ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

«Στα μπαλκόνια του ουρανού» του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη Μάρθα Παπαδοπούλου


«Στα μπαλκόνια του ουρανού» του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη




Η Ελλάδα του Αιγαίου, του ρομαντικού ηλιοβασιλέματος, του φυσικού πλούτου, του Έρωτα και της Ψυχής ξεπροβάλλει καθάρια και φωτεινή στην ποιητική συλλογή του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη «Στα μπαλκόνια του ουρανού». Είναι πανέμορφη, εκπληκτική η θέα από εκεί ψηλά. Μια πρωτόγνωρη εμπειρία με την αίσθηση του πετάγματος, με το ρίγος του ύψους, των φτερών που ανοιγοκλείνουν, των ματιών που ερωτεύονται, αναπολούν, νοσταλγούν και συγκινούνται. Διάχυτος λυρισμός, βαθιά συναισθήματα, αισθαντικότητα, ειλικρίνεια, απρόσμενοι συνδυασμοί λέξεων που ξαφνιάζουν, εικονοπλαστική δύναμη, σύμβολα, μουσικότητα, στοχαστική εσωστρέφεια και ψυχικές εξάρσεις συνθέτουν το τοπίο μιας γνήσιας, ατόφιας ποίησης που σε κανένα σημείο δεν ψευτίζει, ούτε ακκίζεται.
Από τα «μπαλκόνια του ουρανού» ακούμε στις πλαγιές του Παρνασσού να φυσάει ο άνεμος απ’ την Αράχωβα, βλέπουμε τα Άγραφα να ξεχωρίζουν με τα απάτητα βουνά  και τον αδάμαστο ουρανό, στα πυκνά δάση του Τυμφρηστού το χιόνι να αργολιώνει, στις πλατανιές του Καρπενησίου να εισέρχεται η αρχόντισσα άνοιξη. Κατόπιν το βλέμμα αντικρίζει τη Γκιώνα με τις βαθιές χαράδρες, τα λιβάδια και τις ρεματιές, και λίγο πιο πέρα την ευμετάβλητη γοητεία της φύσης του Ολύμπου με το Δωδεκάθεο των αρχαίων Ελλήνων.
Ξάφνου μεταφερόμαστε νότια στην καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς ή στις παρυφές του επιβλητικού και μυστηριώδους Ταΰγετου για να συνεχίσουμε στα ειδυλλιακά τοπία, στις χρυσές αμμουδιές της Πάτμου με τον μυστικισμό της Αποκάλυψης κι έπειτα από τα ηφαιστειακά κύματα της Σαντορίνης στο φαράγγι της Σαμαριάς κι από τα νησιά στις γαλάζιες Πρέσπες με την έξαρση του ασκητισμού των σπηλαίων.
Έλατα, πεύκα, πορτοκαλιές, κυδωνιές, ελιές, παπαρούνες, γαρύφαλλα, ανεμώνες, πελαργοί, γλάροι, κύκνοι, περιστέρια, αετοί, ένας ατέλειωτος κόσμος χλωρίδας και πανίδας παρελαύνει και κοσμεί την ποιητική συλλογή με σκοπό να υπογραμμίσει ο ποιητής με τις φλέβες του ευαίσθητου, λυρικού χεριού του και το μεγαλείο της ερωτικής ψυχής που θεάται την Ιδέα και την απέραντη ομορφιά της ελληνικής φύσης υπό το πέπλο της προστασίας μιας υπερκόσμιας, μεταφυσικής δύναμης που δεν ονομάζεται, αλλά ως αναγνώστες τη διαισθανόμαστε. Η Φύση, άλλωστε, είναι η σκέψη του Θεού, η Πρόνοια, που δεν δημιουργεί τίποτα τυχαία, μια άπειρη ουσία χωρίς αρχή και τέλος, που περικλείει τα πάντα, και όπου τα πάντα συμβαίνουν λόγω μιας αναγκαιότητας.
Μέσα σ’ αυτόν τον ζωγραφικό πίνακα, μέσα στο κάδρο της Φύσης, ο ποιητής
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης θα επανανοηματοδοτήσει τον Έρωτα επαναφέροντας την αρχέγονη ουσία του, ως μια ζωογόνο φλόγα δημιουργίας, που εξυψώνει σε σφαίρες ουράνιες. Θα υμνήσει τον Έρωτα, αλλά θα σεβαστεί και τον δίδυμο αδερφό του τον Αντέρωτα. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο πρώτος είναι o φτερωτός, ξανθός θεός, που με την επτάχορδη λύρα του θρέφει με χαρά και πληρότητα την  ψυχή του ανθρώπου, ενώ ο δεύτερος είναι ένας μελαχρινός, σκοτεινός και μοχθηρός θεός με σύμβολό του το τόξο και τα βέλη, που πυροδοτεί το πάθος, που ανοίγει βαθιές λαβωματιές κι αφήνει ανοιχτές πληγές.  Τέκνα της Αφροδίτης και οι δύο. Ο ένας θεραπεύει τα τραύματα, που δημιουργούν τα φαρμακερά βέλη του άλλου. Ποτέ δεν συνυπάρχουν. Όταν βρίσκεται εν ενεργεία ο Έρωτας, παραμένει εν δυνάμει ο Αντέρωτας και το αντίστροφο. Ο ένας είναι ουράνιος, θεϊκός, ενεργοποιεί τον ανώτερο εαυτό μας, μας φέρνει σε επαφή με την ψυχή μας και την αυτοσυνειδησία μας, ο άλλος γήινος, με το βάρος του σώματος, προσκολλημένος στον υλιστικό τρόπο ζωής, κατευθυνόμενος από τα πρότυπα και τις επίπλαστες ανάγκες της κοινωνίας μετατρέπεται σε επιθυμία να αρπάξει και να συντρίψει την ελευθερία του άλλου, να γεννήσει ενοχές, να διατάξει, να εκμεταλλευτεί, να πληγώσει, να ταπεινώσει, να εδραιώσει την κυριαρχία του. Κι όπως επισημαίνει ο Nietzsche: «Οι εραστές, με τίμημα μια αναμέτρηση, ενώνονται μέσα από τις πληγές που ανοίγουν ο ένας στον άλλον.»
Η ποιητική συλλογή «Στα μπαλκόνια του ουρανού» είναι το πέρασμα από το σκοτάδι και τα τραύματα του Αντέρωτα στο φως και στην αρμονία του Έρωτα. Στα ποιήματα της συλλογής αυτής ο έρωτας μετουσιώνεται σε  μια ακατανίκητη επιθυμία να συμπορευθούμε με τους Θεούς και να κατακτήσουμε την αιωνιότητα, όπως θεωρούσε κι ο Πλάτωνας.
Ο ποιητής Γιώργος Πολ. Παπαδάκης έχοντας αναμετρηθεί με τις πληγές του, έχοντας βιώσει την εμβάθυνση στην οικειότητα, την τρυφερότητα, την απομάκρυνση, την αγωνία, την προδοσία, το ανεκπλήρωτο, την πίκρα του χωρισμού,  θα δει τον έρωτα με τη ματιά του φιλοσόφου. Θα θεωρήσει ότι ο έρωτας ανοίγει μια επίγεια προοπτική προς τις Ιδέες.
Θα νιώσει έλξη για τα ωραία σώματα, έλξη προς τις ψυχές, έλξη προς τη δημιουργία και τη γνώση και στο τέλος θα κάνει την υπέρβαση για να νιώσει έλξη προς το Ιδεατό Ωραίο και την Ιδέα της Ωραιότητας. Το Ωραίο είναι αιώνιο. Γι’ αυτό ο ποιητής χρειάζεται το βάθρο της Φύσης. Μέσα στην ωραιότητα και την αιωνιότητα της Φύσης θα κάνει την υπέρβαση από τον αισθησιασμό, από τους «χίλιους σάρκινους έρωτες καρφωμένους στα σεντόνια», από το «γεμάτος είν’ ο άνεμος από ξεκούμπωτες θηλυκές φορεσιές» στην «αγάπη, γλυκιά ατέλειωτη αγάπη, γυμνή στης θάλασσας την αμμουδιά!» και στο «Μην ξεχνάς την αγάπη, μην ξεχνάς το χάδι της μπιγκόνιας στα τρυφερά μαλλιά σου, το πέταγμα της μέλισσας που μας κοιτά απ’ το παράθυρο μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο καλοκαίρι. Μην ξεχνάς την αγάπη!». Η αιωνιότητα της φύσης θα τον οδηγήσει στην αιωνιότητα της αγάπης. Γράφει: « Πέρα στα φλογερά περβόλια, ’κεί που κατοικεί ο έρωτας, θα φυτέψω μια τούφα απ΄τα μαλλιά σου, για να σ’ έχω πάντοτε αιώνια εισπνοή…». Σε ένα άλλο ποίημα με εξομολογητική διάθεση αποκαλύπτεται: « Κοίτα! Στο μέτωπό μου αχνές είν’ ακόμα οι στάλες απ’ τον ιδρώτα. Είν’ εκεί χρόνια τώρα και κυλάνε, έτσι αδυσώπητα, σαν μικρές φωτιές στο ξέφωτο παγερής νύχτας. Δε μ’ ενοχλούν, μα μου θυμίζουν συνεχώς τ’ αείζωο κύλημα του χρόνου, το βουτηγμένο μέσα στο κάλυμμα σιωπής. »
Η σιωπή και η θλίψη είναι το αναγκαίο σκηνικό για να εμφανιστεί η Ιδέα. Πρώτα πληγώνονται τα μάτια του και έπειτα αλλάζει οπτική. «Σ’ αγάπησα σαν έλατο σκισμένο στα δυο…Σ’ αγάπησα σα φούντωμα από κουκουνάρια που κατρακύλησαν στης ρεματιάς τα μπράτσα».   Πρώτα θα  δει το θύμα, που είναι ο ίδιος του ο εαυτός, να υποφέρει και να συντρίβεται, να εξουσιάζεται και να ελέγχεται κυριαρχικά από το πάθος, που προέρχεται απ’ το ρήμα «πάσχω», να βυθίζεται στον παραλογισμό της εμμονής και της ματαιότητας κι έπειτα θ΄ αναστηθεί με την παλλόμενη χορδή της λύρας του Έρωτα, ως σύμβολο απόλυτης χαράς.
Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης βιώνει και συγχρόνως ατενίζει τον έρωτα, την πιο ισχυρή και πιο πολύπλοκη απ’ όλες τις ανθρώπινες επιθυμίες, που συντηρείται απ’ το μυστήριο και είναι ασύμβατος με τη λογική. Ο έρωτας ως ένας δαίμων στην ψυχή του, παλινδρομεί ανάμεσα στην έλλειψη και στην πλήρωση, στη θνητότητα και στην αθανασία,  καθιστά την ευτυχία αδιαχώριστη από τη δυστυχία. Ένα αίσθημα συντριβής και από την παρουσία και από την απουσία του άλλου προσώπου. Με πόση μαεστρία ο ποιητής καταφέρνει να συγκεράσει τον ρεαλισμό με τον ρομαντισμό. Βιώνει τον ρεαλισμό, ατενίζει τον ρομαντισμό του έρωτα.
«Ό,τι μου πεις είναι καημός. Ό,τι μου ψιθυρίσεις έρωτας. Είσ’ εσύ! Είσ’ η αγάπη μου η αιώνια π’ ερωτοτροπεί με το Καλοκαίρι, π’ ανασαίνει στο ρυθμό του τζίτζικα. Ν’ αρπάξεις και συ ένα μπαστούνι ξωτικού για να με ξαναγγίξεις, να σβήσεις τη δίψα σου. Στις δυο χούφτες μου μέσα τις γιομάτες από νεραϊδόγαλο!».  
Ο ποιητής ερωτεύεται ως μαθητευόμενος κι αντιμετωπίζει τον έρωτα ως μια εγκόσμια μαθητεία με γράμματα ιερογλυφικά, γνωρίζοντας τη μεγάλη πιθανότητα να μην ανακαλύψει ποτέ καμιά αλήθεια, παρά μόνο να αποκρυπτογραφήσει ορισμένα σημεία με τον κίνδυνο πάντα μιας λανθασμένης ερμηνείας, διότι ενυπάρχει στον έρωτα μια υψηλού βαθμού εγγενής απροσδιοριστία.
Το αγαπημένο πρόσωπο, ένας άγνωστος κόσμος, ένα τοπίο θολό, ένας τόπος που εμπεριέχεται στο σώμα του άλλου, ένας  εντυλιγμένος τρόπος ζωής που πρέπει να ξεδιπλώσει. Ο ποιητής δεν σκέφτεται τον εαυτό του, σκέφτεται να βγει από τον εαυτό του. Ολότελα κενός από τον ίδιο κι απορροφημένος από το άλλο αυτό σύμπαν θα προσφέρει το πιο βαθύ κόκκινο της ψυχής του. « Ξανάλα! Ξανάλα μικρή αρχόντισσα με τα μαβιά τα μάτια και τα μπριλάντια στα μαλλιά! Θα σε φιλέψω μια χούφτα γάργαρο νερό απ’ τα χέρια του Δία κι ένα κομμάτι ανθόμελο φυλαγμένο στο κελάρι της καρδιάς μου. Δεν ξέρεις ότι δεν έπαψα ποτέ να σ’ αγαπώ ;»  Μ’ ένα αίσθημα ανακριτικό ζητάει να μάθει ακόμα περισσότερα για το αγαπημένο πρόσωπο και μαθαίνοντας υποφέρει, γιατί πάντα υπάρχει κάτι που το Εσύ δεν ομολογεί και του κρύβει. «Για δες πώς κρεμάστηκαν απ’ τα χείλη τ’ ουρανού οι λέξεις και δε λεν να πέσουν! Κουράστηκα να κρέμομαι απ’ των χειλιών σου τις παρυφές και ν’ αρμέγω την Άνοιξη μέσ’ απ’ τις νεκρικές βουνοκορφές της νιότης».
Μα πώς να βγει από τον εαυτό του, όταν ελλοχεύει ο κίνδυνος ν’ αποκλειστεί απ’ αυτόν; Μα πώς να εισχωρήσει σ’ έναν κόσμο που δεν του ανήκει, που ποτέ δεν θα κατέχει ολόκληρο; Η βασανιστική επιθυμία να κατέχει ερωτικά το άλλο πρόσωπο δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί ολοκληρωτικά. «Κι εσύ, εσύ υπάρχεις μόνο για μένα. Άσπρο μεγάλο καλοκαίρι. Τα δάχτυλά σου, στα δάχτυλά μου. Αιώνια!» Ο ερωτευμένος κυριευμένος από ρομαντικά αισθήματα, προϊόντα της υποκειμενικής του κρίσης, καθιστά το αντικείμενο του πόθου του  φορέα ευτυχίας και νοήματος στη ζωή, δεν δύναται ν΄ ανιχνεύσει ψεγάδια σ΄ αυτό, δημιουργεί ένα πλάσμα προικισμένο με χαρίσματα, ένα φανταστικό πλάσμα, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, αφού οι εραστές δεν γνωρίζονται. «Σε ξανακοίταξα γυμνή, με κλεισμένα τα βλέφαρα της επιθυμίας. Σε ξανακοίταξα γυμνή, έτσι όπως ήσουν πάντα, ορθάνοιχτη, ερωτική γραμμή νοτισμένη απ’ τις πρώτες σταγόνες της βροχής!». Το υποκείμενο προβάλλει τις επιθυμίες του και τις σεξουαλικές του ενορμήσεις στο αντικείμενο του πόθου. «Θά ’ρθω να τραγουδήσουμε μαζί δυο τραγούδια ερωτικά… Πόσες φορές θα σε ξαναδώ, έτσι μικρή γυμνή ατόφια, πάνω στα χέρια της θάλασσας της φεγγαρόλουστης, μαζί να ψηλαφίσουμε το πεσμένο φως των αστεριών, μαζί ν’ αρμενίσουμε στ’ αρχέγονα λιβάδια του Πόε; Κι όταν ιδωθούμε θα χτυπήσουμε τα πλήκτρα στα χέρια της Άνοιξης, να ζωντανέψουμε ξανά όλες τις νεκρές αχιβάδες, όλα τα δίστιχα τα ξεψυχισμένα ν’ αναστήσουμε, όλα τα λησμονημένα φεγγάρια του παρελθόντος να ξανανταμώσουμε!»
Μα όταν τα είδωλα, όταν τα κατασκευάσματα του νου χαθούν και αντικρίζει ο ένας τον άλλον, όπως πραγματικά είναι, τότε καταλύονται οι ψευδαισθήσεις κι οι αυταπάτες και η απογοήτευση είναι μεγάλη ή η οδύνη, θα έλεγα. « …Δεν ήσουν ήλιου ανασεμιά μήτε αγέρας ήσουν, μόν’ ήσουν έρωτα πληγή αίμα πηχτό στα χείλη της λεμονιάς πικρός ανθός της Άνοιξης η δύση!» Τότε συλλαμβάνει ο ποιητής την αλήθεια στον έρωτα, τη στιγμή που παύει να τον ενδιαφέρει, τη στιγμή που το Εγώ του, που αγαπούσε, έχει κιόλας εξαφανιστεί. « Δεν θα μιλήσω για τις φλόγες της καρδιάς που τυραννιούνται, μέσ’ το σεντούκι του εαυτού σου…μόν’ θα μιλήσω για τα ερωτικά φλογισμένα γράμματα της ψυχής που πέφτουν και χάνονται, πνιγμένα απ’ τα κύματα της αδιαφορίας!».
Η οδύνη του έρωτα, δημιούργημα της ανθρώπινης φαντασίας κι αυτή, μια τεράστια ψευδαίσθηση. Πάσχει το ποιητικό υποκείμενο και συγχρόνως φοβάται την ίαση, γιατί η γιατρειά θα σβήσει για πάντα το παλιό του Εγώ, έτσι ώστε, τελείως αποκομμένο απ’ αυτό, ν’ αναστηθεί σ’ ένα διαφορετικό Εγώ. Για να λησμονήσει πρέπει να ξαναγυρίσει και να καταδυθεί στο είναι του για να διασχίσει αντίστροφα τώρα όλα τα συναισθήματα που βίωσε στον τότε μεγάλο του έρωτα. « Γκρεμίστηκες απ’ το βάθρο που σ’ είχα ανεβάσει. Κρίμα! Άλλη μια κούφια γης χωρίς σφυγμό. Άλλη μια πηγή ξερή χωρίς νερό. Άλλη μια ύπαρξη ρηχή χωρίς καημό. »
Ακολουθώντας αυτόν τον οδυνηρό δρόμο και δια της επαναλήψεως  μαθαίνει ότι οι άνθρωποι, που έγιναν η αιτία της οδύνης του,  που αγάπησε και τον έκαναν να υποφέρει, τώρα δεν μπορούν να ασκήσουν πια καμιά δύναμη πάνω του. Και κοιτάζοντας βαθιά μέσα στην ύπαρξή του αυτήν τη σπασμένη αλυσίδα από σημεία ερωτικής οδύνης, θα συνειδητοποιήσει σε βάθος χρόνου, ότι μεταστοιχειώθηκαν σε χαρά. Έγιναν εικόνα, ουσία, Ιδέα για να μπορέσει ν’ αγαπήσει ξανά απ’ την αρχή. Άλλωστε, είμαστε πάντα στο τέλος πιο πιστοί κι αφοσιωμένοι στον εαυτό μας παρά στο πρόσωπο που αγαπήσαμε πολύ. Οι οδύνες δεν ήταν εξαρτημένες από το αντικείμενο του πόθου του, ήταν ένα κακόγουστο αστείο, ένα τέχνασμα εις βάρος του εαυτού του. Όταν ατενίσει τον Άλλον ως Ιδέα, αμέσως η λύπη μεταπλάθεται σε χαρά. Υπάρχει μια θεϊκή μορφή στο πρόσωπο, που τον πλήγωσε και τον έκανε να υποφέρει κι εκεί κρύβεται η τέχνη του ζην. «Μην κοιτάς ποτέ πίσω άνθρωπε, μην τις πληγές ανασκαλεύεις, ο ποταμός κοίτα πώς τρέχει, πισωγύρισμα δεν έχει, τρέχα κι εσύ μαζί, του ποταμού τ’ ατέλειωτου τα νερά ακολούθα.»
Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης έχει έγνοια και άγρυπνη συνείδηση για την αγάπη. Δεν την αφήνει να χαθεί «ανάμεσα στ’ ανοιχτόχρωμα βλέφαρα του χρόνου». Από τα μπαλκόνια του ουρανού κοιτάζει τόσο μακριά, μα τόσο μακριά και ως άνθρωπος και ως ποιητής! Πόσο δύσκολο ν’ ανεβεί κανείς στα μπαλκόνια του ουρανού. Πόσο δύσκολο να ξεφύγει απ’ τον μικρόκοσμό του και να απλώσει τα φτερά του, να κοιτάξει τον ήλιο κατάματα και ν’ αγναντέψει τη σιωπή! Θεωρώ συγκλονιστικούς - και με αυτούς θα κλείσω το ταξίδι - τους στίχους του: «Μην κοιτάξεις πιο πέρα από το πέρα, απλά κοίτα πιο πέρα από το πρέπει κι απ’ το γιατί.»
Μάρθα Παπαδοπούλου



Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

ΝΕΑ ΑΤΡΑΠΟΣ - ΜΑΡΘΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - STAXTES

ΠΟΙΗΣΗ

«Νέα Ατραπός» του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη

Ο φιλοσοφικός, υπαρξιακός και ερωτικός Λόγος του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη στην ποιητική του συλλογή «Νέα Ατραπός», χαράζει όντως, όπως φανερώνει κι ο τίτλος, ένα καινούργιο μονοπάτι στον τρόπο αντίληψης του κόσμου και της ζωής, ομολογουμένως δύσβατο και ιδιαίτερο, αφού προϋποθέτει το άνοιγμα των βαθύτερων έσω ενεργειακών μας κέντρων.
Οι λέξεις του, οντότητες με σάρκα και οστά, αυθύπαρκτες και αυτάρκεις γεννήθηκαν μέσα στη σιωπή και σ’ αυτήν έχουν προορισμό να επιστρέψουν. Μέσα στη σιωπή θα γίνουν κραυγή.
«Η σιωπή είναι η κραυγή του άρρητου», θα μας πει και «αποφάσισα να γράφω δίχως λέξεις». Οι λέξεις του θα συνδιαλλαχθούν με τη σιωπή, αφού πρώτα απεκδυθούν αυτό που νομίζουν πως είναι, αφού απαλλαγούν από το παρελθόν και το μέλλον και ριζικά αποχωριστούν το Γίγνεσθαι, που φθείρεται και φθείρει.
Ο ποιητής Γιώργος Πολ. Παπαδάκης παλεύει με τον «πυρήνα των κυττάρων» του, ασπάζεται εν επιγνώσει τη φαινομενικότητα και την αυταπάτη και ταυτοχρόνως τις πολεμά, προκειμένου να φτάσει στο σημείο εκείνο, όπου το Τίποτα είναι το ίδιο με το Όλον, όπου το κενό ταυτίζεται με το πλήρες, το ζωντανό με το νεκρό, η διαφορά με την ομοιότητα. Πασχίζει να αγγίξει το Ένα, το άπειρο, το αιώνιο, που δεν έχει ιδιότητες, διότι έχει όλες τις ιδιότητες. Να κρατήσει την όντως Ύπαρξη, το ά-τομο που δεν τέμνεται, δεν θρυμματίζεται, διότι
αντιδρά η ύλη με την αντι-ύλη και παράγουν το Μηδέν. Μέσα στο Μηδέν βρίσκει το Είναι, αφού, όπως γράφει, «όλα τελειώνουν κάποτε κι αρχίζουν απ’ το Ένα», « το πούσι της ερήμου φεύγει κι έρχεται σαν παλίρροια», «ξανακάνει έναν κύκλο πάλι η ιστορία» και επειδή «η ιστορία θα ξαναγεννηθεί χωρίς την παρουσία σου».
Στα ποιήματά του διακρίνουμε επιρροές από την κοσμογονία των πρώτων φιλοσόφων της Ιωνίας, τους οποίους απασχόλησαν οι έννοιες της ύλης, της δύναμης, της κίνησης, της αέναης ροής και μεταβολής των πάντων. Τα στοιχεία του νερού, της φωτιάς, της γης και του αέρα είναι διάσπαρτα στη συλλογή «Νέα Ατραπός» και μας ψιθυρίζουν τα μυστικά τους μηνύματα. Είναι, επίσης, διάχυτη η αίσθηση πως όλα τα πράγματα φθείρονται και διαλύονται «εις τα εξ ων συνετέθησαν», όπως έλεγε ο Αναξίμανδρος για να μεταστοιχειωθούν τελικά σ’ αυτό που νοείται ως ακίνητο, αέναο και άπειρο, με τη διττή έννοια της λέξης, δηλαδή του αδιαπέραστου και του χωρίς τέλος. Το Είναι, που προϋπάρχει προαιώνια, κατέχει κυρίαρχη θέση στα ποιήματα και, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, σαν ζωντανή φωτιά εναλλάξ δυναμώνει και εξασθενεί χωρίς ποτέ να σβήνει εντελώς.

Ο ποιητής έχει βαθιά επίγνωση του Γίγνεσθαι. Τα λουλούδια δεν φύτρωσαν, τα κλειδιά χάθηκαν, οι στιγμές τον προσπέρασαν και τρύπωσαν στα αυλάκια της ζωής, οι γυναίκες με την αγέρωχη κορμοστασιά και τα σαν πετρωμένη λάβα στήθη έγιναν Λερναία Ύδρα και ο έρωτας κόσμησε το μέτωπό του με το στέμμα της λήθης. Οι μνήμες τον πληγώνουν, «ψίθυροι απ’ τη χοάνη του παρελθόντος» γλείφουν και γλύφουν τις πληγές του, παραισθήσεις κι ενοχές τον αποπροσανατολίζουν.
Συγκινητικός μέσα στην τραγικότητά του  ο ποιητής καλεί τον αναγνώστη όχι μόνο να αντιληφθεί την ψευδαίσθηση και τη ματαιότητα, όχι μόνο να  συλλάβει τη σπουδαία ρήση του Ηράκλειτου, «τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει» αλλά κάτι πιο δύσκολο, να την αποδεχθεί. «Τι είσαι; Ένα δέντρο μοναχό στο δάσος του γαλαξία. Αποδέξου την αδράνεια..».
Αδράνεια σημαίνει κατανόηση των φυσικών νόμων, που αν ακολουθηθούν, δίνουν αληθινή δύναμη σε κάθε πράξη. Αυτό που χρειάζεται είναι να ακολουθήσει κανείς τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων, να πάει με το ρεύμα. Αν ο άνθρωπος αφεθεί στο ρεύμα, αυτό θα τον ταξιδέψει παντού, αν  εναντιωθεί, θα τον εκμηδενίσει. «Ο Νόμος είναι το Ένα κι αυτός που ευδοκιμεί στον νόμο γίνεται ένα με το Ένα.», γράφει ο ποιητής. Σ’ αυτό το σημείο υπάρχουν σπέρματα της ανατολικής φιλοσοφίας. Αληθινή αρετή είναι η ικανότητα του καθενός μας να αναγνωρίζει τον Νόμο, τον Δρόμο, με άλλα λόγια την Αιτία, την Αρχή, το Απόλυτο, την Αρμονία, τον Θεό, την πρωταρχική ενέργεια, τη Φύση.
Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, επειδή διαθέτει ως άνθρωπος παιδεία, ευαισθησία και μια δυσεύρετη ανώτερη ευφυΐα, δεν θα πτοηθεί. Άλλωστε, όπως είχε πει ένας απ’ τους κορυφαίους λογοτέχνες και ποιητές του 20ου αιώνα, ο Ιρλανδός Τζέιμς Τζόυς, « Ένας ευφυής άνθρωπος δεν κάνει λάθη. Τα λάθη του είναι ηθελημένα κι αποτελούν πύλες ανακάλυψης». Θα αποφασίσει, λοιπόν, ο ποιητής να ζήσει χωρίς ζωή, να παλέψει χωρίς χέρια με το θεριό που τον συνθλίβει μέσα του, να χτυπήσει ο ίδιος την αχίλλειο πτέρνα του, πιο δυνατά και τελειωτικά από ό, τι τα βέλη του Πάρη και να λυτρωθεί.
Μήπως, όμως, πέφτει έτσι σε αντίφαση; Πώς να ζήσει κανείς χωρίς ζωή; Πώς να παλέψει χωρίς χέρια, πώς να τρέξει με την ακινησία του βράχου; Η απάντηση είναι «όχι». Είναι η δυνατότητα του ποιητή να προτάξει βαθιές φιλοσοφικές έννοιες  του Ζεν μέσα από την ανάδυση του παράδοξου. Είναι και θέμα «Αδράνειας», όπως προείπαμε. Αδράνεια σημαίνει ν’ αφήσεις το κάθε πράγμα να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει σύμφωνα με τη φύση του, να επιτρέψεις την ικανοποίηση της Φύσης. Να αφήσεις το κάθε πράγμα να βρει και να εκτελέσει τον προορισμένο από τη Φύση δρόμο και σκοπό του. Να μην σπρώχνεις, να μην βιάζεις τις εξελίξεις.
 Η Αδράνεια είναι η ατραπός, που ψάχνει ο ποιητής και αυτή δεν ανήκει στον κόσμο της αντίληψης, ούτε στον κόσμο της μη αντίληψης. Δεν είναι στο καλό, ούτε στο μη καλό. Είναι στην ελευθερία, στο να κοιτάζει ο άνθρωπος τη συνείδηση χωρίς περισπασμούς από τον έξω κόσμο για να φτάσει σε ανώτερα επίπεδα συνειδητότητας. Η Ατραπός είναι βίωμα, ούτε ιδεολογία, ούτε θρησκεία. Και το κυριότερο: Όσο πασχίζεις να την πλησιάσεις, τόσο αυτή ξεμακραίνει από σένα, όπως ακριβώς κι η ευτυχία, το σπάνιο εκείνο πουλί, που έρχεται και κάθεται από μόνο του στον ώμο του ανθρώπου, που δεν έτρεξε να το κυνηγήσει ή να το φυλακίσει.
Δεν είναι, επομένως, τυχαίο, που η πένα του ποιητή κείτεται μεν νεκρή, όπως θα ομολογήσει, αλλά η ποίησή του υπάρχει και είναι τρεχούμενο νερό που δεν στερεύει, ζυγιασμένη στη χαρά και στον πόνο, στο δούναι και λαβείν, στη μοναξιά, στην προδοσία, στο άσπρο και στο μαύρο.
Μέσα στα θηρία του Γίγνεσθαι, που τον κυκλώνουν, ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης βρίσκει τον Εαυτό, γιατί όταν ανοιχτεί κανείς στον ωκεανό της πανανθρώπινης συνείδησης, οι σταγόνες του μικρόκοσμού του χάνονται, περνά στην έκσταση και συνειδητοποιεί ότι το «μακρινό» είναι το «δίπλα» και αυτό με τη σειρά του είναι το «μέσα» μας. Ναι, όλα γίνονται Ένα τελικά. Αυτό είναι το μονοπάτι, η Ατραπός, η Νέα Ατραπός που είναι και εξίσου πανάρχαια.
Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο της ποίησης του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη, που φανερώνει την ευρυμάθειά του, την ευρηματικότητα και την γονιμοποιό δύναμή του είναι η διακειμενικότητα, δηλαδή μια ουσιαστική συνομιλία άμεσα ή έμμεσα με μοτίβα, ιδέες και σχήματα άλλων κειμένων. Τα διακείμενα (λέξεις, φράσεις, αναφορές, παραθέματα, περιγραφές) θα μας βοηθήσουν να ξεκλειδώσουμε την ερμηνεία των ποιημάτων του, να αναδείξουμε τη διαχρονική σχέση συνύπαρξης του έργου του με τα πρωτότυπα, είτε μέσω ενός δημιουργικού εμπλουτισμού είτε μέσω της ανατροπής των συμβάσεων και της απόκλισης από την νόρμα του καταξιωμένου προτύπου.
Πιο συγκεκριμένα, στο ποίημα «Εντροπία» είναι φανερή η αναφορά στον ήρωα του μυθιστορήματος «Έγκλημα και τιμωρία» του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.  Όπως ο Ρασκόλνικωφ, λοιπόν, έτσι και το ποιητικό υποκείμενο θα ακολουθήσει μια πορεία εσωτερικής αναζήτησης, θα περιπλανηθεί «μέσα στων ενοχών την παραζάλη», σε παραληρήματα και παραισθήσεις που τον διαλύουν σωματικά και ψυχικά. Η μοναξιά γίνεται αβάσταχτη. Απομονώνεται, κλείνεται στον εαυτό του και στα αδιέξοδά του βιώνοντας  έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι: « Θα κομματιάσω το χαρτί…θ’ αφήσω το μυαλό να σβήσει κάνοντας μικρούς αλλοπρόσαλλους ήχους, όπως το καυτό σίδερο στο νερό….σ’ ένα σαλόνι ξεφτισμένο απ’ τον χρόνο θα σωριαστώ να ψάξω αυτό που κρύβω μέσα μου». Χρέος του κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου είναι να κατανοήσει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής και την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος στη συμπεριφορά του ανθρώπου και στο απρόβλεπτο αυτής. Ποιο είναι το ηθικό χρέος του ανθρώπου; Πώς εισχωρεί κανείς στα μύχια της ψυχής του; Υπάρχει θεός; Έχει δύναμη η αγάπη; Η αιώνια πάλη του ποιητή με τις λέξεις, με τα συναισθήματά του, η αγωνία του να υπηρετήσει την ποίηση, ο αγώνας του να σκοτώσει τους προσωπικούς του δαίμονες, η ακροβασία του κοιτάζοντας κατάματα το κενό για να συνεχίσει να γράφει. Γράφω σημαίνει υπάρχω. Το ερώτημα είναι «τι γράφω»; Τι προσφέρω στο ιστορικό γίγνεσθαι και πώς οι στίχοι μου θα αποτελέσουν το καταφύγιο του δοκιμαζόμενου ανθρώπου; Θα θρυμματιστεί ο ποιητής, όπως και ο Ρασκόλνικωφ, αλλά στο τέλος με μια μαγική κίνηση θα ενώσει πάλι τα κομμάτια του και θα συνεχίσει να γράφει. Η ποίηση είναι κάθαρση, είναι η πορεία προς τον «ανώτερο άνθρωπο». Αυτή την πορεία προσπάθησε να ακολουθήσει κι ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι, ακόμα κι αν χρειάστηκε να σπάσει τους ηθικούς φραγμούς και να περάσει στην απόλυτη ελευθερία και στο «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Αξίζει να σταθούμε, επιπροσθέτως, στο ποίημα «Έκλειψη», στο οποίο ο ποιητής επικοινωνώντας νοητικά με την «Έρημη Χώρα» του Τόμας Έλιοτ, δημιουργεί μια κατάσταση παρακμής και αποσύνθεσης. Χαρακτηριστικά γράφει: «Θ’ αδειάσουν τα μάτια μας…το χώμα ξερνά νεκρό σπέρμα. Βουλιάζουν τα νησιά κι η Πάτμος πρώτη… Η μέγγενη σφίγγει το ραβδί της μοίρας. Η ιστορία κλαίει τους πεθαμένους… Μας δέχθηκε η άβυσσος σα μαύρη τρύπα που κατέρρευσε κι ήπιε το φως της». Στο ποίημα αυτό πίσω από το δράμα, που φαίνεται να παίζεται, υπάρχει ένα άλλο δράμα που ξετυλίγεται παράλληλα και βαθύτερα στη συνείδησή μας. Οι στίχοι του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη εμποτισμένοι με συναίσθημα από τα σκοτεινά βάθη της ψυχής του, προσδίδουν ένταση στις λέξεις και στις εικόνες και εξαιρετική ενάργεια στα μέσα έκφρασης.
Είπαν εναντίον του Έλιοτ, ότι εγκαταλείπει τον αναγνώστη του χωρίς προοπτική ελπίδας σε μια άνυδρη, διψασμένη, άγονη «Έρημη Χώρα». Δεν θα πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι παρ’ όλα αυτά έγραψε ποίηση και η Τέχνη με την αιώνια ροή των φτερών της ταξιδεύει τις ψυχές των ανθρώπων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο ποίημα «Έκλειψη». Η παρακμή που περιγράφεται με σκληρά περιγράμματα, ετοιμάζει το χώμα για ένα διαφορετικό αύριο. « Ας ανοίξει κάποιος μια οπή στο κούτελο του Μίθρα. Ν’ ανοίξει η επίφυση, να χυθεί γαλάζιο φως.» Ο Μίθρας είναι η προσωποποίηση του φωτός, ο καλός ποιμήν, ο προστάτης της αλήθειας, το σύμβολο της πορείας από το έρεβος της γης στο ουράνιο φως, η εγγύηση της σταθερότητας του κύκλου από την σκοτεινή νύχτα της έκλειψης στην καινούργια μέρα της αναγέννησης. Άλλωστε, δεν αρκεί να γεννιόμαστε. Γεννιόμαστε με σκοπό να ξαναγεννηθούμε. Ο βαθύτερα μελετημένος αναγνώστης θα αντιληφθεί την έμμεση αναφορά στο τρίτο μάτι (επίφυση) του ποιητή ως διόδου διάχυση του φωτός και διαφυγής από το υλιστικό Εγώ.
Κλείνοντας την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση της ποιητικής συλλογής «Νέα Ατραπός», θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην επισημάνουμε τα ποιήματα «Κατανόηση» και «Οι νεκροί δεν μιλούν», εμπνευσμένα και με αναφορές το πρώτο στο βιβλίο «Πέδρο Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο και το δεύτερο στο διήγημα «Οι νεκροί» από τη συλλογή διηγημάτων «Οι Δουβλινέζοι» του Τζέιμς Τζόυς. Πρόκειται για δύο ποιήματα που σχετίζονται με την κατάβαση στον Άδη ή σε πιο γενικές γραμμές με τον κόσμο των σκιών σε μια προσπάθεια εξερεύνησης του ατομικού ή συλλογικού ασυνειδήτου, σε μια προσπάθεια να αποδομήσει κανείς τις άμυνες του και να φτάσει στα άδυτα της ψυχής του απογυμνωμένος. Μια μεταμορφωτική διαδικασία η διαισθητική ενόραση και η επαφή με την αύρα των νεκρών. Μια ίσως επώδυνη εμπειρία, μα τόσο γόνιμη. Κανείς δεν επιστρέφει από μια τέτοια εμπειρία μένοντας ίδιος. Οι νεκροί δεν εξαγοράζονται, δεν ξεγελιούνται. Είναι σαν την ώρα που δραπετεύουμε από τον εαυτό μας για να σωθούμε και τελικά πέφτουμε τρέχοντας μέσα του. Πολλές φορές στη ζωή χρειάζεται να πεθάνουμε για να συνειδητοποιήσουμε, ότι ζούμε  ή μάλλον καλύτερα τον τρόπο πώς να ζούμε. Άλλες πάλι φορές ζούμε όντας μέσα μας ολότελα νεκροί. Ας μην ξεχνάμε, τέλος, πως είμαστε εν δυνάμει νεκροί και αυτό μοιάζει παρηγορητικό αφού «δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν», όπως αναγράφεται στην Α΄ Επιστολή προς Κορινθίους του αποστόλου Παύλου.


Συμπερασματικά, η συλλογή «Νέα Ατραπός» του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη μας προτρέπει στο εδώ και τώρα της ευτυχίας, ως αφυπνισμένη συνειδητότητα. Αυτό που χρειάζεται είναι να καθαρίσουμε τον θολωμένο από τη σκόνη και τα φαντάσματα του παρελθόντος εσωτερικό μας καθρέφτη για να αντικατοπτρίζει τα βουνά, τις θάλασσες, τα δέντρα, τ’ αστέρια. Η ευτυχία είναι συνυφασμένη με την αλήθεια, ένας ίσκιος της αλήθειας. Για να αναζητήσει κανείς την αλήθεια πρέπει να γίνει ο ίδιος αληθινός και για να δει κανείς το θεϊκό στοιχείο της ευτυχίας χρειάζεται να κοιτάξει με  μάτια ευτυχισμένα. Πίστευε για να δεις και ποτέ το αντίθετο. Προσκύνα τα βουνά, τις θάλασσες, τα δέντρα, τ’ αστέρια. Σώπασε και περίμενε.

Μάρθα Παπαδοπούλου - φιλόλογος






Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

Η ΛΑΪΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΕΥΡΥΤΕΡΑ

Η ΛΑΪΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΕΥΡΥΤΕΡΑ
    (ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ Η ΤΕΧΝΗ)
Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές.

Αλμπέρ Καμύ
                                   
Το ερώτημα τι είναι υψηλή λογοτεχνία και  σε ποιους απευθύνεται (το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για την ζωγραφική ή τη μουσική) είναι διαχρονικό και φυσικά δεν πρόκειται να λυθεί μέσα σε ένα μικρό κείμενο. Μπορούμε όμως να θέσουμε ορισμένους προβληματισμούς και εν γένει να τοποθετηθούμε σχετικά με αυτό.  Έτσι θα αγγίξουμε απλά το θέμα αφήνοντας τον αναγνώστη να κρίνει τελικά τι είναι εκείνο που πραγματικά θεωρεί τέχνη: ένα δυσνόητο πρωτότυπο δημιούργημα, ή ένα έργο ευφυές που προκαλεί τέρψη και συγκίνηση;
Σαν βάση έναρξης του άρθρου, θα θεωρήσουμε το μυθιστόρημα. Δεν θα επεκταθούμε σε ρεύματα, σχολές και είδη μυθιστορήματος (εκτός του μοντερνισμού)αλλά θα μας απασχολήσουν οι λόγοι που καθιστούν ένα τέτοιο εκτενές πεζογράφημα ως «σπουδαίο». Όλες οι εκτενείς αφηγήσεις αφηγούνται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, με κλιμακούμενο συνήθως ρυθμό και εμπεριέχουν στοιχεία όπως, η πλοκή, η ανάπτυξη των χαρακτήρων, οι ανατροπές στην πλοκή, σε κάποιες περιπτώσεις το σασπένς, το ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει σε πολλές ιστορίες η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα.
Φυσικά υπάρχουν συγγραφείς που δεν δίνουν σημασία τόσο στην πλοκή όσο στη μορφή και τη χρήση της γλώσσας, ενώ άλλοι στην ανάπτυξη της ιστορίας και στην περιγραφή των χαρακτήρων. Στα συνήθη μυθιστορήματα αρκεί να ειπωθεί μια ιστορία με αξιοπρεπή τρόπο και να υπάρχει ένας αυξανόμενος ρυθμός στην πλοκή ώστε να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Με την είσοδο του μοντερνισμού στην τέχνη στις αρχές του περασμένου αιώνα αλλά και του μεταμοντερνισμού αργότερα, το βάρος ενός έργου μετατέθηκε από την πλοκή σε άλλα σημεία, όπως η εσωτερική δύναμη και η πνευματικότητα, η γλωσσική αρτιότητα, το στοχαστικό υπόβαθρο, η ποιητική γλώσσα (αυτό το χαρακτηριστικό υπήρχε και παλαιότερα), η μη γραμμική αφήγηση, η εστίαση στη λεπτομέρεια και η ανάδειξή της, ενώ η  πρωτογενής «πρόκληση συγκίνησης» αφήνεται σε δεύτερη μοίρα.
Έτσι έχουν γραφεί πολλά έργα «μη συμβατικού ύφους» από διάσημους συγγραφείς με μεγάλο κύρος που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο «Οδυσσέας»[1], του Τζόυς, «Στο Φάρο» της Βιρτζίνια Γουλφ, «Η Βουή και η Αντάρα» του Φώκνερ, το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ και αρκετά άλλα.
Τα έργα αυτά ανεξαρτήτως πωλήσεων δεν έχουν απήχηση στο ευρύ κοινό (Αρκετοί άνθρωποι τα έχουν αγοράσει αλλά δεν έχουν καταφέρει να τα διαβάσουν).  Ο μέσος άνθρωπος – ακόμα και μορφωμένος να είναι – απωθείται από ιστορίες που δεν του κεντρίζουν το ενδιαφέρον για «το τι θα γίνει στη συνέχεια». Η αναμφίβολη ευφυΐα των συγγραφέων απευθύνεται στην ικανοποίηση διανοουμένων, ανθρώπων ειδικώς ασχολούμενων με την «υψηλή λογοτεχνία», σχολιαστών ή συγγραφέων που προσπαθούν να βελτιώσουν την γραφή τους μέσα από τέτοιου είδους επιρροές. Φυσικά αυτό δεν αφαιρεί σε τίποτα, ούτε από την μεγαλοσύνη των έργων αλλά ούτε και από την ιδιοφυΐα των παραπάνω συγγραφέων.
Πολλά αντίστοιχα παραδείγματα μπορούμε να αντλήσουμε και από την μουσική και τη ζωγραφική. Είναι κλασικό το παράδειγμα του θεατή ενός ανεικονικού πίνακα ζωγραφικής που προσπαθεί να κατανοήσει: «τι θέλει να εκφράσει  ο καλλιτέχνης» ή του αναγνώστη ενός δύσκολου ποιητικού έργου που αναρωτιέται: «τι θέλει να πει ο ποιητής». Το ίδιο ισχύει και για ένα μουσικό έργο, όπου ο ακροατής ενός έργου του Στοκχάουζεν (π.χ) ακούει μηχανικά τη μελωδία (του έργου) που μπορεί να του φέρει και ύπνο. Κι όμως και ο Τζόις, και ο Στοκχάουζεν και ο Καντίνσκι και ο Μαλέβιτς θεωρούνται (και είναι) μεγαλοφυΐες που οριοθέτησαν την εποχή τους. Πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις χρειάζεται μια παιδεία για να μπορέσει ο αμύητος σε ένα έργο τέχνης να αντιληφθεί αυτό που μπορεί να του προσφέρει ένα έργο απαιτήσεων.
Οι συζητήσεις που μπορούν να προκύψουν μέσα από μια τέτοια θεματολογία είναι δαιδαλώδεις και ατελείωτες. Εξαρτάται ποιόν έχεις απέναντι σου, την μόρφωση του, το πόσο διαβασμένος είναι, τα επιχειρήματα του, αλλά κυρίως: τις αισθητικές του προτιμήσεις. Έτσι μιλώντας με έναν σύγχρονο μοντερνιστή διανοούμενο, μπορείς να αναλώσεις ατελείωτες ώρες ακούγοντας τα τόσα θαυμαστά που έχει προσφέρει στον λογοτεχνικό κανόνα ο Τζόις και ο «Οδυσσέας» του και την τεράστια συμβολή του στην εξέλιξη της λογοτεχνίας. Οποιαδήποτε αντίθετη άποψη θα απορριφθεί από εκείνον ως μη έγκυρη και ο φορέας της ως ένας αγράμματος λαϊκιστής, οπαδός της παραλογοτεχνίας[2]. Δεν θα έχει καμιά σημασία αν ο φορέας της αντίθετης άποψης είναι κι εκείνος ένας μορφωμένος, διαβασμένος και σύγχρονος διανοούμενος. «Στην πυρά» θα είναι η απάντηση. Ο καθένας το δικό του κριτήριο το θεωρεί θέσφατο. Όμως είναι θέμα γούστου!
Ενδιαφέρον έχει τι λέει για τον Τζόις και τον «Οδυσσέα» ο Πάολο Κοέλιο.
[3]«Σήμερα οι συγγραφείς θέλουν να εντυπωσιάζουν τους άλλους συγγραφείς». Ένα από τα βιβλία που προκάλεσαν μεγάλο κακό στη λογοτεχνία ήταν ο “Οδυσσέας” του Τζέιμς Τζόις - που είναι σκέτο ύφος. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί πέρα. Απογυμνωμένος, ο “Οδυσσέας” είναι ένα tweet». Έτσι ο συγγραφέας, επέκρινε τους συγγραφείς που θέλησαν να καταξιωθούν μέσω της «φόρμας» και όχι του «περιεχομένου». Συμπλήρωσε δε ότι η δική του επιτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι είναι «ένας μοντέρνος συγγραφέας, παρά τα όσα λένε οι κριτικοί». Αυτό δεν σημαίνει, είπε, ότι το γράψιμό του είναι πειραματικό, κάθε άλλο, «είμαι μοντέρνος επειδή κάνω το δύσκολο να φαίνεται εύκολο, κι επομένως μπορώ να επικοινωνήσω μ' ολόκληρο τον κόσμο» τόνισε ο Κοέλιο.
Ας δούμε όμως και την αντίθετη άποψη.
[4]Ο T.S. Eliot (Ulysses, order, and myth, 1923) χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο έργο «ως την πιο σημαντική έκφραση που η σύγχρονη εποχή έχει βρει». Και αυτό γιατί η παράλληλη χρήση της ομηρικής Οδύσσειας από τον Joyce συνιστά μια νέα μέθοδο, τη «μυθική μέθοδο», που μπορεί, σύμφωνα με τον Eliot, να αποτελέσει τον θεμέλιο λίθο της σύγχρονης τέχνης. Ειδικότερα, σημειώνει:
Με τη χρησιμοποίηση του μύθου και πλέκοντας μια συνεχή παραλληλία ανάμεσα στη σύγχρονη εποχή και την αρχαιότητα, ο κ. Τζόις ακολουθεί μια μέθοδο που πρέπει μετά από αυτόν να ακολουθήσουν κι άλλοι. Δεν θα γίνουν μιμητές περισσότερο από τον επιστήμονα εκείνο που χρησιμοποιεί τις ανακαλύψεις ενός Αϊνστάιν για να προχωρήσει στη δική του ανεξάρτητη, βαθύτερη έρευνα. Είναι απλώς ένας τρόπος για να ελέγξει κανείς, να δομήσει, να αποδώσει μορφή και αξία στο τεράστιο πανόραμα ματαιότητας και αναρχίας που είναι η σύγχρονη ιστορία.
Ο ίδιος ο Έλιοτ βέβαια δεν είναι και ο πλέον ευκολοδιάβαστος ποιητής. Για να κατανοήσει κάποιος την «Έρημη χώρα» (ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά έργα του εικοστού αιώνα)  θα πρέπει πρώτα να έχει πολλαπλές αναγνωστικές εμπειρίες και μελέτες διαφόρων σημαντικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, διότι η «Έρημη χώρα» «συνομιλεί» και με άλλα κείμενα).
Στον χώρο της μουσικής τα πράγματα δεν διαφέρουν πολύ. Σε συζήτηση με το συνθέτη Χρήστο Λεοντή για αυτό το θέμα, έφερα το παράδειγμα του «Μεγάλου Ερωτικού» του Χατζιδάκι. Ένα έργο μεγαλόπνοο (1972) που μαζί με το «Άξιον Εστί» (1964) του Θεοδωράκη, θεωρούνται οι σημαντικότερες καταθέσεις στο χώρο της έντεχνης λαϊκής μουσικής του εικοστού αιώνα στην Ελλάδα. Αφού εκθειάσαμε και οι δύο την μεγαλοσύνη του έργου και του δημιουργού, του ζήτησα να μου σφυρίξει μια μελωδία. Όπως αναμενόταν «δεν του ήρθε» κάποια, αλλά μου είπε ότι απολαμβάνει την ακρόαση του έργου κάθε φορά που το ακούει. Φυσικά δεν θα ίσχυε το ίδιο για τα λαϊκά του «Άξιον Εστί», ή για κάποιο τραγούδι του Λοϊζου ή του Ξαρχάκου κ.λπ.
Παράθεση αποσπάσματος συνομιλίας:
[6]Πώς συνδυάζεται η ποιότητα με την εμπορικότητα στη μουσική; Τι θεωρείται «μεγάλο τραγούδι»; Πού απευθύνεται ο συνθέτης, στον μυημένο ακροατή ή στο ευρύ κοινό;
Κοιτάξτε, υπάρχει η άποψη και την έχω ακούσει από σημαντικό συνθέτη, ότι «εμένα ευτελίζεται η μουσική μου άμα λάβω υπόψη μου τον κόσμο». Εγώ δε συμφωνώ με αυτή την άποψη. Εγώ θεωρώ θεμελιώδη  το κοινό και τη λαϊκή συνείδηση. Δε με νοιάζει το είδος της μουσικής ή του τραγουδιού. Θες δωδεκάφθογγο; Οκ! Αρκεί να μπορεί να είναι εύληπτο για τον κόσμο. Οι κριτικοί, αν θες οι μυημένοι, άλλα λέει ο ένας κι άλλα λέει ο άλλος. Σχόλια μπορούν να κάνουν όλοι κι οι συνθέτες όταν λέμε ότι συνηχεί το ντο με το σι, αλλά το θέμα είναι τι νόημα έχει αυτό για τον άνθρωπο που ακούει το έργο. Δες κι ιστορικά τι έχει σωθεί στην ιστορία της μουσικής, κάποια δημοτικά τραγούδια κι από την λεγόμενη σοβαρή μουσική ότι «πάει στο στόμα» π.χ από το Μότσαρτ η συμφωνία 40, η ενάτη του Μπετόβεν κι αρκετά άλλα μελωδικά.
Ναι, αλλά ζούμε στην   εποχή όπου η καλλιτεχνική ελευθερία προτάσσεται αυτού που προκαλεί αισθητική τέρψη.
Καμιά αντίρρηση, ο καλλιτέχνης κάνει ό,τι θέλει, αλλά κι ο κόσμος αποδέχεται ό,τι θέλει κι αγνοεί τα υπόλοιπα.
Ας γίνουμε συγκεκριμένοι. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» του Χατζιδάκι είναι ένα δύσληπτο έργο ή όχι, σε σχέση με την «Αθανασία» και της «Γης το Χρυσάφι» ή την «Επιστροφή»; Θέλετε να «σφυρίξετε» μια μελωδία, ας πούμε το «Κέλομαι σε γογγύλα» της Σαπφούς;
Κοιτάξτε, για κάποιους ανθρώπους μπορεί να είναι, εγώ όμως όταν το ακούω αισθάνομαι μια ευφορία. Μπορεί να μη θυμάμαι τη μελωδία που εχει «ντύσει» τη Σαπφώ, όπως θυμάμαι το «Ένα το Χελιδόνι», αλλά την ώρα που το ακούω εισπράττω μια ευφορία ψυχής.
Το ερώτημα που απασχολεί πολλούς εμπνευσμένους δημιουργούς είναι αν πρέπει το κοινό να «ανέβει σκαλοπάτι» ή ο δημιουργός να «κατέβει σκαλοπάτι»  και να προσεγγίσει την μεγάλη μάζα. Συζήτηση για το ίδιο θέμα έγινε με τον ζωγράφο  Δημοσθένη Κοκκινίδη.
[7]Μιας και αναφερθήκαμε στο μοντερνισμό στη ζωγραφική, μαζί με αυτόν έρχεται και το ακατάληπτο, έτσι; Πού απευθύνεται λοιπόν η νέα μορφή τέχνης;
Καταρχήν στον μυημένο. Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί ένα έργο στο βαθμό που είναι προσεγγίσιμο οπτικά. Αν είναι ένας πίνακας για παράδειγμα που τον έχει φτιάξει ο Πικάσο, δεν θα τον καταλάβει εάν δεν έχει μελετήσει θεωρία της ζωγραφικής.
Ναι, αλλά η τέχνη δεν απευθύνεται μόνο στους μυημένους αλλά και στον κόσμο, στο ευρύ κοινό. Εκεί τι γίνεται;
Η αγωνία μου από τα 30 μου χρόνια είναι πως θα μυήσουμε το κοινό. Είχαμε και παλαιότερα την ομάδα τέχνης, είκοσι καλλιτέχνες με πολλούς διάσημους μέσα, όπως οι Ζογγόπουλος, Μόραλης, η οποία είχε σκοπό να εξηγήσει στον κόσμο τι συνέβη με την αλλαγή στη ζωγραφική, κυρίως με την εμφάνιση του μοντερνισμού.
Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό, αλλά όπως και να το κάνουμε το αισθητικά ωραίο και το κατανοήσιμο είναι που έλκει το μέσο άνθρωπο…
Μα ναι, γιατί είναι απεικονιστικό και ωραίο οπτικά. Αλλά δε φτάνει αυτό. Διότι δεν μας αρκεί ένα γυμνό του Βελάσκεθ, επειδή είναι κομψό και ωραίο. Δε φτάνει αυτό για να μπορείς να καταλάβεις την αισθητική του αξία, αν δεν έχεις μελετήσει εικαστικές τέχνες. Είναι κάτι βαθύτερο…Αν κάποιος δεν έχει την αγωγή αυτή δεν μπορεί να καταλάβει ούτε γιατί μια αρχαία λευκή λήκυθος είναι αριστούργημα, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στην ιστορία της ανθρωπότητας, το οποίο οι αρχαίοι το κάνανε σε τρία λεπτά. Είναι αριστούργημα γιατί απεικονίζει την πραγματικότητα με ένα τρόπο ο οποίος είναι πρωτότυπος για την εποχή του. Υπάρχει γνώση της ανατομίας και της αισθητικής της ανατομίας. Αλλά, επιμένω για να κατανοήσει ο μέσος άνθρωπος την αισθητική ευαισθησία, είναι δύσκολο άμα δεν έχει μια αγωγή επί των εικαστικών τεχνών η οποία είναι απούσα παγκοσμίως. Πώς να καταλάβεις το μέγεθος του Καβάφη, αν δεν γνωρίζεις ποίηση;

Μα ακριβώς αυτό είναι το θέμα σε αυτά που μας είπε ο κ. Κοκκινίδης, ότι ο μέσος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει πολλά από τον Καβάφη, γιατί μπορεί να «δονηθεί» μέσα από μια γλώσσα και μια αισθητική που μπορεί να την προσεγγίσει σε πρώτο επίπεδο. Φυσικά μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να εμβαθύνει. Αλλά το ποιήμα έχει επιτελέσει το σκοπό του, διότι προκαλεί συναίσθημα μέσα από μια επαρκώς κατανοητή γλώσσα. Δε χρειάζεται «σεμινάριο» για να καταλάβει κάποιος σε πρώτο επίπεδο ένα ποίημα του Καβάφη.
Διαβάζοντας ο μέσος αναγνώστης «τον εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ», ή τον «Φόβο» του Τσβάιχ  ή  «Τους Αδελφούς Καραμαζόφ» του Ντοστογιέφσκι θα μπορέσει, να αρχίσει και να τελειώσει την ιστορία, ενώ είναι αμφίβολο αν θα το κατορθώσει με τον «Οδυσσέα» του Τζόις. Διαβάζοντας οποιοδήποτε έργο του Σαίξπηρ, ο επαρκώς καλλιεργημένος αναγνώστης θα μπορέσει να απολαύσει μια ιστορία, ακόμη κι αν δεν αντιληφθεί όλα τα επίπεδα του έργου. Και για να μιλήσουμε για τον μοντερνισμό, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον Ντ.Χ. Λόρενς «Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ», τον Φώουλς «ο συλλέκτης», «ο Μάγος», «Η ερωμένη του Γάλλου υποπλοίαρχου», τον Μαν «Μαγικό Βουνό» που τα έργα τους όχι μόνο στέκονται στην κορυφή της παγκόσμιας λογοτεχνικής δημιουργίας αλλά  πούλησαν και αγκαλιάστηκαν από το ευρύ κοινό. Μήπως αυτή είναι η πραγματική επιτυχία; Ο συνδυασμός ποιότητας και ευρύτερης μετάδοσης του έργου; Θα μπορέσει άραγε ο ίδιος (μέσος) αναγνώστης να κατανοήσει τη «Βουή και τη μανία» του Φώκνερ;
Τα τραγούδια  του «Άξιον Εστί» ή της «Ρωμιοσύνης» του Θεοδωράκη, (σε στίχους Ελύτη και Ρίτσου) έρχονται στο στόμα του απλού εργάτη αλλά και του διανοούμενου ή του κουλτουριάρη. Αναμφίβολα δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για τον «Θρήνο για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας» του Ξαρχάκου ή για αντίστοιχα λαϊκά ορατόρια του Μαμαγκάκη ή άλλων έντεχνων δημιουργών.
Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος το ίδιο για τα μουσικά έργα του Χρήστου[8], του Καλομοίρη[9] ή τα ατονάλ έργα του Σένμπεργκ[10]σε σύγκριση με το «Μπολερό» του Ραβέλ ή την Carmina Burana» του Ορφ.  

Όταν εκδίδεται ένα βιβλίο, κυκλοφορεί ένας δίσκος, ή γίνεται μια έκθεση ζωγραφικής, δηλαδή γίνεται ένα έργο τέχνης εμπορεύσιμο, αυτόματα σημαίνει ότι πρώτιστος στόχος είναι να αγκαλιαστεί το έργο από ένα ευρύ κοινό. Αλλιώς η «μεγαλοφυΐα» θα έκανε μερικές κόπιες και θα τις μοίραζε σε λίγους μυημένους που  «μπορούν να καταλάβουν».
Το σίγουρο είναι ότι η πρωτοτυπία είναι ένα χαρακτηριστικό, που όταν πραγματικά υφίσταται καθιστά τον δημιουργό ξεχωριστό και το έργο ανεπανάληπτο. Ποια πρωτοτυπία όμως; Να διαβάζεις ένα κείμενο χωρίς σημεία στίξης, ακατάληπτο; Να προσπαθείς να ολοκληρώσεις μια σελίδα ή ένα κεφάλαιο ή ένα βιβλίο, και όταν ακόμα το καταφέρεις (στην καλύτερη περίπτωση το background να κοινωνήσεις τα βαθύτερα νοήματα), να αναρωτιέσαι για πoιο λόγο έπρεπε να δεινοπαθήσεις για να επιτευχθεί αυτό;  Να ακούς μια μουσική χωρίς καμιά μελωδική γραμμή βασισμένη για παράδειγμα στη δωδεκαφθογγική κλίμακα και να μην νιώθεις τίποτα; ή να βλέπεις ένα πίνακα ανεικονικό, αλλά να του αποδίδεται ξεχωριστή σημασία επειδή ο Χ «πρωτοτύπησε ως προς τον τρόπο  δημιουργίας ή θεματικής»; (Δε μιλούμε για τις περιπτώσεις όπου υπάρχει εμφανής έλλειψη παιδείας, αλλά για εκείνες τις «δήθεν» καταστάσεις, όπου ο δέκτης παριστάνει τον «ενθουσιασμένο» ενώ δεν έχει καταλάβει τίποτα, ή ο συγκεκριμένος δημιουργός είναι υπερεκτιμημένος λόγω προβολής ή διαφήμισης). Φυσικά σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα μπορούν να χυθούν τόνοι μελάνης σε κριτικές και αναλύσεις για το «τι σκέφτηκε ο καλλιτέχνης» μέσα από  τις «κρυφές αλληγορίες» και τους συμβολισμούς.
Αυτή είναι όμως η τέχνη;
Με όλα τα παραπάνω δεν εννοούμε ότι η τέχνη έχει όρια ή ότι δεν υπήρξαν άνθρωποι που στέκονται στην κορυφή της καλλιτεχνικής δημιουργίας παρόλο που το έργο τους δεν κατάφερε να περάσει στον κόσμο. Ο Τζόις για παράδειγμα με τον «Οδυσσέα» και την «Η αγρύπνια των Φίννεγκαν»  ώθησε την συγγραφική μοντερνιστική λειτουργία στα άκρα και τα βιβλία του πουλάνε ακόμα παγκοσμίως. Πόσοι από αυτούς που έχουν αγοράσει το βιβλίο το έχουν διαβάσει; Και πόσοι από εκείνους που το έχουν διαβάσει το έχουν απολαύσει; Και δεν μιλάμε μόνο για το μέσο άνθρωπο αλλά για φιλολόγους ή μορφωμένους ανθρώπους.
Οι απόψεις πάντως διίστανται. Ο Α. Σόμπεργκ: αναρωτιέται:«εάν είναι τέχνη τότε δεν είναι για όλους, αν όμως δεν είναι για όλους, τότε ίσως ακόμη δεν έγινε τέχνη.
Ενώ  ο  Ρόντα Αλεξάντερ πιστεύει: «αυτή είναι η μοίρα του καλλιτέχνη: Μια ζωή να τον κρίνουν άνθρωποι που έχουν λιγότερο ταλέντο, λιγότερη φαντασία και λιγότερο γούστο απο αυτόν». 

Εδώ θα πρέπει να σταθούμε σε κάτι. Υπάρχει πράγματι μια μειοψηφία αναγνωστών (που συνήθως είναι και οι ίδιοι συγγραφείς ή μεταφραστές) οι οποίοι έχοντας εξαντλήσει την «υψηλή λογοτεχνία» στην πορεία της ζωής τους (έχουν διαβάσει είκοσι ετών τον Ντοστογιέφσκι), πράγματι εξιτάρονται από κείμενα δυσκολοπροσέγγιστα από άλλους και πράγματι «αντλούν τέρψη» μέσα από αυτά. Πόσοι όμως είναι αυτοί και πόσο αντιπροσωπευτικό είναι το ποσοστό τους, και πόσοι είναι οι «δήθεν» που προτάσσουν ονόματα και βιβλία μόνο και μόνο για να θεωρηθούν ότι ανήκουν σε μια ελίτ ανάγνωσης;
Ο ίδιος ο Τόμας Μαν αναφέρει για το «Μαγικό βουνό» έχοντας επίγνωση ότι ένα βιβλίο δεν μπορεί να διαβαστεί με «το ζόρι»:
[11]«Τι μπορώ τώρα να σας πω για το βιβλίο και για το πώς μπορεί καλύτερα να το διαβάσει κανείς; Θα αρχίσω με την αλαζονική απαίτηση να μην το διαβάσετε μία φορά, αλλά δύο. Μια απαίτηση που δεν χρειάζεται βέβαια να ικανοποιηθεί, αν κάποιος έχει ήδη βαρεθεί με την πρώτη ανάγνωση. Ένα έργο τέχνης δεν πρέπει να αποτελεί καθήκον, ούτε προσπάθεια· δεν πρέπει να το αναλαμβάνει κανείς παρά τη θέλησή του. Ο στόχος του είναι να παρέχει ευχαρίστηση, να ψυχαγωγεί και να αναζωογονεί. Αν δεν έχει αυτά τα αποτελέσματα σε κάποιον αναγνώστη, αυτός πρέπει να το παρατήσει και να στραφεί σε κάτι άλλο. Αν όμως έχετε διαβάσει το «Μαγικό βουνό» μία φορά, σας συνιστώ να το διαβάσετε και μια δεύτερη. Ο τρόπος με τον οποίο έχει συντεθεί το βιβλίο έχει αποτέλεσμα η απόλαυση του αναγνώστη από τη δεύτερη ανάγνωση να είναι βαθύτερη». Ακριβώς όπως και στη μουσική χρειάζεται κανείς να γνωρίζει ένα κομμάτι για να το ευχαριστηθεί όπως πρέπει, χρησιμοποίησα επίτηδες τη λέξη «συντεθεί» αναφερόμενος στη συγγραφή ενός βιβλίου. 
Ο συγγραφέας Δημοσθένης Δαββέτας καταθέτει την άποψη του:
[12]Πού απευθύνεται τελικά το έργο τέχνης; Στο ευρύ κοινό ή σε κάποιους μυημένους; Τοποθετείτε τον Μπωντλαίρ, τον Ντίκενς και τον Σταντάλ δίπλα στον Τζόις, τη Γουλφ και τον Έλλιοτ;
Εδώ είναι το θέμα. Το λάθος της νεωτερικότητας, που το στηλιτεύω, είναι ότι πολλοί νεωτερικοί συγγραφείς παραγνώρισαν τις κλασικές αλήθειες, τις αιώνιες αρμονίες με αποτέλεσμα να χάσουν τον κόσμο, το ευρύ κοινό. Τους τοποθετώ στο ίδιο ακριβώς ύψος, με τη μόνη διαφορά ότι αν ο Τζόις και η Γουλφ είχαν γράψει μόνο τα τελευταία τους έργα, τον «Οδυσσέα» και τον «Φοίνικα», θα τους είχα πετάξει στα άχρηστα. Επειδή όμως έχουν γραφεί οι «Δουβλινέζοι» και το «πορτραίτο ενός καλλιτέχνη» αυτό φανερώνει με έναν κλασικό τρόπο την ανέλιξη ενός νέου ανθρώπου προς τη δημιουργία. Γι’ αυτό και μόνο αποδέχομαι τον Τζόις.  Αυτούς που είναι μόνο νεωτερικοί, χωρίς να έχουν περάσει από την εμπειρία του κλασικού τους θεωρώ επικίνδυνους και οριακούς.
  
Ο συγγραφέας Κώστας Μαυρουδής αναπτύσσει τις απόψεις του επί του ιδίου θέματος


Το θέμα κ. Μαυρουδή με την τέχνη είναι να προκαλεί τέρψη, ανεξαρτήτως εποχής και κατηγορίας.
Πιστεύω στην πραγματικότητά της και στη μεταβατικότητα, στην εικόνα και στο λόγο αντίστοιχα. Αν κονιορτοποιήσουμε το αντικείμενο, αν κάνουμε τη γλώσσα σκοπό, έχει αμφισβητηθεί ο ίδιος ο κόσμος. Χαμογελώ πάντα με κάτι που διάβασα παλιά. Ότι ο πατέρας του συγγραφέα Πολ Μοράν, τεχνοκριτικός ο ίδιος, του έλεγε: «Πρόσεχε, μέχρι τον Σεζάν, όχι πιο πέρα». Για να μιλήσουμε, ωστόσο, σοβαρά, έχω ανάγκη την αφήγηση, χρειαζομαι αναφορές. Για οποιαδήποτε πραγματικότητα χρειάζεται αυτή που ήδη υπάρχει. Η εξάρθρωση που είδαμε στη ζωγραφική δεν είναι μόνο μια κριση του αντικειμένου και της απεικόνισης αλλά και λύση ενός ηθικού συμβολαίου με τα ίδια τα πράγματα. Όταν στα Capriccios του Μάρλοου βλέπουμε τη Βενετία με κτίρια του Λονδίνου (π.χ τον Άγιο Παύλο), το παιχνίδι μπορεί να είναι ακόμα λειτουργικό, γιατί έχουμε αναφορές και διάλογο με τον κόσμο. Αργότερα η πίστη και η σχέση με την εικόνα γίνεται ερείπια.

Μιλήσαμε πριν για το «Μαγικό Βουνό», ένα αριστούργημα που ρίχνει φως σε μεγάλα υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα. Πείτε μου αν ο Οδυσσέας σας προκαλεί ανάλογα συναισθήματα.
Δεν έχω διαβάσει τον Οδυσσέα. Θα πεθάνω χωρίς να τον διαβάσω. Δεν αφορά τον ψυχισμό μου, ούτε μου δημιουργεί καμιά περιέργεια, εννοώ ότι δεν με έθελξε η αυτοαναφορικότητα. Η σχέση της γλώσσας κυρίως με τον εαυτό της, έχω γράψει κάπου, είναι σαν να πλένεται το νερό ή σαν ο καθρέφτης να κοιτάζει τον εαυτό του.

Ο Θάνος Μικρούτσικος:
[13]Το οικουμενικό και πρωτότυπο είναι το «μεγάλο». Δεν είναι κατ’ εμέ ο Ντίκενς πιο μεγάλος από το Τζόις. Ότι είναι οικουμενικό και πρωτότυπο είναι το σπουδαίο. Αν τώρα, για κάποιους λόγους έχουν γίνει κτήμα και ενός ευρύτερου κοινού ακόμα καλύτερα κύριε Παπαδάκη. Γι’ αυτό ο Ρίτσος είναι μεγαλύτερος κατ’ εμέ από το Σεφέρη. Δυο, είναι οι μεγάλοι της Ελληνικής ποίησης ο Ρίτσος και ο Καβάφης. Έτσι κι αλλιώς, ένα σωρό παράγοντες συντελούν με το να προβληθεί κατάλληλα ένα έργο τέχνης.
Δηλαδή για να το προεκτείνω πηγαίνοντάς το στη μουσική, μου λέτε, ότι αν υπάρχει κατάλληλη προβολή ο Χρήστου θα αρέσει στις μάζες εξίσου με τον Θεοδωράκη;
Όχι, δεν μπορώ να πάρω το υποδεκάμετρο και να το ορίσω αυτό. Άμα μιλήσουμε για την ουτοπική κοινωνία του Πλάτωνα για άλλους, του Μαρξ για μένα ίσως. Βασικά είναι θέμα παιδείας. Θα σας πάω αλλού κύριε Παπαδάκη. Εδώ και είκοσι χρόνια υπάρχει ένα θέμα με τις αθλιότητες των ιδιωτικών τηλεοράσεων, με το life style και τις κακές εκπομπές. Κάποτε πριν από χρόνια βρέθηκα σε μια δημόσια συζήτηση με ένα μεγάλο στέλεχος ιδιωτικού σταθμού. Εν συντομία η θέση του ήταν η γνωστή: «Αυτά θέλει ο κόσμος». Του απάντησα ως εξής. Το 1970, στην Αγγλία έγινε μια συζήτηση στα πλαίσια των εκδηλώσεων του BBC. Ετέθη λοιπόν το θέμα. Ποιος έκανε «το αυγό την κότα» ή η «κότα το αυγό»; Ένας φωτισμένος παραγωγός έκανε το εξής πείραμα. Πήρε οκτώ έργα σπουδαίων Άγγλων λογοτεχνών και τα έκανε σήριαλ. Παίζοντας αυτά τα σήριαλ τη δεκαετία του ΄70 το BBC έφτασε το ΄77 σε τηλεθέαση μεταξύ 35% και 50%. Ο κόσμος είχε συνηθίσει να παρακολουθεί σήριαλ ενός άλφα επιπέδου. Σε σχέση με το lifestyle έχουμε ένα τεράστιο άλμα. Τώρα, αν μπορέσει ο δέκτης, είτε τηλεθεατής είτε ακροατής να φτάσει στο Χρήστου ή στο Τζόις, μπορεί να είναι ακόμα πιο μακρά διαδικασία, δεν μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια κάποιος. Στο κάτω κάτω της γραφής ας μη φτάσει στο Χρήστου…

Η θέση του Θάνου Μικρούτσικου είναι απόλυτα σωστή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σημερινή πραγματικότητα όπου κακά ή μέτρια βιβλία γίνονται best seller, ανάλογα αφενός με το ποιος είναι ο εκδότης, αφετέρου με την επιλογή του να «σπρώξει» στην αγορά κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο για δικούς του λόγους. Όμως το θέμα μας, δεν είναι αυτό. Διότι δεν θεωρούμε ότι το δεύτερο βαλς του Σοστακόβιτς[14] (το ίδιο και η συμφωνία Νο 40 του Μότσαρτ) χρειάζεται ιδιαίτερη «καμπάνια» για να συγκινήσει το ευρύ κοινό σε αντίθεση με ένα έργο του Στοκχάουζ που θα απευθυνθεί σε πιο «ειδικό κοινό».
Υπάρχουν έργα τέχνης υψηλής αισθητικής που απευθύνονται σε λίγους ενώ υπάρχουν έργα τέχνης υψηλής αισθητικής που απευθύνονται σε περισσότερους. Όλα πρέπει να είναι αποδεκτά, δεδομένου ότι το κριτήριο αποδοχής πρέπει να είναι το ίδιο το έργο και όχι η δημοφιλία του. Μπορεί το «Μπολερό» του Ραβέλ να αρέσει σχεδόν σε όλους αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το επεδίωξε αυτό ο Ραβέλ. Πιθανότατα έτυχε. Οφείλουμε συνεπώς να είμαστε προσεκτικοί στις κρίσεις μας περί σωστού και λάθους, διότι απλά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Υπάρχει μόνο λογοτεχνία, ζωγραφική και μουσική.
Θεωρούμε απαραίτητο να παρεμβάλλουμε εδώ ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του E.RGombrich, από το εξαιρετικό «Το χρονικό της τέχνης» που απαντά σε αρκετά ερωτηματικά.
[15]Τό γούστο στην τέχνη είναι, αναμφισβήτητα, κάτι απείρως πιο περίπλοκο
από το γούστο στην τροφή και στο ποτό. Τό θέμα δεν είναι μόνο να ανακαλύψεις διάφορες λεπτές γεύσεις, αλλά κάτι πιο σοβαρό και πιο σημαντικό. Σε τελευταία ανάλυση, οι μεγάλοι καλλιτέχνες έδωσαν ό,τι μπορούσαν σ' αυτά τα  έργα, υπέφεραν γι' αυτά, ίδρωσαν για να τα φτιάξουν, και έχουν, τό λιγότερο, το δικαίωμα να ζητήσουν από μας να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τί θέλησαν να κάνουν.
Τα όσα μπορούμε να μάθουμε για την τέχνη δεν έχουν τελειωμό. Πάντα μένουν καινούρια πράγματα ν' ανακαλύψουμε. Τα μεγάλα έργα τέχνης φαίνονται διαφορετικά κάθε φορά που τα κοιτάμε. Μοιάζουν να είναι τόσο ανεξάντλητα και απρόβλεπτα όσο και οι άνθρωποι. Είναι από μόνα τους ένας συναρπαστικός κόσμος με τους δικούς του παράξενους νόμους, τις δικές του περιπέτειες. Κανένας δεν πρέπει να νομίζει πως ξέρει τα πάντα γι’ αυτόν, γιατί κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να τα μάθει. Τίποτε ίσως δεν είναι τόσο σημαντικό όσο τούτο: για να χαρούμε αυτά τα έργα χρειάζεται ένα φρέσκο μυαλό, ένα μυαλό που να είναι έτοιμο να συλλάβει κάθε νύξη και να ανταποκριθεί σε κάθε κρυμμένη αρμονία, ένα μυαλό πού, πάνω απ' όλα, δεν είναι παστωμένο με ηχηρές λέξεις και στερεότυπες φράσεις. Είναι πολύ καλύτερα να μην ξέρει κανένας τίποτε για την τέχνη, παρά να έχει το είδος της ημιμάθειας που εκτρέφει το σνομπισμό. Ο κίνδυνος είναι πραγματικός. Υπάρχουν π.χ. άνθρωποι που έμαθαν, από δω κι από κει, τα απλά πράγματα που προσπάθησα να πω σε αυτό το κεφάλαιο, και που καταλαβαίνουν πώς υπάρχουν μεγάλα έργα τέχνης χωρίς καμιά από τις φανερές ιδιότητές της ομορφιάς στην έκφραση και στό σωστό σχέδιο. Οι ίδιοι όμως αυτοί άνθρωποι γίνονται τόσο υπεροπτικοί για τις γνώσεις τους, που τελικά προσποιούνται ότι τους αρέσουν μόνον έργα άσχημα και κακά σχεδιασµένα. Τους κυνηγά ο φόβος μήπως θεωρηθούν αγράµματοι, αν οµολογήσουν πώς τούς αρέσει κάποιο έργο που είναι έκδηλα ευχάριστο η συγκινητικό. Καταλήγουν να γίνουν σνόµπ, χάνουν την ικανότητα να χαίρονται πραγµατικά την τέχνη, και αποκαλούν «πολύ ενδιαφέροντα» όσα θεωρούν περίπου απωθητικά. Δεν θα ήθελα καθόλου να συµβάλω σε µια τέτοια παρεξήγηση. Προτιµώ να µη γίνω καθόλου πιστευτός, παρά να µε πιστέψουν µ’ αυτόν τον άκριτο τρόπο».

Όποια και να είναι η «αλήθεια» για την θέση της τέχνης και την πρόσληψή της από την κοινωνία, ένα είναι σίγουρο. Ότι αποτελεί μια λυτρωτική ατραπό για τους ανθρώπους που επιθυμούν να είναι κάτι παραπάνω από περαστικοί σε αυτή τη ζωή. Γιατί η τέχνη δεν αποτελεί μόνο δίοδο διαφυγής αλλά και τρόπο να δει κανείς διαφορετικά τα πράγματα, κυρίως εκείνα τα πράγματα που άπτονται της εσωτερικής ανάπτυξης της πνευματικότητας του ανθρώπου. Γιατί οι άνθρωποι δεν χωρίζονται μεταξύ τους σε αριστοκράτες και πληβείους αλλά σε καλλιεργημένους και ακαλλιέργητους.

(Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται για μια περισσότερο διεισδυτική ματιά στο θέμα μπορεί να ανατρέξει στο εξαιρετικό, «Ιστορία των αισθητικών θεωριών» του Monroe CBeardsley, μτφρ: Δημοσθένης Κούρτοβικ, Παύλος Χριστοδουλίδης).
                                                                                             Γιώργος Πολ. Παπαδάκης


[1] Βρόμικο, βλάσφημο, άσεμνο και τελικά αδιάβαστο έχει χαρακτηριστεί το βιβλίο του Τζόυς Ulysses (Οδυσσέας) από πολλούς. "Είναι ένα βιβλίο στο οποίο όλοι μας χρωστάμε και από το οποίο κανείς μας δεν μπορεί να ξεφύγει", γράφει ο Τόμας Έλιοτ. Όπως και να έχει, είναι ένα βιβλίο που έφερε επανάσταση στη λογοτεχνία και στον τρόπο που τη βλέπουμε σήμερα. Ένα βιβλίο όπου ο ιρλανδικός λυρισμός και η ιρλανδική χυδαιότητα φθάνουν στα άκρα, συνθέτοντας ένα απολλώνιο και διονυσιακό αμάλγαμα.
Στον "Οδυσσέα" ο Τζόυς καταγράφει τις σκέψεις και τις πράξεις πραγματικών ανθρώπων, ακόμη και τις πιο αισχρές και άσεμνες. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει έναν νεωτερικό, μοντέρνο ήρωα, επιστρέφει στο ομηρικό έπος της Οδύσσειας και αποδομεί τον Έλληνα ήρωα, τον πολύτροπο Οδυσσέα, σε μια παρωδία "περιπλανωμένου Ιουδαίου". Στη θέση του ομηρικού Οδυσσέα τοποθετεί τον Οδυσσέα-Μπλουμ, που τον χαρακτηρίζουν ταπεινές ανθρώπινες δραστηριότητες και ιδιότητες, οι οποίες και περιγράφονται λεπτομερώς στο έργο.
Με το βλέμμα του "Οδυσσέα", το Δουβλίνο στις 16 Ιουνίου του 1904, μια μέρα κοινή όπως όλες οι άλλες, ίσως όχι κοινή για τον Τζόυς (τη μέρα αυτή είχε το πρώτο ραντεβού με τη Νόρα Μπάρνακλ, με την οποία συζούσε 30 χρόνια πριν την παντρευτεί), γίνεται το σύμπαν των ανθρώπων, της ιστορίας, της θρησκείας, του πατριωτισμού, της λαγνείας, της προδοσίας. Σχεδόν κάθε μορφή ανθρώπινης εμπειρίας, σκέψεων, συναισθημάτων, αναμνήσεων ρέει, με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου, στο ρεύμα του υποσυνείδητου και εκφράζεται περιγράφοντας την πραγματική ζωή της πόλης και των ανθρώπων της, σε μια μέρα.
Το βιβλίο είναι ένας καθρέφτης κρατημένος μπροστά στη ζωή, καμωμένος από λέξεις που μιλάνε για όλα τα "ανθρώπινα". Προθέσεις, επιθυμίες, κρυφές και φανερές, βίτσια, λαχτάρες, όνειρα, ματαιώσεις, ελπίδες ξεπετάγονται μέσα από χάσματα που αφήνουν οι λέξεις, απεικονίζοντας τη ζωή όπως είναι: κατακερματισμένη, παραμορφωμένη, θολή, διασπασμένη. (παρουσίαση από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
[2] Η Παραλογοτεχνία ως όρος παίρνει διάφορες ερμηνείες. Παλιότερα σαν παραλογοτεχνία, εννοούνταν τα λαϊκά (pulps) αφηγήματα μεταξύ αυτών και το αστυνομικό μυθιστόρημα. Αργότερα εντάχθηκε και  η λογοτεχνία του φανταστικού, ενώ παραλογοτεχνία θεωρούνται και τα «ελαφρά μυθιστορήματα» ή ροζ. Για τους «βαρείς διανοούμενους» και απόλυτους στην σκέψη και την κρίση, η παραλογοτεχνία είναι:  Οτιδήποτε πουλάει.
[5] Τ.Σ. Έλλιοτ, Δεν είναι η ποίηση που προέχει, Δοκίμια για την ποίηση και τους ποιητές, μτφρ, Στέφανος Μπεκατώρος, Πατάκης, Αθήνα, 2003, σελ. 344.
[6] Χρήστος Λεοντής, συνομιλία με τον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη, «Μου είπαν», 2013, Δρόμων, Αθήνα, 2013, σελ. 210-211.
[7] Δημοσθένης Κοκκινίδης, συνομιλία με τον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη, «Μου είπαν», 2013, Δρόμων, Αθήνα, 2013, σελ. 183-184.

[8] Ο Γιάννης Χρήστου (8 Ιανουαρίου 1926 — 8 Ιανουαρίου 1970) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και φιλοσόφους της μουσικής του 20ού αιώνα, διεθνώς γνωστός ως Jani Christou. Κύριο χαρακτηριστικό της ζωής και του έργου του ήταν οι έντονες φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ανησυχίες, τις οποίες συσχέτιζε άμεσα με την μουσική, προσπαθώντας να αναδείξει την πανανθρώπινη θρησκευτική, μεταφυσική και μυστικιστική της διάσταση, πέραν από ιστορικές περιόδους, τεχνοτροπίες, πολιτισμούς και συγκεκριμένα θρησκευτικά δόγματα. ‘Έχοντας βαθιές γνώσεις φιλοσοφίας, ψυχολογίας, θρησκειολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, Ιστορίας της Τέχνης αλλά και αποκρυφισμού, ανέπτυξε το δικό του φιλοσοφικό σύστημα και τη δική του ορολογία για μια μεταφυσική της μουσικής και προσπάθησε ιδιαίτερα με τα τελευταία του έργα να υλοποιήσει τις ιδέες του σε ένα ευρύτερο «μεταμουσικό» πλαίσιο, όπου η μουσική ήταν κάτι πέρα από μουσική, συνεργαζόμενη με πολλές τέχνες με έναν νέο, υπερβατικό και λυτρωτικό τρόπο. (Από Wikipedia).
[9] Ο Μανώλης Καλομοίρης (14 Δεκεμβρίου 1883 – 3 Απριλίου 1962) ήταν Έλληνας μουσικός και συνθέτης.Ο μουσικός γλωσσοπλάστης της νεώτερης Ελλάδας, όπως χαρακτηρίστηκε, υπήρξε η επιβλητικότερη μορφή της Εθνικής Σχολής.(Από Wikipedia).
[10] Ο Άρνολντ Σένμπεργκ (Arnold Schönberg, 13 Σεπτεμβρίου 1874 - 13 Ιουλίου 1951) ήταν Αυστριακός συνθέτης, του οποίου η δράση συνδέθηκε με το μουσικό εξπρεσιονιστικό κίνημα όπως αυτό εκφράστηκε στην γερμανική ποίηση και τέχνη, ενώ στην συνέχεια αναδείχθηκε ως επικεφαλής της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης. Η μεγαλύτερη συνεισφορά του Σένμπεργκ ωστόσο θεωρείται η επέκταση των ορίων της τονικότητας και κυρίως, η εισαγωγή της ατονικότητας. Είναι διάσημος για την θεμελίωση της δωδεκαφθογγικής τεχνικής, μιας μεθόδου με ευρύτατη επίδραση στην Σύγχρονη κλασική μουσική. (από Wikipedia).
[11] Τόμας Μαν, «Το Μαγικό Βουνο, Εξάντας, Αθήνα,1995, οπισθόφυλλο.
[12] Δημοσθένης Δαββέτας, συνομιλία με τον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη, «Μου είπαν», 2013, Δρόμων, Αθήνα, 2013, σελ. 121.
[13] Θάνος Μικρούτσικος, συνομιλία με τον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη, «Μου είπαν», 2013, Δρόμων, Αθήνα, 2013, σελ. 255-256. 
[14] Το βαλς γράφτηκε το 1938, και είναι μέρος του έργου του «Σουίτα για ορχήστρα Βαριετέ». Έγινε περισσότερο γνωστό μέσα από την ταινια του Κιούμπρικ, «Μάτια ερμητικά κλειστά» το 1999.
[15] E.HGombrichΤο χρονικό της τέχνης, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1998,σελ. 36. 


ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΟΛΣΤΟΙ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

  ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΟΛΣΤΟΙ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ Η αναγνωστική προσέγγιση στο βιβλίο της Τατιάνας Τολστόι «Ο πατέρας μου, Λέων Τολστόι» δεν χρ...