιπλέον ήταν ο άνθρωπος που ενέπνευσε το Μπραμ Στόουκερ να γράψει το «Δράκουλα», αφού πρώτα είχε επηρεαστεί από την δική του «Καρμίλλα». Στη νουβέλα με τίτλο «Άγρυπνο μάτι» ο συγγραφέας επιχειρεί μια κατάδυση στο αρχέγονο συναίσθημα του φόβου. Ο φόβος καταβάλλει σταδιακά τον πλοίαρχο Μπάρτον και τελικά δίνει την θέση του στον τρόμο. Αυτή η σταδιακή κορύφωση, μέσα από μια σειρά περιστατικών, οδηγεί τον ήρωα στην τρέλα που προέρχεται μέσα από το ακαθόριστο και το ασαφές.
Η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Le Fanu παλινδρομεί ανάμεσα στο υπερφυσικό και στο ρεαλιστικό και κορυφώνει την αγωνία αλλά γεννά και απορίες. Ο αναγνώστης ταυτίζεται με το ψυχικό προφίλ του ήρωα και συμπάσχει μαζί του. Η οικειότητα που προσφέρει το ρομαντικό στυλ αφήγησης καθώς και το ενδιαφέρον για το  διώκτη του Μπάρτον, κλιμακώνονται σελίδα τη σελίδα. Ποιος, ή τι είναι «αυτό» που απειλεί την ζωή του πλοιάρχου; Ποιος είναι ο μυστηριώδης αποστολέας; Ποιος είναι ο άνθρωπος που τον ακολουθεί όπου και να βρεθεί, όπου και να πάει; Η γλώσσα του Le Fanu είναι λιτή αλλά υπαινικτική χωρίς το στοιχείο της υπερβολής. Το «Άγρυπνο μάτι» αποτελεί κλασικό διήγημα φανταστικής λογοτεχνίας, διότι ενώ η ιστορία αναπτύσσεται σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο (δηλαδή μια κανονική ιστορία χωρίς φανταστικά δεδομένα), επιχειρείται διείσδυση του υπερφυσικού στοιχείου. Ο συγγραφέας αρέσκεται στο υπαινικτικό και σε μια εξήγηση που «αιωρείται» παρά σε μια προφανή λύση του μυστηρίου.  


Μτφρ: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

«Η κατάθλιψη, η δυστυχία και η αναστάτωση του μέρα με τη μέρα παγιώνονταν και γίνονταν πιο ανησυχητικές, ενώ η ψυχική αγωνία που τον κατέτρωγε ασταμάτητα άρχισε εν τέλει αν επηρεάζει αισθητά την υγεία του τόσο ώστε η λαίδη Ρότσνταίηλ και ο στρατηγός  Μόνταγκιου κατόρθωσαν (χωρίς, είναι αλήθεια  μεγάλη προσπάθεια) να τον πείσουν να κάνει ένα σύντομο ταξίδι στην ηπειρωτική Ευρώπη, με τη ελπίδα ότι μια συνολική αλλαγή σκηνικού θα τον αποσπούσε εν πάση περιπτώσει, από την επιρροή των συνειρμών του περιβάλλοντος , για τους οποίους οι πιο σκεπτικιστές από τους φίλους τους θεωρούσαν ότι ασφαλώς και συνεισέφεραν στην υπενθύμιση και στη διαιώνιση της κατάστασης που δεν αντιλαμβάνονταν ως τίποτα παραπάνω  από μια απλή νευρικής φύσεως ψευδαίσθηση».

Βιογραφικό

Ο Joseph Thomas Sheridan Le Fanu, ο δημοφιλέστερος ίσως δημιουργός πολλών από τις καλύτερες ιστορίες με φαντάσματα της βικτοριανής εποχής, ήταν Αγγλοϊρλανδός και γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1814. Το ντεμπούτο του ως μυθιστοριογράφος έγινε το 1845 με το "The Cock and Anchor". Ως δημοσιογράφος ξεκίνησε την καριέρα του από το Dublin University Magazine το 1837. Αργότερα το 1861 έγινε εκδότης και ιδιοκτήτης του. Το 1844 παντρεύτηκε τη Susanna Bennett με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Ο θάνατος της το 1858 του προκάλεσε βαθιά θλίψη την οποία διοχέτευσε στις ιστορίες του. Εξαιτίας της συστολής και του νυχτερινού τρόπου ζωής του απέκτησε το παρατσούκλι "Ο αόρατος πρίγκιπας". Ζούσε σαν ερημίτης, εμπνεόταν από τους εφιάλτες που έβλεπε και έγραφε τα έργα του από τη δύση ως την ανατολή, μέχρι το θάνατο του, στις 7 Φεβρουαρίου του 1873. Τα έργα του είχαν σχεδόν ξεχαστεί μέχρι το 1923, όταν ο μελετητής και συγγραφέας M. R. James εξέδωσε μια συλλογή με ιστορίες του, με τον τίτλο "Μadam Crowl's Ghost and Other Tales of Mystery". Άλλα διάσημα έργα του είναι τα "The House by the Churchyard", "Uncle Silas", "Wylder's Hand" και η συλλογή "In a Glass Darkly" (στην οποία συμπεριλαμβάνεται η "Καρμίλλα").

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΖΑΛΙΓΓΑ (ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ) 17 / 3/ 2018




  Λίγα λόγια για την ιστορία που αφηγείστε στον «Ματωμένο έρωτα»


Ο «Ματωμένος Έρωτας» είναι ένα μυθιστόρημα «αγωνίας» βασισμένο στα πρότυπα ενός «ντετέκτιβ στόρυ», αλλά με έμφαση και σε άλλα στοιχεία, όπως ο ψυχισμός των χαρακτήρων, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η ανθρώπινη οδύνη. Το πρότυπο της «μοιραίας γυναίκας» κυριαρχεί στο βιβλίο και αποτελεί το όχημα πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Ένας συγγραφέας, ο Σταύρος Σταρόπουλος είναι ο βασικός ήρωας, ο οποίος βλέπει τη ζωή του να καταρρέει όταν τον εγκαταλείπει η γυναίκα της ζωής του. Ύστερα ενώ προσπαθεί να σταθεί όρθιος η ζήλεια δεν τον αφήνει και προσλαμβάνει ντετέκτιβ, γιατί υποψιάζεται τα χειρότερα, χωρίς να μπορεί να φανταστεί σε τι πάει να μπλέξει. Την ίδια στιγμή της ψυχολογικής κατάρρευσης, δυο φίλοι του προσπαθούν να τον βοηθήσουν και εμπλέκονται και αυτόι στην υπόθεση, ενώ μια νεαρή από το παρελθόν, ερωτευμένη μαζί του κάνει την εμφάνισή της την χειρότερη χρονικά στιγμή. Ο αντίπαλος είναι αδυσώπητος και ο Σταρόπουλος φτάνει, ίσως και ξεπερνάει τα ορια του.
  

2.   Γιατί το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει πάντα φανατικούς θαυμαστές; Τι είναι αυτό που προσφέρει στον αναγνώστη και είναι τόσο επιτυχημένο είδος; Πείτε μας για τη λογοτεχνία ευρύτερα.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη την απόλαυση της περιπέτειας και της διαφυγής του από την καθημερινή ρουτίνα. Είτε είναι παραδοσιακό, είτε ανήκει στο noir, είτε στο είδος της περιπέτειας, αποτελεί μια διαφυγή για το μυαλό που πάντα αναζητά το εξεζητημένο για να ανανεωθεί. Ενώ παλαιότερα, στην Ελλάδα κυρίως, ήταν παρεξηγημένο είδος, τα τελευταία χρόνια έχει πάρει καλύτερη θέση στο χώρο της λογοτεχνίας. Δεν είναι εύκολο να γραφεί ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα διότι έχει μεγάλο βαθμό πολυπλοκότητας στην ανάπτυξη και στην ευρηματικότητα, δεν είναι κάτι που μπορεί να γράψει ο καθένας.
Συνηθίζουμε να ξεχωρίζουμε τη λογοτεχνία σε «υψηλή» και σε αυτή που ψυχαγωγεί, σε «δύσκολη» και σε εμπορική. Σε ένα βαθμό αυτό δεν γίνεται άδικα, δεδομένου ότι η βάση της καλής λογοτεχνίας είναι η γλώσσα και ακολουθεί ο στοχασμός, η ανάπτυξη των χαρακτήρων, το ύφος και η τεχνική.
Έχουμε όμως ανάγκη την αφήγηση, την πλοκή και φυσικά το θέμα. Θεωρώ ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί να συνδυάσει πολλά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά και να «δώσει» ένα καλό βιβλίο. Ένα βιβλίο που να μπορεί να απευθυνθεί  με την ίδια επιτυχία στον λόγιο, τον διανοούμενο και τον μέσο αναγνώστη. Υπάρχουν παραδείγματα τέτοιων βιβλίων: Ο Εραστής της λαίδης Τσάτερλυ του Λώρενς, ο Μάγος,  ο Συλλέκτης  και η Ερωμένη του Γάλλου υποπλοιάρχου του Φώουλς, οι Αδελφοί Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι, Το βάρος της Πεταλούδας του Ντε Λούκα, οι Άθλιοι του Ουγκώ, φυσικά όλος ο Σαίξπηρ και πολλά ακόμα.




Πολλοί στέκονται αφοριστικά διαλέγοντας θέση: Η λογοτεχνία είναι ζωή και όχι κουλτούρα ή το αντίθετο, υποστηρίζουν. Εγώ πιστεύω ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι και τα δύο. Εξαρτάται από τη .. δοσολογία και το τελικό αποτέλεσμα. Δεν υπάρχουν αφορισμοί. Θα σταθώ σε αυτό που είχε πει ο Καμύ: Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές. Θα συμπληρώσω: Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα και ποιοτικά έχουν και αναγνώστες και σχολιαστές.(Όπως είχε ο Καμύ άλλωστε).   Μπορεί ο Τζόυς να έχει τη φήμη του ανανεωτή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Ντίκενς είναι όμως εκείνος που βρίσκεται σε κάθε βιβλιοθήκη και έχει διαβαστεί περισσότερο.


3.   Πέντε συγγραφείς που θαυμάζετε και γιατί (από μια φράση για τον καθένα)

Δεν είναι πέντε, είναι παραπάνω αλλά θα προσπαθήσω να τους περιορίσω. Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε και ο Ντοστογιέφσκι από τους κλασικούς και οι Κάφκα, ο Φώουλς, ο Ντ.Χ. Λόρενς από τους σύγχρονους. Για τον  Ντοστογιέφσκι θα αναφέρω αυτό που είπε ο Αινστάιν: «ο Dostoyevsky μου προσφέρει πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε επιστήμονα». Είναι ο κορυφαιος ανατόμος της αναθρώπινης ψυχής. Ο Πόε μου προσφέρει την καταφυγή στο όνειρο και σε σκοτάδια φωτισμένα από ιδιοφυείς συλλήψε. Έγραψε λίγα, αλλά έδωσε πολλά.
Ο Κάφκα με βοηθάει να συνειδητοποιήσω καθημερινά σε τι κόσμο ζω.Όλοι  οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με το παράλογο κάποια στιγμή στη ζωή τους.
Ο Φώουλς με μαγεύει με το συναρπαστικό του λόγο και την ικανότητά του να συνδυάζει πολλά στοιχεία (έρωτας, δράση, πάθος, στοχασμός) σε ένα βιβλίο. Μπορεί να μετατρέψει ένα θρίλερ αγωνίας σε υψηλή λογοτεχνική κατάθεση (συλλέκτης).
Ο Λώρενς είναι η απόδειξη πως το μοντέρνο μυθιστόρημα μπορεί να είναι εξίσου εύληπτο και συναρπαστικό με το κλασικό και συνάμα ποιοτικό. Αν το ενδιαφέρον μας κινηθεί στο αστυνομικό, τότε θα μείνω σταθερός στις κλασικές αξίες του Κόναν Ντόυλ και της Αγκάθα Κρίστι. Ο Σέρλοκ Χόλμς και ο Ηρακλής Πουαρώ παραμένουν οι αρχετυπικοί ντετέκτιβ, αξεπέραστα σημεία αναφοράς. Η  επιβεβαίωση  ότι το μυαλό στέκεται πάνω από το το πιστόλι.



4.   Πως συνδυάζεται η πληροφορική, τα μαθηματικά, η στατιστική με την ποίηση και τη λογοτεχνία;

Τα μαθηματικά είναι η «βασίλισσα» των επιστημών, που ενίοτε μεταμορφώνεται και σε ..»υπηρέτρια». Οι πλέον αφηρημένοι κλάδοι των μαθηματικών, όπως η θεωρία αριθμών, η μαθηματική λογική, η τοπολογία, έχουν πρακτικές εφαρμογές (ή μπορούν να αποκτήσουν στο μέλλον). Όταν ο Riemman δημιουργούσε τη γεωμετρία του δε μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα γινόταν το βασικότερο εργαλείο του Αϊνστάιν για να περιγράψει το χωρόχρονο. Γι αυτό κι εκείνος είχε πει ότι: «Τα καθαρά μαθηματικά είναι η ποίηση των καθαρών ιδεών». Τα μαθηματικά μπορούν να περιγράψουν κάτι με τον ύψιστο βαθμό τελειότητας, και η συγκίνηση που προσφέρουν είναι όμοια μ’ εκείνη που δίνει ένα άρτιο ποίημα.
  Η πληροφορική ξεκίνησε σαν κλάδος των μαθηματικών, θεμελιώθηκε από μαθηματικούς κυρίως και φυσικούς. Τώρα αποτελεί αυτοτελή επιστήμη και είτε θέλουμε είτε όχι αποτελεί τμήμα της καθημερινότητάς μας. Ο υπολογιστής είναι παντού. Η τεχνητή νοημοσύνη αναπτύσσεται ταχύτατα και ευτυχώς ή δυστυχώς σε κάποια χρόνια από τώρα – κανείς δεν μπορεί να το προσδιορίσει αυτό - θα δημιουργηθούν, μέσω και της θεωρίας των κβάντων,  ανδροειδή που θα προσομοιάζουν σχεδόν με τον άνθρωπο, πιθανότατα ακόμη και σε επίπεδο συναισθημάτων. Η επιστημονική φαντασία του σήμερα θα γίνει η πραγματικότητα του αύριο, μέσω της Πληροφορικής. Η Στατιστική  βοηθάει στην κατανόηση φαινομένων μέσω της επεξεργασίας πολυπληθών στοιχείων, στην καταγραφή και ομαδοποίησή τους. Κι αυτή έχει σαν βάση τα μαθηματικά.

Η ποίηση βρίσκεται παντού και τα περιλαμβάνει όλα όπως και τα μαθηματικά. Αυτή η οικουμενικότητα είναι που αδελφοποιεί την ποίηση με τα μαθηματικά. Τα μαθηματικά είναι από τη φύση τους ποίηση, περιγράφουν το «ελάχιστον» αλλά και το «όλον», η ίδια η ζωή είναι ποίηση όταν ξέρεις πώς να την προσεγγίσεις. Μπορεί το ποίημα να είναι μια καταγραφή λέξεων συνδεδεμένων νοηματικά μεταξύ τους, αλλά η ίδια η ποίηση είναι η αίσθηση που απορρέει από το ίδιο το άγγιγμα της ζωής. Εν ολίγοις όλα συνδέονται μεταξύ τους με την έννοια της δημιουργίας.


5.   Ποια ανάγκη σας οδήγησε να ασχοληθείτε σε βάθος με τα κόμικς και τους χάρτινους ήρωες;

Τα εικονογραφημένα περιοδικά ή comics μας κρατούν πάντα κοντά στην παιδική μας ηλικία, αν και πλέον αποτελούν αυτόνομη τέχνη και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις υψηλών προδιαγραφών. Μπορεί εμείς να μεγαλώσαμε με το «Μίκυ Μάους», το «Ποπάυ», το «Μπλεκ», το «Αγόρι», το «Σεραφίνο» και η νοσταλγία να μας καλεί αλλά στην πορεία ανακαλύψαμε ένα ολόκληρο σύμπαν εικονογραφημένων ηρώων που μας παρουσιάζονται μέσα από εκπληκτικά σχέδια και καλογραμμένα σενάρια. Για παράδειγμα το Watchmen γραμμένο από τον Alan Moore και σχεδιαστή τον Dave Gibbons, έχει βραβευτεί σαν λογοτεχνικό έργο. Ακόμα και τα περιοδικά που προαναφέρθηκαν – διότι ως «περιοδικά» τα αναφέραμε τότε, έχουν αναδείξει μερικούς από τους κορυφαίους καλλιτέχνες και δημιουργούς όλων των εποχών όπως: Carl Barks, Romano Scarpa (Μίκυ Μάους), EsseGesse (Μπλεκ), Segar, Sagendorf (Ποπάυ) κ.α..
Δυστυχώς τα σημερινά παιδιά, δέσμια ενός κινητού τηλεφώνου «που τα κάνει όλα»  στερούν από τον εαυτό τους την ευκαιρία να μάθουν καινούργιες λέξεις, να ονειροπολήσουν, να διαγείρουν την φαντασία τους. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας αποτελεί ευλογία αλλά και κατάρα, όταν ο άνθρωπος χάνει το μέτρο, όταν γίνεται μονοδιάστατος και εμμονικός.


6.   Το ποδόσφαιρο με το οποίο έχετε επίσης ασχοληθεί περνάει ξανά δύσκολες στιγμές στη χώρα μας. Πιστεύετε ότι είναι εφικτή η κάθαρσή του και με ποιο τρόπο;


Το ποδόσφαιρο είναι πρωτίστως άθλημα και παιχνίδι. Δυστυχώς ο άκρατος επαγγελματισμός είναι αυτός που το έχει οδηγήσει εκεί που το βλέπουμε σήμερα. Κοινώς: Τα πολλά λεφτά. Όταν ο ανταγωνισμός είναι φρενήρης, το ματς γίνεται «ο θάνατος σου η ζωή μου». Αλλά οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε κάτι ακόμα. Ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο ο Παναθηναϊκός, ο Ολυμπιακός, η ΑΕΚ και ο ΠΑΟΚ. Ποδόσφαιρο είναι το σύνολο των ομάδων, όλων των κατηγοριών στην Ελλάδα. Ποδόσφαιρο, είναι η Παναχαΐκή, ο ΟΦΗ, ο Άρης, ο Πανιώνιος, ο Ατρόμητος, οι Σέρρες, η Δόξα Δράμας κλπ. Συνεπώς τιμωρίες του τύπου: διακόπτουμε το πρωτάθλημα ποιόν βλάπτουν; Τι διορθώνουν; Έχουν εφαρμοστεί ξανά και ξανά και τίποτα δεν άλλαξε. Οι γενικευμένες τιμωρίες έχει αποδειχθεί ότι δεν προσφέρουν κάτι. Οι τιμωρίες πρέπει να είναι στοχευμένες και κυρίως όχι εξοντωτικές. Καλύτερα τα τεράστια πρόστιμα παρά οι αφαιρέσεις βαθμών που αλλοιώνουν την εικόνα μιας πραγματικότητας. 

Το βιβλίο που έγραψα για το ποδόσφαιρο, «Κώστας Δαβουρλής, ο Πελέ της Ευρώπης» αφορά μια άλλη εποχή περισσότερο ρομαντική, αλλά πιο ωραία, τότε που οι Κυριακές αποτελούσαν γιορτή. Τότε όμως δεν υπήρχαν τα μεγάλα συμβόλαια και στις ομάδες έπαιζαν το πολύ δυό ξένοι. Τώρα παίζουν το πολύ δυο Ελληνες. Τότε απολάμβανε ο φίλαθλος τις ενέργειες ενός Δομάζου, ενός Δεληκάρη, Λουκανίδη, Παπαϊωάννου, Χατζηπαναγή, Κούδα κ.λπ. Για να επιτευχθεί η κάθαρση χρειάζεται ανθρώπους αποφασισμένους με στέρεα ηθική οι οποίοι να πάρουν μέτρα και αποφάσεις όχι έν θερμώ – ύστερα από επεισόδια ή καυτές αγωνιστικές – αλλά ύστερα από πολύμηνο σχεδιασμό. Να είστε σίγουροι ότι αν υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος.


 Γιώργος Πολ. Παπαδακης

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ – ΤΟ ΚΑΛΠΙΚΟ ΖΥΓΙ – ΑΓΡΑ

 ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ – ΤΟ ΚΑΛΠΙΚΟ ΖΥΓΙ – ΑΓΡΑ

Αν η «Κρύπτη των Καπουτσίνων» και το «Hotel Savoy» θεωρούνται τα αριστουργήματα του Ροτ τι να πει κανείς για το «Κάλπικο Ζύγι»; Είναι το ωραιότερο βιβλίο αυτού του συγγραφέα που διαβάσαμε, γραμμένο το 1934. Στο «Κάλπικο ζύγι» ο Ροτ κρατά τα πλεονεκτήματα των προηγούμενων βιβλίων του, συν το γεγονός της πιο γοργής ανάπτυξης της ιστορίας, της πλοκής και των συναισθημάτων που γεννιώνται μέσα από το ξεδίπλωμα των χαρακτήρων. Σε γενικές γραμμές είναι ένα μυθιστόρημα που θα θέλξει τον αναγνώστη όχι μέσα από την μονοδιάστατη – πλην αριστουργηματική – χαλκογραφία της Αυστρουγγρικής πραγματικότητας της εποχής, αλλά από την ίδια την ιστορία. Ο επιθεωρητής Άιμπενσυτς είναι η τραγική φιγούρα καθώς και ο βασικός πόλος του μυθιστορήματος. Καταδικασμένος να ζει με μια γυναίκα που είναι έγκυος από άλλον, βιώνει μια πεζή και μονότονη καθημερινότητα ψάχνοντας για κάλπικα ζύγια, μέτρα και σταθμά. Ο έρωτας του για μια γυναίκα (Ευφημία) θα τον οδηγήσει σταδιακά στο πιοτό και την καταστροφή. Ο εγκληματίας Γιαντλόφκερ είναι το αντίπαλο δέος του επιθεωρητή. Ο ρόλος του «κακού» δικαιωματικά του ανήκει. Ένας κακός όμως γοητευτικός μέσα από την διπροσωπία του ως ένας άλλος Ιανός. Τελικά όμως όταν νοιώθει ότι προδίδεται μεταμορφώνεται ολοκληρωτικά σε αυτό που πραγματικά είναι: ένας δολοφόνος. Ερωτικός αντίζηλος και εχθρός του Άιμπενσυτς θα κλειστεί δυο χρόνια στη φυλακή, όπου προσεκτικά θα σχεδιάσει την εκδίκησή του. Ο Ροτ κατασκευάζει ένα ντοστογιεφσκικό σύμπαν, χωρίς ίχνος φλυαρίας με ποιητικές εικόνες, συμπυκνωμένο βηματισμό και με λιγότερες εστιάσεις σε πολιτικοκοινωνικά συμβάντα της εποχής σε σχέση με τα άλλα βιβλία του. Οι γυναίκες στο βιβλίο του Ροτ συμπληρώνουν τις ανδρικές φιγούρες με καταλυτικό όμως τρόπο σε ό,τι αφορά την εξέλιξή τους. «Ανεβάζουν και κατεβάζουν» με την ίδια ευκολία που ο επιθεωρητής Άιμπενσυτς κατεβάζει το πιοτό στο καπηλειό του Γιαντλόφκερ. Το καπηλειό του Γιαντλόφκερ συμβολίζει το καθαρτήριο για πάσης φύσεως χαρακτήρες. Από τον βαριεστημένο επιθεωρητή μέχρι τους λιποτάκτες ρώσους φυγάδες και τους νυσταγμένους ντόπιους θαμώνες. Υπό μια άλλη οπτική το  μυθιστόρημα ανοίγει μια διαφορετική διάσταση σε ό,τι αφορά την καταπάτηση των βιβλικών «δέκα εντολών» μέσα από μια αλληγορία στην οποία ο άνθρωπος – ακόμα και ο πιο απλός – μπορεί να βρεθεί ένοχος για κάτι.
Μτφρ: Όλγα Παπασαράντου
«Αχ κακό που με βρήκε! Άρχισε να ωρύεται μάταια η γριά, με μια βραχνή φωνή που θύμισε τερέτισμα, κρώξιμο, κακάρισμα. Να  χαρείτε μη με γράψετε! Εκλιπαρούσε τον επιθεωρητή κουνώντας πέρα δώθε τα χέρια, τραβώντας την καστανή περούκα που σκέπαζε τα γκρίζα μαλλιά της, πετώντας τις κοκκαλιάρικες κότες της, τη φτωχική της πραμάτεια,  στη μέση του δρόμου, μες τις λάσπες. Κλέφτες, ληστές, φονιάδες! Ούρλιαζε. Πάρτε τα μου όλα, μη μου αφήσετε τίποτα! Πάρτε μου τη ζωή! Μεμιάς οι στριγκλιές έδωσαν τη θέση τους  σε σπαραξικάρδια αναφιλητά.  Μα όχι μόνο δεν φάνηκε να ξεθυμαίνει, παρά έμοιαζε να κυριεύεται  από ακόμα μεγαλύτερη μανία. Πράγματι, ενώ τα δάκρυα ξεχύνονταν σαν χείμαρρος από τα κατακόκκινα μάτια της και πλημμύριζαν τα αποστεωμένa της μάγουλα, η γριά συνέχισε να εκσφενδονίζει ότι έπιανε στα χέρια της – ένα ποτήρι τσαγιού, το κουτάλι, το σαμοβάρι».




Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

ΣΤΗ ΣΟΦΡΩΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ - Φρ. Κάφκα, ΚΙΧΛΗ


ΣΤΗ ΣΟΦΡΩΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ – ΚΑΦΚΑ – 1919

Ένα εξαιρετικό διήγημα του Κάφκα, γραμμένο την ίδια περίπου εποχή με τη «Δίκη» (1914) στις απαρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. (κυκλοφόρησε τελικά τον Οκτώβριο του 1919). Η κεντρική ιδέα πάντα η ίδια. Ο άνθρωπος που βρίσκεται ανήμπορος μπροστά τα πλοκάμια της εξουσίας, της όποια εξουσίας, είτε γραφειοκρατικής, είτε στρατιωτικής. Ένας στρατιώτης καταδικάζεται σε θάνατο «δι ασήμαντον αφορμή». Η εκτέλεση του θα γίνει από ένα παράξενο μηχάνημα. Επίσης υπάρχει ένας στρατιώτης εκτελεστής, ένας αξιωματικός που συντονίζει την διαδικασία και ο βασικός ήρωας, ένας ταξιδιώτης που καλείται να σταθεί θεατής στην εκτέλεση. Ο τόπος εκτέλεσης είναι μια γαλλική σωφρονιστική αποικία.
Ο κατάδικος κλασικό καφκικό πρότυπο. Ο άνθρωπος ρομπότ που υποτάσσεται στη μοίρα του χωρίς καμία προσπάθεια αντίστασης απέναντι στην φριχτή μοίρα που τον περιμένει. Στο πρόσωπο του αξιωματικού αντανακλάται όλη η απανθρωπιά της νέας τεχνολογικής εποχής, όχι με την έννοια μιας κακίας, αλλά με μια χειρότερη. Την αδιαφορία και την έλλειψη κάθε ηθικού συναισθήματος. Ανταλλάσσει απόψεις με τον ταξιδιώτη σε ότι αφορά την εκτέλεση, λες και πρόκειται, όχι για άνθρωπο αλλά για κάποιο ζώο που οδηγείται στη σφαγή. Ο ταξιδιώτης μπορεί να διαφωνεί με την φύση του εγκλήματος που πρόκειται να έρθει σε πέρας, αλλά με τον τρόπο του, της παθητικής αντίστασης γίνεται κι εκείνος συνένοχος σε αυτό.

Η αλληγορία του διηγήματος είναι συγκλονιστική. Ο εκδότης Κουρτ Βόλφ του γράφει το 1918: «Θέλω να σας προτείνω να εκδώσουμε αυτό το αφήγημα. Το οποίο αγαπώ ιδιαιτέρως, αν και η αγάπη μου είναι ανάμεικτη με κάποια φρίκη και τρόμο για τον βαθμό θηριωδίας του φρικαλέου περιεχόμενού του…»

Ο κυνισμός στην περιγραφή κατά την εκτύλιξη της υπόθεσης αντανακλά τον σύγχρονο τρόπο σκέψης των ανθρώπων της εποχής εκείνης, των ευρωπαίων που επιθυμούν σφόδρα τον Μεγάλο Πόλεμο στην αυγή της νέας τεχνολογικής εποχής.  Μέσα σε αυτό το αδηφάγο σύστημα που γιγαντώνεται ο Κάφκα αποδεικνύεται προφητικός. Εκτός από τους πρωταγωνιστές, συνυπεύθυνοι είναι και ο αμέτοχοι, οι αδρανείς, οι φοβισμένοι εκείνοι που παρακολουθούν χωρίς να  προσπαθούν να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο. (Ο ταξιδιώτης εν προκειμένω στο αφήγημα).

Μτφρ: Βασίλης Τσάλης


«Ο ταξιδιώτης σκέφτηκε: Η εμπλοκή σε ξένες υποθέσεις δημιουργεί πάντοτε προβλήματα. Δεν ήταν πολίτης της σωφρονιστικής αποικίας, αλλά ούτε καν πολίτης  του κράτους στο οποίο αυτή ανήκε. Αν επιχειρούσε να ασκήσει κριτική ή και να υπονομεύσει τις διαδικασίες εκτέλεσης των ποινών, θα μπορούσε κάποιος να του πει: «Είσαι ξένος μην ανακατεύεσαι». Και δεν θα είχε τίποτα να αντιτάξει, παρά μόνο να προσθέσει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αναμειχθεί ,καθώς σκοπός του ταξιδιού ήταν να μελετήσει και όχι να αλλάξει τις διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης ξένων κρατών».





Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει

Gabriel Garcia Marquez – Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει – Λιβάνης


Το πλέον διάσημο έργο του Μάρκες (μαζί με το «100 χρόνια μοναξιάς») γράφτηκε το 1956 στο Παρίσι και είναι το πιο αγαπημένο του συγγραφέα. Η θεματολογία του είναι απλή: Ένας παλαίμαχος συνταγματάρχης περιμένει τη σύνταξη του που δεν έρχεται ποτέ. Ο άνθρωπος αυτός ζούσε μέσα στη φτώχεια και στα δάνεια μαζί με την γυναίκα του. Ο γιος του έχει σκοτωθεί σε αγώνα κοκορομαχίας και ο δυστυχής πατέρας κληρονομεί έναν πετεινό. Ο πετεινός αυτός θεωρεί ότι είναι η μόνη τους ελπίδα. Στην αρχή προσπαθούν να τον πουλήσουν κι όταν το ποσό που τους δίνεται δεν τους ικανοποιεί σκέφτεται να τον βάλει στους αγώνες, γιατί στην πραγματικότητα δεν επιθυμεί να τον πουλήσει. Ο χρόνος περνάει και η κατάσταση διαβίωσης του στρατιωτικού και της γυναίκας του χειροτερεύει.

Ο συγγραφέας εκτός από το αίσθημα της συγκίνησης, σε ένα έργο δραματικό, με την πενία να αποτελεί την κυρίαρχη κατάσταση, προσεγγίζει  και άλλα θέματα όπως:

α) Η αδράνεια: Ο συνταγματάρχης αφήνει να περνούν τα χρόνια, ενώ βλέπει ότι η σύνταξη δεν έρχεται. Δεν αποφασίζει να κάνει κάτι και να πάρει τη ζωή στα χέρια του.

Μτφρ: Κλαίτη Σωτηριάδου

«…Τόσο καιρό που σου λέω να αλλάξεις δικηγόρο θα είχαμε προλάβει να ξοδέψουμε τα λεφτά, είπε η γυναίκα, καθώς έδινε στον άντρα της το απόκομμα της εφημερίδας. Δεν κερδίζουμε τίποτα αν μας τα βάλουν μες στην κάσα μας  για τον άλλο κόσμο, όπως κάνουν οι ιθαγενείς».

β) Η μοιρολατρία: απόρροια μιας εγγενούς αξιοπρέπειας. Ο συνταγματάρχης θεωρεί ότι δεν πρέπει να παρακαλέσει κανέναν. Το κράτος του οφείλει.

«…Πεθαίνει από διαβήτη, είπε ο συνταγματάρχης. Κι εσύ πεθαίνεις από την πείνα είπε η γυναίκα. Για να πειστείς πως η αξιοπρέπεια δεν τρώγεται». …Ο συνταγματάρχης χαμογέλασε. «Na τι παθαίνεις για να μην κρατάς τη γλώσσα σου, είπε. Εγώ πάντα σου το ’λεγα ότι ο Θεός είναι με το μέρος μου. »

Ο Μάρκες δημιουργώντας μια απλή ιστορία κατορθώνει μέσα από την αναμονή να γεμίσει τον αναγνώστη με συναισθήματα αλλά και να αφήσει μια μικρή ελπίδα να εξυφαίνεται. Με μικρά άλματα στην πλοκή ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα αύριο ίδιο με το χθες και το σήμερα. Ο συνταγματάρχης «ζει την ίδια μέρα» για μήνες και χρόνια, κανείς δεν μπορεί να τον καταλάβει, αλλά κι ο ίδιος αδυνατεί να συνειδητοποιήσει πλήρως την τραγικότητα της κατάστασης που έχει περιέλθει.  

γππ


Βιογρ: Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (ισπ. Gabriel José García Márquez, 6 Μαρτίου 1927 – 17 Απριλίου 2014) ήταν σπουδαίος Κολομβιανός συγγραφέας, βραβευμένος με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος του «μαγικού ρεαλισμού» και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1927 στο χωριό Αρακατάκα, Διαμέρισμα Μαγδαλένα, Κολομβία. Το 1947 ξεκίνησε να σπουδάζει Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογοτά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε σε εφημερίδα το πρώτο του διήγημα, «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρθαγένη της Ινδίας των Δυτικών Ινδιών και ασχολήθηκε με τη
δημοσιογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά. Πρωτοεμφανίστηκε το 1947 και το 1967 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς», το οποίο τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας, καθώς αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές και του χάρισε μεγάλη δημοσιότητα. Το 1982 του δόθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στις 17 Απριλίου 2014, σε ηλικία 87 ετών στο Μεξικό όπου είχε εγκατασταθεί το 1961. Κατά καιρούς διέμενε και στην Καρθαγένη της Κολομβίας, στην Βαρκελώνη της Ισπανίας και στην Αβάνα.

Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού

  Η Παθολογία του Ποδοσφαιρικού Φανατισμού Η διαμάχη για το ποιος είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών έχει μετατραπεί σε ένα απ...