ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Η ΠΤΩΣΗ - ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ


Η ΠΤΩΣΗ

O Aλμπέρ Kαμύ γεννήθηκε το 1913 στο Μοντοβί της Αλγερίας από Γάλλους γονείς. Ζει τα παιδικά του χρόνια μέσα στην απόλυτη φτώχια, με τον πατέρα του νεκρό στον πόλεμο και τη μητέρα του να ξενοδουλεύει. Το 1957 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Το 1960 ο Καμύ θα σκοτωθεί μαζί με το φίλο και εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Στην τσάντα του είχε έτοιμα τα χειρόγραφα του έργου του Ο πρώτος άνθρωπος.
Ο μονόλογος ενός δικηγόρου στο Παρίσι, (εξιστόρηση σε πρώτο πρόσωπο) είναι τόσο ελκυστικός ώστε αυτό στο στοιχείο από μόνο του  καθιστά την «Πτώση» ένα βιβλίο διαφορετικό από τα άλλα. Η πόλη που εξελίσσεται η υπόθεση του έργου είναι το Άμστερνταμ, στην Ολλανδία.
 Είναι γνωστό ότι η τρέλα σαγηνεύει και έχει χρησιμοποιηθεί στην λογοτεχνία πολλές φορές και με επιτυχία από συγγραφείς με μεγάλο ταλέντο. Ωστόσο ο Καμύ δεν ήθελε αυτό. Δεν εξυπηρετούσε η ψυχοπάθεια τους στόχους του, ούτε η άμεση περιγραφή μιας παραληρηματικής φυσιογνωμίας. Αντίθετα ένα σκαλοπάτι πιο κάτω, μια «διαταραγμένη προσωπικότητα» με ευφυΐα ήταν ότι έπρεπε για να στηθεί ο μονόλογος του. Είναι γνωστό ότι οι διαταραγμένες προσωπικότητες αδυνατούν να διαχειριστούν στρεσσογόνες καταστάσεις, ενώ έχουν προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις, απόρροια κυρίως της έλλειψης ενσυναίσθησης για τον άλλο . Αυτό δεν τους εμποδίζει να είναι γοητευτικοί ή και ευφυείς πάνω από το μέσο όρο. Έτσι είναι και ο Ζαν Μπατίστ Κλαμανς. Περιγράφει τα πιο ζοφερά γεγονότα, θανάτους, ταφές, με την αποστασιοποίηση ενός κοινωνιοπαθούς και ένα μακάβριο χιούμορ, ενώ ευχαριστιέται να μιλάει για τα επιτεύγματα του σε όλους τους τομείς, καριέρα, έρωτες κλπ:

«Είχα κάποτε ένα φίλο που πολύ συχνά τον απέφευγα. Τον βαριόμουν λίγο κι επιπλέον ήταν ηθικολόγος. Ότα όμως ήταν στα τελευταία του με ξαναβρήκε – μείνετε ήσυχος.  Δεν έφυγα ούτε στιγμή από το πλάι του. Πέθανε ευχαριστημένος από εμένα σφίγγοντας μου τα χέρια. Μια γυναίκα που με κυνηγούσε ασταμάτητα, είς μάτην όμως, είχε τη λεπτότητα να πεθάνει νέα. Κατέλαβε αμέσως βασιλική θέση στην καρδιά μου. Αφήστε δε όταν ο θάνατος είναι από αυτοκτονία. Τι γλυκιά ταραχή. Το τηλέφωνο χτυπά, η καρδιά ξεχειλίζει από αισθήματα, οι φράσεις είναι θεληματικά σύντομες μα γεμάτες υπονοούμενα. Ο πόνος συγκρατημένος και μάλιστα ναι, υπάρχει και μια δόση αυτοκατηγορίας!»

Η ναρκισσιστική διαταραχή του δικηγόρου είναι διάφανη σε όλο το αφήγημα. Ο ναρκισσιστής έιναι συμφεροντολόγος, πονηρός με κούφιο συναισθηματικό κόσμο, οιστριονικός, ενίοτε φτάνει στα όρια του κοινωνιοπαθούς:

«Κήδεψα επίσης κι ένα γέρο συνεργάτη του δικηγορικού συλλόγυ. Έναν κλητήρα περιφρονημένο μάλλον, που του έσφιγγα πάντα το χέρι. Εκεί που εργαζόμουν , έσφιγγα άλλωστε τα χέρια όλων, κι όταν λέω τα έσφιγγα, τα έσφιγγα πραγματικά. Η εγκάρδια αυτή απλότητα  μου πρόσφερε, με λίγα έξοδα τη συμπάθεια όλων, απαραίτητη για να νοιώθω όμορφα». 


Ο Καμύ ζωγραφίζει ξεκάθαρα το ναρκισσιστικό πορτρέτο του δικηγόρου μέσα από τον διαρκή μονόλογό του:

«…Μου έλειπε ωστόσο η εξάσκηση. Πάνω από τριάντα χρόνια αγαπούσα αποκλειστικά τον εαυτό μου. Πως να περιμένω να ξεχάσω μια τέτοια συνήθεια; Δεν την ξέχασα και παρέμεινα ένας άβουλος του πάθους. Πολλαπλασίασα τις υποσχέσεις. Μπλέχτηκα σε πολλούς ταυτόχρονους έρωτες, όπως άλλοτε είχα συνάψει πολλαπλές σχέσεις…»


Ακόμα όμως κι έτσι ο υποκριτής δικηγόρος θα δεχθεί ένα χτύπημα που θα τον βυθίσει στο πιοτό και την απελπισία. Δείγμα ότι κάπου βαθιά μέσα του υπήρχε ένα ανθρώπινο τείχος δυσδιάκριτο μεν, υπαρκτό δε ώστε να του δημιουργήσει αισθήματα εμπάθειας. Μια γυναίκα αυτοκτονεί πέφτοντας στα νερά ενός ποταμού και δε θα τη βοηθήσει να σωθεί. Η αλλαγή του είναι σταδιακή όταν αρχίζει να συνειδητοποιεί το «ποιος είναι». Αντιλαμβάνεται την τεράστια εσωτερική του μοναξιά και το αδιέξοδο της ύπαρξης του. Μέσα από ένα εσωτερικό μονόλογο με ερωτήσεις και απαντήσεις ο δικηγόρος έχει πλέον πλήρη αντίληψη της πτώσης του και της παρακμής του, ταυτόχρονα όμως έχει κερδίσει κάτι. Την εν συναίσθηση που του έλειπε και το ανθρώπινο στοιχείο που τελικά ενυπήρχε μέσα του αλλά δεν το διέκρινε. Εκείνα τα δευτερόλεπτα που δεν πήρε την απόφαση να βουτήξει στο παγωμένο νερό στάθηκαν καθοριστικά για εκείνον.  Και μόνο ότι ο συγγραφέας κατάφερε να στήσει σε τόσες σελίδες ένα αφήγημα με μόνο μοχλό ανάπτυξης τον εσωτερικό διάλογο και μάλιστα ένα διάλογο τόσο ευφάνταστο και καλοδουλεμένο δεικνύουν την ιδιαίτερη ευφυΐα του. Η «Πτώση» είναι ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας κι έχει ένα επιπλέον «ατού». Διαβάζεται εύκολα κι από «σχολιαστές» και το κυριότερο : από αναγνώστες.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΩΝ ΤΑΡΤΑΡΩΝ – ΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ- Dino Buzzati

Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΩΝ ΤΑΡΤΑΡΩΝ – ΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ

Ο Ντίνο Μπουτζάτι γεννήθηκε στο Μπελλούνο το 1906 και πέθανε στο Μιλάνο (όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του) το 1972. Μετά το δίπλωμα Νομικής, αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και στη λογοτεχνία.
Το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα με τίτλο «Η έρημος των Ταρτάρων»,  εκδόθηκε το 1940. Ο υπολοχαγός Τζιοβάνι Ντρόγκο είναι ο πρωταγωνιστής. Φεύγει από το σπίτι του και πηγαίνει έφιππος στο οχυρό που θα υπηρετήσει. Έκτοτε ο υπολοχαγός θα επισκέπτεται αραιά και που το σπίτι του μέσα στα χρόνια που  περνούν αργά και βασανιστικά. Αυτές οι αραιές επισκέψεις εξυπηρετούν το σκοπό του συγγραφέα να αναδείξει ακόμα περισσότερο το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Το μόνο πράγμα που προσδίδει διάθεση για ζωή στο οχυρό είναι η προσμονή επίθεσης από τους Ταρτάρους. Ο Ντρόγκο ξεκίνησε νέος και συνάντησε στην αρχή της διαμονής του στο οχυρό πολλούς μεσήλικες και ηλικιωμένους. Ο χρόνος όμως πέρασε από πάνω του και σταδιακά άρχισε να παίρνει την θέση τους, όχι μόνο ηλικιακά αλλά και σε ότι αφορά τις ιδεοληψίες τους. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος από αυτόν που επέλεξε ο Μπουτζάτι να μιλήσει κανείς για τη ματαιότητα της προσμονής, για τα άδοξο πέρασμα του χρόνου, για το παράλογο που υποκρύπτεται πίσω από την στρατιωτική νοοτροπία αλλά και την πίστη στην ουτοπία. Η καβαφική οπτική που αποκαλύπτεται  στο «περιμένοντας τους βαρβάρους» βρίσκει την τέλεια εφαρμογή της στο μυθιστόρημα αυτό. Οι πολεμιστές του οχυρού στηρίζουν την ύπαρξη τους μέσα από την προσμονή μιας επίθεσης. Ευφυής ο τρόπος που επέλεξε ο συγγραφέας να ολοκληρώσει την αφήγηση με τη χρήση της τραγικής ειρωνείας.

 Όλο το μυθιστόρημα είναι ένα οδοιπορικό μιας ολόκληρης ζωής που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, με την τραγική όψη της ύπαρξης να ενυπάρχει πίσω από τη  δράση. Είπαν για το συγγραφέα ότι επηρεάστηκε  από τον Κάφκα ή ότι προσπάθησε να τον μιμηθεί. Ο ίδιος ο Μπουτζάτι όταν του το έθεσαν αυτό είπε: «Δε μιμούμαι εγώ τον Κάφκα, η ζωή η ίδια το κάνει». Στην πραγματικότητα υπάρχουν διαφοροποιήσεις και θεωρούμε ότι είναι άδικη αυτή η σύγκριση. Υπάρχουν καφκικά στοιχεία στο έργο του Μπουτζάτι δοσμένα όμως με διαφορετικό τρόπο. Στον Κάφκα τα αδιέξοδα προκύπτουν μέσα από το παράλογο ενός γραφειοκρατικού και πολλές φορές ασφυκτικού περιβάλλοντος. Το περιβάλλον του Μπουτζάτι είναι περισσότερο ονειρικό ενώ σε αρκετά διηγήματά του προβάλλει το μεταφυσικό στοιχείο ως κυρίαρχο. Κοινό τους στοιχείο είναι πραγματικά η ματαίωση των προσδοκιών των ηρώων τους μέσα από μια ατέρμονη προσμονή η προσπάθεια, η σύγκρουση με τις αγκυλώσεις της ίδιας της ύπαρξης.  

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη:

«Είχε την ελπίδα πως δε θα έβλεπε τίποτα κι όμως μια μαύρη γραμμή διέσχιζε λοξά το ασπριδερό βάθος της πεδιάδας, κι αυτή η γραμμή κουνιόταν, ένα πυκνό πλήθος ανθρώπων και εφοδίων ερχόταν προς το Οχυρό. Καμιά σχέση με εκείνες τις μίζερες σειρές των οπλισμένων αντρών που είχαν έρθει κάποτε για να διευθετήσουν  τη γραμμή των συνόρων. Αυτή ήταν, επιτέλους, η πραγματική στρατιά του βορρά και ποιος ξέρει…
Στο σημείο αυτό ο Ντρόγκο είδε την έρημο μέσα από το φακό του να γυρίζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να γίνεται όλο και πιο σκοτεινή, να βυθίζεται  στο απόλυτο σκοτάδι. Έχασε τις αισθήσεις του  και έγειρε σαν μαριονέτα πάνω από το πεζούλι. Ο Σιμεόνι τον συγκράτησε  την τελευταία στιγμή, γραπώνοντας το λιποθυμισμένο σώμα του ταγματάρχη ένοιωσε στα δάχτυλα του το λιπόσαρκο κοκαλιάρικο  κορμί».


Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - FRACTAL - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2017

http://fractalart.gr/giorgos-pol-papadakis/



Γιώργος Πολ. Παπαδάκης: «Πάντα υπάρχει αγωνία όταν γράφεις ένα βιβλίο»


Συνέντευξη στον Δημήτρη Βαρβαρήγο // και στη Νιόβη Ιωάννου //


Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, είναι Έλληνας μαθηματικός, καθηγητής πληροφορικής, συγγραφέας, ποιητής. Πρόσφατα ολοκλήρωσε έναν νέο κύκλο σπουδών στην Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Ένας εραστής του λόγου που αφήνει το δικό του σημαντικό αποτύπωμα στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας:
“Η συγγραφή είναι λύτρωση από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Προσφέρει ευχαρίστηση και τέρψη η διαδικασία της, αλλά ακόμα περισσότερο, προσφέρει κίνητρο για επιβίωση, διότι εμπεριέχει το σπόρο του «στόχου». Του στόχου της δημιουργίας”.

-Κύριε Παπαδάκη, θα ξεκινήσω από το παρελθόν στα Παιδικά σας χρόνια. Από πότε νιώσατε ότι θα ακολουθήσετε την τέχνη της λογοτεχνίας;
Από μικρός ένοιωθα την ανάγκη να εκφραστώ με το γραπτό λόγο. Ήμουν ανήσυχο πνεύμα και από το δημοτικό σχολείο ήδη εκφραζόμουν με τη ζωγραφική και τα καλλιτεχνικά. Στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου οι εκθέσεις μου εμπεριείχαν τα πρώτα σπέρματα αφηγηματικότητας και έδειχναν την τάση μου για το φανταστικό.

-Ποια άλλη τέχνη σας αρέσει εκτός από τη λογοτεχνία;
Μου αρέσει η τέχνη γενικά. Η ζωγραφική μου αρέσει και όποτε μπορώ ζωγραφίζω ερασιτεχνικά. Εδώ θα πρέπει να πω ότι είχα δώσει ελεύθερο και γραμμικό σχέδιο στις Πανελλαδικές και αν δεν εισαγόμουν στο Μαθηματικό Πατρών, θα ήμουν σήμερα αρχιτέκτονας. Επίσης εκτιμώ απεριόριστα την τέχνη του ηθοποιού και του σκηνοθέτη – θεωρώ τον κινηματογράφο απ’ τις κορυφαίες τέχνες. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ασχολούμαι με την μουσική σαν ερευνητής και στιχουργός. Μεγάλη υπόθεση για εμένα είναι η μουσική η οποία καταπραΰνει τις αισθήσεις, εμπνέει, ψυχαγωγεί, γεμίζει τον άνθρωπο με τα πλέον ευγενή αισθήματα. Στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι των δεκαετιών ‘60 και ‘70 βρίσκεται η δική μου, μουσική όαση. Επίσης μου αρέσει και η φωτογραφία, όχι τόσο σαν καλλιτεχνία, περισσότερο σαν μια έκφραση της αθανασίας.

-Ποια δυναμική σκέψης –έμπνευσης ενεργεί στη φαντασία σας;
Δεν γνωρίζω αν μπορεί κάποιος να συλλάβει την εικόνα της μούσας που τον εμπνέει, παρά μόνο να την νοιώσει. Αυτό που γνωρίζω για μένα είναι ότι πάντα όταν κάθομαι στο γραφείο έχω ιδέες και σκέψεις έτοιμες προς υλοποίηση. Ο χρόνος είναι λίγος.

-Πόσο σας απελευθερώνει η συγγραφή, πόσο ξεγυμνώνεται πάνω στο χαρτί, ο συναισθηματικός σας κόσμος;
Η συγγραφή είναι λύτρωση από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Προσφέρει ευχαρίστηση και τέρψη η διαδικασία της, αλλά ακόμα περισσότερο, προσφέρει κίνητρο για επιβίωση, διότι εμπεριέχει το σπόρο του «στόχου». Του στόχου της δημιουργίας.

-Ταυτίζεστε με τους ήρωές σας;
Όχι δεν θα το έλεγα, μόνο συνειδητά ίσως σε κάποιες περιπτώσεις. Είμαι από εκείνους που πιστεύουν στη δύναμη της φαντασίας. Η μυθοπλασία μπορεί άνετα να λειτουργήσει χωρίς «βιογραφικά δεκανίκια». Ο συγγραφέας και ο αφηγητής (στην περίπτωση πρωτοπρόσωπης αφήγησης) δεν πρέπει να συγχέονται.

-Σας διακατέχει αγωνία όταν γράφετε ένα βιβλίο;
Πάντα υπάρχει αγωνία όταν γράφεις ένα βιβλίο. Η αγωνία αυτή έχει διάφορες εκφάνσεις, αγωνία για την εξέλιξη της ιστορίας, αγωνία για τον αν καταφέρνεις να αποτυπώσεις μέσα στο βιβλίο αυτά που έχεις στο μυαλό  με τον τρόπο που το θες. Ο συγγραφέας ποτέ δεν εφησυχάζει εάν δεν μπει η τελική τελεία στο έργο.

-Η Ποίηση, ο στίχος, έχουν την ίδια ικανοποίηση με την πρόζα;
Η αίσθηση της δημιουργίας είναι αυτή που κυριαρχεί. Κατά συνέπεια φυσικά υπάρχει  ικανοποίηση και από τις δύο μορφές του λόγου.

g_papad_2

-Υπάρχει στην πραγματικότητα το στοιχείο της αφοσίωσης ανάμεσα στους ανθρώπους ή μόνο στη λογοτεχνία συμβαίνει αυτό κι έτσι εξιδανικεύονται οι μεγάλες αγάπες στις σελίδες της;
Είναι δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια τι σημαίνει η αφοσίωση ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο ανθρώπινος ψυχισμός εύκολα μεταβάλλεται, δεν μπορείς να είσαι ποτέ σίγουρος για κάποιον παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις και αυτές συνήθως αφορούν τους γονείς. Με αυτή την έννοια η λογοτεχνία αποτελεί αντανάκλαση της ουτοπίας και γι’ αυτό μας ευχαριστεί και εξιδανικεύουμε τους ήρωες και τους χαρακτήρες της. Δεν «βγαίνουν» όμως σε όλους τους αναγνώστες τα ίδια συναισθήματα. Στον «εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ» ο αναγνώστης συνταράσσεται από τον παράνομο έρωτα της Λαίδης και του υπηρέτη. Οι περισσότεροι περιμένουν να ευοδωθεί, υπάρχουν όμως και αναγνώστες που λυπούνται τον Λόρδο και δε συμμερίζονται την άποψη αυτή. Θέλω να πω ότι δεν είναι πάντα η εξιδανίκευση που κυριαρχεί, αλλά η γενικότερη «συμμετοχή» του αναγνώστη ή ακόμα και η ψυχική συντάραξη του. Ακόμα και στον Φλομπέρ, στη Μαντάμ Μποβαρύ, ο συνειδητός αναγνώστης συγκλονίζεται από τα πάθη, γοητεύεται από το πού μπορεί να οδηγήσει ο έρωτας, ακόμα κι αν δε ταυτιστεί με κανένα πρόσωπο, ούτε της Έμμας, ούτε του εραστή, ούτε του συζύγου.
Ο Ρασκόλνικοφ μπορεί να μην είναι ένας θετικός ήρωας, είναι όμως ένας δυνατός χαρακτήρας, σε αρκετούς βγάζει συναισθήματα που δεν είχαν νοιώσει ποτέ. Ο «Κ» στον Κάφκα μπορεί άνετα να είναι κάποιος καθημερινός άνθρωπος που τον αρπάζουν οι δαγκάνες της γραφειοκρατίας και τον συνθλίβουν. Πάρα πολλοί διείδαν στοιχεία της προσωπικότητάς τους μέσα από τον Κάπα.

-Τι μπορεί να κάνει η τέχνη σήμερα;
Αυτό που έκανε πάντα αλλά λόγω της κρίσης σε μεγαλύτερο βαθμό: να λυτρώσει, να ψυχαγωγήσει, να μορφώσει και να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.

-Το θέατρο είναι ένας μαγικός χώρος που σε γεμίζει γνώση κι έμπνευση. Συμβαίνει και σε εσάς;
Φυσικά. Το θέατρο αποτελεί πραγματικό σεμινάριο για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Δεν είναι μόνο η ψυχαγωγία που προσφέρει και η διαφυγή από την καθημερινότητα, αλλά αποτελεί υψηλή τέχνη μια θεατρική παράσταση, μέσα από τα κείμενα, μέσα από τις ερμηνείες των ηθοποιών αλλά και μέσα από τη σκηνοθετική ματιά. Αγάπησα το θέατρο, από μικρός, τότε που είδα στην τηλεόραση τους μονολόγους του Λώρενς Ολιβιέ στον «Οθέλλο» και τον «Ριχάρδο τον Τρίτο».

-Είναι απαραίτητο να ταξιδεύει ένας συγγραφέας για να εμπλουτίζει τις γνώσεις του;
Δεν νομίζω. Η φαντασία είναι το ύψιστο αγαθό που πρέπει να διαθέτει ένας συγγραφέας. Είναι φυσικά και η εμπειρία, διότι κανείς μας δεν είναι tabula rasa, αλλά η δυνατότητα να φανταστείς πράγματα διαφορετικά και πρωτότυπα είναι εκείνη που κάνει τη διαφορά. Αν τα ταξίδια μπορούν να ερεθίσουν την φαντασία ενός συγγραφέα, τότε ακόμα καλύτερα.

-Η γραφή μπορεί ν’ αλλάξει τη σκέψη των ανθρώπων και κατά προέκταση τον κόσμο;
Αυτό που αναφέρετε είναι μια ουτοπία κατά τη γνώμη μου. Ποτέ η τέχνη δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, με την ολοκληρωτική έννοια. Ίσως μπορεί να κάνει μέρος των ανθρώπων καλύτερο, να μαλακώσει ψυχές, να βελτιώσει τρόπους σκέψης, αλλά τόσους αιώνες και με τόσα αριστουργήματα στο κάθε είδος τέχνης, δεν νομίζω να είδαμε τρομερές αλλαγές στον κόσμο. Πόλεμοι, φθόνος, μιζέρια, δεινά, εξακολουθούν να υπάρχουν.  Σε κάποιες βέβαια περιπτώσεις μπορεί πράγματι η τέχνη να επιφέρει δραστικές μεταβολές – προς το χειρότερο – στον τρόπο σκέψης κάποιων ανθρώπων. Για παράδειγμα η «αγάπη» για την τέχνη οδήγησε τους Ναζί να κλέψουν ένα σωρό έργα τέχνης κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ή και να καταστρέψουν με βομβαρδισμούς άλλα τόσα.

-Τι βιβλία διαβάζετε;
Είναι πολλά τα βιβλία που διαβάζω κάθε χρόνο και προσπαθώ να εμπλουτίζω όσο μπορώ την βιβλιοθήκη μου με καινούργια έργα, ενώ δε με περιορίζει η θεματική και το ύφος. Κυρίως διαβάζω ξένη λογοτεχνία. Τον τελευταίο καιρό με έχει απορροφήσει η λογοτεχνία του 20ου αιώνα, κυρίως των μοντέρνων συγγραφέων όπως ο Ντ. Χ. Λόρενς, ο Ντάρελ, ο Φόουλς, ο Ροτ, ο Μαν, ο Κάφκα χωρίς ποτέ να αφήνω τους αγαπημένους κλασικούς. Παραμένουν πάντα αγαπημένοι ο Πόε ο Λάβκραφτ, ο Ντοστογιέφσκι και ο Σαίξπηρ ενώ δεν μπορώ να μην αναφέρω τον Φόκνερ και τον Μπόρχες.
Ο Ιταλός Ερι Ντε Λούκα που «ανακάλυψα» πρόσφατα με το «Βάρος της Πεταλούδας» πραγματικά με συνάρπασε. Είναι ένας πραγματικός λογοτέχνης αυτός ο Ιταλός, δεδομένου ότι σμιλεύει τη γλώσσα με έναν εξαιρετικό τρόπο. Έχει έναν ιδιότυπο συγκρατημένο λυρισμό χωρίς να γίνεται παρωχημένος, έχει στοχασμό, αλληγορικό υπόβαθρο και πλοκή. Πραγματικά απολαυστικός.
Από ποίηση με συγκινεί τόσο το ύφος και η γλώσσα των γάλλων καταραμένων ποιητών, όσο και η γραφή του Έλιοτ και του Γέητς. Πρόσφατα ανακάλυψα έναν άλλο εξαιρετικό Ιρλανδό ποιητή, τον Πάτρικ Κάβανα.

papadakis_books




-Έχετε ανοιχτή σκέψη ή περιορίζετε τη δράση σας στις συνθήκες της ζωής;
Όχι μόνο προσπαθώ να έχω ανοικτή σκέψη αλλά αναζητώ κυρίως ανθρώπους που κι αυτοί προσπαθούν να κρατούν ανοιχτά τα σύνορα του μυαλού τους. Δυστυχώς είναι σπάνιο είδος αυτοί οι άνθρωποι. Οι περισσότεροι έχουν κατακτήσει την «απόλυτη αλήθεια» μέσα από πολιτικοκοινωνικές αλλά και θρησκευτικές πεποιθήσεις που δεν τους αφήνουν όχι μόνο να αποδεχθούν κάτι διαφορετικό αλλά και να σκεφτούν πέρα από αυτές. Το ιδεολογικό «φίλτρο» που έχουν μέσα τους οι περισσότεροι άνθρωποι διαμορφωμένο από νευροσυσχετισμούς δεκαετιών και προσωπικές εμπειρίες τους κρατά εσώκλειστους σε μια «εσωτερική φυλακή». Είναι πολύ δύσκολο να δραπετεύσουν από αυτή τη φυλακή, από αυτό το σπήλαιο με τις σκιές  – για να [παραφράσουμε θυμηθούμε] τον Πλάτωνα – και να δουν έστω κάποιες αχτίδες φωτός. Έτσι μεγαλώνουν σίγουροι ότι η ποδοσφαιρική τους ομάδα είναι η καλύτερη και η πιο αδικημένη, ότι η θρησκεία τους είναι η αληθινή – κι όλοι οι άλλοι είναι άπιστοι, ότι το πολιτικό τους κόμμα τα «λέει καλύτερα» κ.ο.κ. Το χειρότερο είναι, ότι δεν είναι απλώς δογματικοί και φανατισμένοι με αυτά που θεωρούν σωστά αλλά με έμμεσο ή άμεσο τρόπο λοιδορούν τους υπόλοιπους ως ηλίθιους, άθεους, θεούσους, ημιμαθείς, άσχετους, αγράμματους. Ταυτόχρονα, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι είναι που ψηφίζουν αλλά και μεγαλώνουν παιδιά.

-Παρ’ όλη την εμπειρία που έχετε αποκτήσει στη ζωή, επαναλαμβάνετε τα ίδια λάθη;
Προσπαθώ συνειδητά να μην τα επαναλαμβάνω. Είναι όμως δύσκολο μιας και το δυσκολότερο πράγμα για έναν άνθρωπο είναι να «αλλάξει το φυσικό» του. Ακόμα και να το καταφέρει για λίγο, εκείνο θα επανέλθει δριμύτερο. Γίνεται, όμως. Αν προσπαθήσεις να προσεγγίσεις με διαφορετικό τρόπο τα πράγματα, πιο ψύχραιμα και με μεγαλύτερη νηφαλιότητα, σταδιακά κι ο εσώτερος εαυτός σου προσαρμόζεται. Χρειάζεται όμως δουλειά.

-Έχετε χάσει ευκαιρίες στη ζωή σας που θα σας οδηγούσαν σε ευκολότερες λύσεις, σε νέους δρόμους;
Δεν θα το έλεγα, αλλά ξέρετε καμιά φορά οι ευκαιρίες στη ζωή είναι οι περιπτώσεις που «ανακαλύπτεις» ύστερα από αρκετά χρόνια και λες ότι: «θα το έκανα αλλιώς» ή «δεν θα το έκανα» καθόλου». Δεν έχει νόημα όμως διότι σκέφτεσαι πλέον με το μυαλό ενός διαφορετικού ανθρώπου.

-Κάθε μας πράξη είναι πολιτική;
Υπό μια έννοια ναι. Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον είχε πει ο Αριστοτέλης, οπότε πολιτική είναι κάθε δράση, σκέψη ή πράξη που συμβάλλει στα κοινά με κάποιον τρόπο.

-Πιστεύετε στους πολιτικούς, στην πολιτική; Πόσο σας θλίβει προσωπικά η κατάσταση που βιώνουμε και πως μπορούμε ν’ αντιδράσουμε για να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα;
Είναι χρόνια τώρα που προσπαθώ να είμαι μακριά όχι μόνο από τα κόμματα αλλά και από τις ιδεολογίες που εξέθρεψαν τα κόμματα. Υπάρχουν μέσα μου απόψεις και δεξιές και αριστερές. Θα έλεγα ότι προσπαθώ να είμαι «λογικός». Οι περισσότεροι αρέσκονται σε μια ταμπέλα και φορούν το πέπλο της «δημοκρατικότητας». Στις συζητήσεις τους όμως και στις πράξεις τους αντιλαμβάνεσαι ότι κι εκείνοι «έχουν κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια» και συνήθως υποκρύπτουν έναν δογματισμό ή φαρισαϊσμό.
Δεν μπορείς με μια κουβέντα να αποκηρύξεις όλους τους πολιτικούς γιατί υπάρχουν και – λίγοι βέβαια – άνθρωποι με όραμα και θετική σκέψη. Τι να πεις όμως για το κατάντημα της χώρας μας; Μήπως εκείνοι δεν έχουν την μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό; Η μόνη αντίδραση είναι να υπάρξει «γενικός λαϊκός ξεσηκωμός». Το τι σημαίνει ακριβώς αυτό και ποιες οι άμεσες επιπτώσεις του είναι ένα θέμα που σηκώνει πολύ συζήτηση. Σίγουρα όμως δεν πάει άλλο. Όταν «σε απομυζούν» ενώ δε φταις, πρέπει κάτι να κάνεις. Καλές είναι οι γενικότητες ότι «έχουμε ευθύνη σα λαός για τα χρόνια της ευημερίας» αλλά η πλειοψηφία του κόσμου σε τι φταίει; Ακόμα κι αυτός που διόρισε το παιδί του με μέσον για να βρει δουλειά, τι έπρεπε να κάνει όταν αυτή ήταν η γενική κατεύθυνση; Όταν «είχε τη δυνατότητα»; Ποιο ήταν το κράτος; Με αηδιάζει η υποκρισία και περισσότερο από ανθρώπους «βολεμένους» ή «τακτοποιημένους» που θεωρητικολογούν στα ταβερνεία ή στα καφενεία περί της ευθύνης των άλλων.
Δεν πάει άλλο, με την έννοια, ότι έγιναν πολλές θυσίες από ανθρώπους που δεν φταίνε, από ανθρώπους που «δεν τα έφαγαν» και η κατάσταση δεν βελτιώνεται. Είναι πολλά τα χρόνια του πόνου.

-Πίσω από κάθε σφάλμα και οδυνηρή απώλεια αναζητάτε το κρυμμένο δίδαγμα. Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος υπέρβασης του πόνου;
Κι εγώ πιστεύω ότι πίσω από κάθε δυσκολία και πόνο βρίσκεται η δυνατότητα εξέλιξης. Παρ’ όλα αυτά η ελληνική κοινωνία έχει υποφέρει τόσα που οι άνθρωποι έχουν γίνει περισσότερο ευερέθιστοι, τσακώνονται ευκολότερα, φθονούν ευκολότερα κ.λπ. Όχι όλοι ευτυχώς. Για κάποιους η κρίση είναι η αφορμή να έρθουν πιο κοντά ο ένας με το άλλον, να δείξουν συμπόνια σε συνανθρώπους τους που είναι χτυπημένοι περισσότερο από τη μοίρα, και γι’ άλλους μια ευκαιρία να γίνουν πιο «εσωτερικοί», να κάνουν μια ενδοσκόπηση στον εαυτό τους και να προσπαθήσουν να γίνουν καλύτεροι.

-Ποιο είναι το πολυτιμότερο πράγμα που αγαπάτε στη ζωή σας;
Οι δικοί μου άνθρωποι.

-Ποια όμορφη στιγμή της ζωής σας νοσταλγείτε περισσότερο;
Είναι αρκετές οι όμορφες στιγμές που ο κάθε άνθρωπος έχει να θυμάται στην ζωή του. Είναι ιδιαίτερη η σχέση μου με τον χρόνο. Έχω καλή μνήμη και ανασύρω συχνά καταστάσεις και γεγονότα από το μακρινό παρελθόν και αναρωτιέμαι: «πώς πέρασε ο καιρός»; ή «ήταν σαν να είναι χθες». Τα χρόνια δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αλληλουχία από δωδεκάμηνα που τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο και παρασέρνουν κι εμάς στο διάβα τους.

-Ο συγγραφέας έχει ηλικία;
Ο αθλητής έχει ηλικιακό όριο σε σχέση με τους στόχους του. Το σώμα μετά τα 40 δεν είναι το ίδιο. Με το μυαλό τα πράγματα είναι διαφορετικά, ανάλογα με τον άνθρωπο βέβαια. Ο μαθηματικός έχει κι εκείνος ηλικία μιας και λέγεται ότι μετά τα 35 – μιλώ για τους μαθηματικούς ερευνητές φυσικά – δε μπορεί να δώσει τη μεγάλη απόδειξη ή την σπουδαία ανακάλυψη. Ο συγγραφέας ευτυχώς δεν έχει ηλικία. Είναι γνωστά τα παραδείγματα συγγραφέων που έδωσαν σπουδαίο έργο σε μεγάλη ηλικία. Ο Θερβάντες έγραψε το πρώτο μέρος του Δον Κιχώτη στα 58, ενώ ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του ήδη μεγάλος. Για αυτό πρέπει να θυμηθούμε τη ρήση του Ελβετού φιλόσοφου Παράκελσου: «Όποιος νομίζει ότι όλα τα φρούτα ωριμάζουν γρήγορα, όπως οι φράουλες, δεν ξέρει τίποτα για τα σταφύλια».

-Εργάζεσθε ως καθηγητής θετικών επιστημών στη Μέση Εκπαίδευση. Υπάρχουν πράγματα που σας «διδάσκουν» τα παιδιά;
Όταν διατηρείς την παιδικότητα μέσα σου λίγα είναι αυτά που μπορείς να πάρεις από τα παιδιά. Πάντα βέβαια υπάρχουν παιδιά που σε εκπλήσσουν θετικά με την στάση τους και τη συμπεριφορά τους, αλλά μήπως δεν υπάρχουν και ενήλικοι που το κάνουν αυτό;

-Τι γράφετε τώρα;
Εργάζομαι παράλληλα με 3-4 διαφορετικά βιβλία από άποψη θεματικής. Γνωρίζω ότι αυτό δε συνηθίζεται, αλλά εμένα με ξεκουράζει και με ανανεώνει το να μπορώ να ασχολούμαι με διαφορετικά είδη.

-Καλή επιτυχία, σας ευχαριστώ πολύ.
Σας ευχαριστώ κι εγώ.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

ΦΩΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ - ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ

Ένα τρικυμισμένο ποιήμα από μυριάδες σιωπές. Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, κάνει ποίηση ότι σφυροκοπήθηκε νοητικά - εμπειρικά στη ζωή. Στίχοι αποσταγμένοι με χάρη, με λυρικές - εικαστικές - ψυχικές αποχρώσεις. Ο ποιητής δίνει με περίσση αυτάρκεια και πληρότητα τις προσδοκίες, «τα ανεκπλήρωτα οράματα», το πλατύ χαμόγελο του στοχασμού του, τις αναπάντητες μεταμορφώσεις της ύπαρξης και το καθρέφτισμα του ποιητικού του λόγου:
«..η αλήθεια είναι μέσα στους ήχους της σκέψης»
«η ποίηση // δεν προσδοκά ποτέ της / πάλλευκες ανθοφόρες μυγδαλιές / 
Παρά μόνο την αλήθεια. // Η θάλασσα πήρε πάλι 
Τη θέση της // μπροστά στο παράθυρο».

Επίκεντρο της ποιητικής του είναι η ζωή, με όλες τις στοχαστικές βυθομετρήσεις, με απώτερο στόχο την υπέρβαση, παντρεμένη με την καθημερινή πρακτική, με στιχο γνήσιο και απογειωμένο στις λυρικές του εκλάμψεις. 
«Τι είναι η ζωή // Μια ραγισμένη ανεμοβεργα από νότες
Ένα μικρό περιγιάλι από φωτιές 
Ένα φαράγγι γεματο σιωπές // απλά γερμένες στην αγκαλιά σου!

Κώστας Καρούσος - ποιητής - κριτικός λογοτεχνίας. Πρόεδρος ΕΕΛ -2011

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΝΕΑ ΑΤΡΑΠΟΣ ΤΟΥ Γ.ΠΟΛ.ΠΑΠΑΔΑΚΗ


Κρίσεις για το ποιητικό βιβλίο «Νέα Ατραπός» - 2014

«…Ένα ακόμη βιβλίο αλλά κι ένα τεράστιο άλμα από την προηγούμενη ποιητική του παραγωγή. Οι αλλαγές είναι ορατές σε όλα τα επίπεδα: στιχουργική, θεματολογία, οικονομία του λόγου,  πυκνότητα, εκφραστική ακρίβεια. Ο λόγος του είναι πελεκημένος με σφυρί και αμόνι. Υπάρχει ουσιαστική διακειμενικότητα, ενώ η γραφή του είναι εύστοχη, ώριμη, πειστική, πηγαία, χωρίς το στοιχείο της υπερβολής».
                                                                                    Μανόλης Πρατικάκης, 2015


«…Η ποίηση σας είναι καλή και προχωρημένη με άριστη τεχνική. Τα ποιήματα «θέατρο σκιών» και «Κατανόηση» είναι για ανθολογία. Πολύ σπουδαία η ποιότητα της Νέας Ατραπού».

                                                                                    Γεράσιμος Δενδρινός, 2015

«Χάρηκα που έμαθα την ποίηση σας και μάλιστα με ένα αξιόλογο βιβλίο…»
                                                                                                Γιάννης Τζανετάκης, 2015

«Με δυνατές εικόνες της φύσης και της ψυχής χαράζετε την ατραπό που οδηγεί στη συμπαντική ενότητα και αρμονία, από την οποία αναβλύζει η ευωδία της ελευθερίας «όταν ο κόσμος σε γονατίζει». «…σμιλεύοντας τη λέξη βγάζει σπίθες / Οι περισσότερες από αυτές/ κρατάνε ζωντανό το όνειρο». Κι αυτό μας λείπει….
                                                                                                Διονύσης Καρατζάς, 2015

«Δεν είχα υπόψη μου προηγούμενα ποιήματά σας. Ωστόσο, πρέπει να σας πω ότι η ποιότητα της συλλογής σας Νέα Ατραπός δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας, για την εσωτερικότητα και την καθαροτητα των στίχων σας»               
                                                                                    Φίλιππος Δρακοντοειδής, 2015

Εξαιρετική η  συλλογή «Νέα Ατραπός». Ποίηση στοχαστική με ενιαίο προσωπικό τόνο «καθ’ οδον» προς τη φάση της ωριμότητας.
                                                                                    Κώστας Στεργιόπουλος, 2015


Ευχαριστώ για τη «Νέα Ατραπό. Ποιήματα δροσερά, με ήθος και γραφή ψυχική. Ξεχώρισα τον  ‘Ονειροπαρμένο», την «Εντροπία», «Οι νεκροί δε μιλούν», «Το Βασίλειο μου» και την «Κατανόηση».
                                                                                    Ζέφη Δαράκη, 2015

Τα ποιήματα της «Νέας Ατραπού» είναι ωραία και ευαίσθητα, σύστοχα με καίρια ποιητική γλώσσα.
                                                                                    Νάσος Βαγενάς,  2015

Ποιήματα ευθύβολα και στοχαστικά για την ύπαρξη και την ανθρώπινη αναζήτηση και αγωνία. Με διάθεση ειρωνίας, σχολιασμού και με επιστέγασμα έναν στίχο σκέψη για τη ζωή τη δική μου και των γύρω μας. Μου άρεσαν ιδιαίτερα  τα «Σπόρος», «Βωμός», «Απώλεια», «Εντροπία», «Κατανόηση» (όπου και ένα από τα αγαπημένα μου αναγνώσματα το «Πέδρο Πάραμο»), «Σιωπή»,  «Κάθε στίχος», «Ζω χωρίς Ζωή». Οι στιχοι σας έχουν ξεχωριστή ποιητική ένταση.
                                                                                    Γιώργος Γώτης, 2015

Με το βιβλίο σας «Νέα Ατραπός’», ένιωσα έντονες αισθητικές απολαύσεις με τις έντονες μεταφορές και την επιλογή της λέξης. Μου αρεσαν περισσότερο, «Η μνήμη και το δάσος», «Κλωνάρι», «Οι νεκροί δε μιλούν», «Σπόρος», «Ονειροπαρμένος», «Κίρκη».
                                                                                    Νίκος Κατσαλίδας, 2015



ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ - ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ, ΠΕΤΜΕΖΑΣ,ΚΑΡΤΕΡ, ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ, ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ

ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ:


 « ... Μου έκανε εντύπωση στην ποίηση του κυρίου Παπαδάκη ότι πολλά ποιήµατά του έχουνε σαν κύριο µοτίβο την ερώτηση, την απορία, αν και η απορία είναι διάχυτη σε όλα τα ποιήµατά του. Παντού υποβόσκει αυτή η απορία, δεν ικανοποιείται µε το τι συµβαίνει γύρω του, αλλά προσπαθεί να πάει πάρα πέρα κάτι για µένα πολύ σηµαντικό, για έναν ποιητή, να µην καταγράφει αλλά να απορεί και να διαλέγεται 

µε αυτόν τον κόσµο, ο οποίος όσο κι αν προσπαθείς να τον δεις δεν τον βλέπεις, πρέπει να τον συλλάβεις µέσα από τη φαντασία σου ... »
Θεοδόσης Πελεγρίνης 12//11/2001


« ..• Νοµίζω πως δεν είναι τυχαία η αµοιβαία κατανόηση που υφίσταται µεταξύ µας, αφού κι εσείς επιδιώκετε «το ωραϊον» και είστε αφοσιωµένος λάτρης του ονείρου και του λυρισµού. Τα ποιήµατά σας µαρτυρούν ευχέρεια λόγου και πηγαία έµπνευση ... »

Τάκης Βαρβιτσιώτης, 22/5/2003


« ... Χάρηκα για το νέο ποιητή µε τις, εξαιρετικής ποιότητας, εκφραστικές αρετές, που γνώρισα. Υπάρχει πνευµατικότητα και αλήθεια σε αυτό το «φως», αναγνωρίζεται µια συγκίνηση που ... συγκινεί κι ένας στοχασµός που εµπνέει»

Γιώργος Ν Κάρτερ 5/6/2003


« ••• Τα ποιήµατα της συλλογής διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους, τις φιλοσοφικές αναζητήσεις, την εναγώνια οδοιπορία για την εξόρυξη του φωτός, την επιγραµµατικότητα του στίχου, τις ροµαντικές τάσεις διαθέσεις που ενυπάρχουν, ενώ ακόµα πρέπει να τονίσουµε ιδιαίτερα, το ιδιαίτερο κλίµα- ύφος γραφής καθώς και την έντονη εικονοπλασία ... »

Δημήτρης Καραμβάλης. 2003


« ... Τόσο στο φως του νου, όσο και στη σκιά του συναισθήµατος η υπαρξιακή αγωνία είναι παρούσα - σε αυτόν τον λόγο - και εκφράζεται µε στοχασµό και έµπνευση, αλλά και µε λυρισµό και όνειρο. Υπάρχουν σελίδες που είναι ολόκληρες ένα γλυπτό λόγου και άλλες που είναι οάσεις ιµπρεσσιονιστικού και υηερρεαλιστικού ονείρου, που εντυπωσιάζει µε την ευρηµατική εικονοπλασία, τη δύναµη των συµβολισµών και την υποβλητική υπογράµµιση της λεπτοµέρειας ... »

Ιάσων Ευαγγέλου 27/5/2003


« ... το Υπάρχον Φως είναι µια ποιητική συλλογή, που παρά τον έντονο λυρισµό της, έχει έναν στοχαστικό προβληµατισµό πάνω στα µεγάλα υπαρξιακά προβλήµατα του καιρού µας. Σε µια εποχή χαλεπή η συλλογή αυτή εκπέµπει ένα φως ελπίδος.»

Σαραντος Καργάκος Eφημερίδα Απόφαση 27/12/2003


« ... Είναι η λατρεία του υποσυνείδητου, η ονειρική κατάσταση, οι ερεθισµοί του νου και της ψυχής, που γίνονται στόχαση, φιλοσοφία, στίχος και ποίηµα. Μέσα απ' όλα αυτά ο ποιητής αγωνιά, αναζητά, φιλοσοφεί και ενατενίζει υπερρεαλιστικές στιγµές πέρα από τα αισθητά και τα υπεραισθητά, όπως αγγίζουν την ψυχή του ποιητή. Η ποίησή του γίνεται ένα τραγούδι που ηχεί χαρούµενα στην καρδιά και την ψυχή του αναγνώστη ... »

Φιλολογική  Πρωτοχρονιά, Ιανουάριος 2004


« ... Ο Παπαδάκης προχωρεί ακόµη βαθύτερα αγγίζοντας και ψηλαφώντας ό,τι συσσωρεύει η προσωπική του µνήµη,
συγκλονιστικά και έκδηλα κινείται ανάµεσα στην ηθική 
επιταγή και την καταλυτική µνηµονική διεργασία. Καταλήγει ολοένα σε διαπιστώσεις που έχουν άµεση σχέση µε την κίνηση των ιδανικών, την καταφυγή στο όνειρο, τις κοινωνικές αποτιµήσεις της ιδεολογίας... Προσηλώνεται στη ζωή µε
δύναµη σαρωτικής κάθαρσης. Αφουγκράζεται τον βροντώδη βηµατισµό της ιστορίας ... Ο ποιητής δεν προσποιείται, δεν κρύβεται, µε αµεσότητα γίνεται σταδιακά αφηγηµατικός.
Ο λόγος του πάντα σταράτος διεκδικεί και κατακτά την πολιτικότητα από την αρχή έως το τέλος ... »

Λεόντιος Πετµεζάς. Η ώρα της Κυριακής 2/12/2001


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ - ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ


  Θα ήθελα κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω τον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη για την τιμή που μου έκανε να είμαι ένας εκ των παρουσιαστών του βιβλίου του στην αποψινή βραδιά, καθώς και όλους εσάς που μας τιμήσατε με την παρουσία σας.
  Ο καλαίσθητος αυτός τόμος με το πλούσιο φωτογραφικό υλικό χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, που είναι και μεγαλύτερο, υπάρχουν κείμενα πάνω στο φανταστικό. Στο δεύτερο μέρος υπάρχουν διηγήματα φανταστικά. Φανταστικά με τη διπλή σημασία της λέξης, ανήκουν δηλαδή στο είδος του φανταστικού, και ταυτόχρονα είναι «φανταστικά», δηλαδή εξαίρετα, από την άποψη της γραφής. Πολλοί από τους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Γιώργος Παπαδάκης, συμμετέχουν και στα δύο μέρη, και με τις θεωρητικές απόψεις τους και με δείγματα λογοτεχνικής γραφής.
  Πριν προχωρήσω στον επί μέρους σχολιασμό θα ήθελα να κάνω κάποιες σύντομες παρατηρήσεις σε σχέση με το φανταστικό.
  Το φανταστικό ως είδος, με τις τρεις υποκατηγορίες του, την ηρωική φαντασία, την επιστημονική φαντασία  και τη λογοτεχνία του τρόμου, κατηγοριοποιήθηκε πρόσφατα ως ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος. Όμως το κύριο χαρακτηριστικό του, η υπέρβαση του ρεαλισμού, χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία, ή καλύτερα τη μυθοπλασία, από τα γεννοφάσκια της ανθρωπότητας. Οι διάφορες κοσμογονίες των διαφόρων θρησκειών, της Βίβλου μη εξαιρουμένης, δεν είναι παρά εκδοχές του φανταστικού. Τα ομηρικά έπη, οι τραγωδίες, το έπος του διγενή Ακρίτα και το δημοτικό μας τραγούδι, βρίθουν από το φανταστικό. Όπως έγραψα και κάπου αλλού, ο ρεαλισμός δεν είναι παρά ένα μικρό επεισόδιο στην ιστορία της λογοτεχνίας, που δεν ξέρουμε πόσο θα κρατήσει. Το φανταστικό εισχωρεί σιγά σιγά μέσα στο ρεαλισμό, τόσο στη λογοτεχνία της λατινικής Αμερικής που έχει χαρακτηριστεί συλλογικά ως «μαγικός ρεαλισμός», όσο και σε επί μέρους σύγχρονους συγγραφείς. Θα αναφέρουμε χαρακτηριστικά τον Μπόρχες, που με βάση το έργο του εισήχθη ο όρος «μαγικός ρεαλισμός», ο Κάφκα με τη «Μεταμόρφωση», τον Μπουλγκάκοφ με το αριστουργηματικό «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα» και τον Σαλμαν Ρασντί με τους «Σατανικούς στίχους», έργο που αν δεν το έχετε διαβάσει σίγουρα το έχετε όλοι ακούσει. Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί καταδίκασε τον συγγραφέα του σε θάνατο. Ευτυχώς που δεν βρέθηκε ο καμικάζι να τον εκτελέσει.
  Έχουμε όμως να παρατηρήσουμε σε σχέση με το φανταστικό ό,τι παρατηρούμε και στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο γενικότερα. Υπάρχει ένα σπλιτ, ένας διαχωρισμός ανάμεσα στη λογοτεχνία και την παραλογοτεχνία, ανάμεσα στον κινηματογράφο για τους πολλούς και για τους σινεφίλ. Οι «Αδελφοί Καραμάζοφ» και το «Έγκλημα και τιμωρία» είναι ταυτόχρονα υψηλή λογοτεχνία αλλά και αστυνομικό μυθιστόρημα. Το ίδιο και η «Μετρόπολις» του Φρίτς Λανγκ (1927) και ο King kong των Merian Kooper και Ernest Shoedsack (1933), και ένα σωρό άλλα έργα όταν ο κινηματογράφος βρισκόταν στο ξεκίνημά του. Σήμερα υπάρχει ο «Πόλεμος των άστρων» αλλά και ο «Σολάρις» του Ταρκόφσκι.
Παρεμπιπτόντως να πούμε ότι η κατηγοριοποίηση της λογοτεχνίας του φανταστικού ισχύει και για τον κινηματογράφο. Έτσι έχουμε ταινίες επιστημονικής φαντασίας, ηρωικής φαντασίας και ταινίες τρόμου.
  Υπάρχει μια υποτιμητική συνυποδήλωση με την πρόθεση «παρά». Η παραλογοτεχνία αντιμετωπίζεται ως κατώτερο λογοτεχνικό είδος, και μια συνήθης κατηγορία που απευθύνεται σε συγγραφείς είναι ότι γράφουν παραλογοτεχνία.
  Αυτά μέχρι πρότινος. Το έργο του Πέτρου Μαρτινίδη, «Συνηγορία παραλογοτεχνίας» δείχνει την στροφή που έχει επιτελεσθεί τα τελευταία χρόνια. Η παραλογοτεχνία δεν αντιμετωπίζεται πια ως δευτερεύον είδος, αλλά σαν την καλύτερη παράδοση του παραμυθιού και της μυθοπλασίας, ένα είδος που προσφέρει απόλαυση, χωρίς να οδηγεί πάντα σε υψηλούς προβληματισμούς. Η αρχή ξεκίνησε από τον κινηματογράφο, όπου δίπλα στους μεγάλους σκηνοθέτες των σινεφίλ υπάρχει ο Χίτσκοκ, ο άρχοντας του τρόμου, και ο Πολάνσκι, ο βασιλιάς της αγωνίας. Ο Στήβεν Κινγκ, ο Τόλκιν, ο Άρθουρ Κλαρκ, ο Ισαάκ Ασίμοφ, διεκδικούν μια θέση δίπλα στους μεγάλους συγγραφείς του αιώνα μας, που αν δεν την εκχωρούν οι κριτικοί της λογοτεχνίας, την εκχωρούν σίγουρα οι αναγνώστες.
  Πριν κλείσουμε τη σύντομη εισαγωγή μας θα ήθελα να αναφέρω ότι με το φανταστικό φλερτάρουν και έλληνες συγγραφείς που κατά τα άλλα δεν ασχολούνται με το είδος. Ο Μένης Κουμανταρέας για παράδειγμα, στον τόμο με αυτοβιογραφικά κείμενα που φέρει τίτλο «Η μέρα για τα γραπτά και η νύχτα για το σώμα», συμπεριλαμβάνει και ένα διήγημα που ανήκει στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας, το «Ο θείος Κρίτων από τους πάγους». Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Άρη Σφακιανάκη με τίτλο «Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη» και η δεύτερη του Ανδρέα Μήτσου με τίτλο «Ο φόβος της έκρηξης» βρίθουν επίσης από το φανταστικό. 
  Όμως ας προχωρήσουμε στην παρουσίαση του βιβλίου, που είναι και ο σκοπός της αποψινής βραδιάς.
  Η «Εισαγωγή στο Φανταστικό» του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη είναι διεξοδικότατη και ιδιαίτερα εμβριθής. Τοποθετεί το θέμα τόσο θεωρητικά όσο και ιστορικά, με μεγάλη σαφήνεια και καθαρότητα. Στη συνέχεια ο Θεοδόσης Πελεγρίνης τονίζει τη σημασία της φαντασίας, απ’ όπου προέρχεται το φανταστικό, ως συστατικό στοιχείο της αντίληψης. Ο Τάσος Ρούσος δείχνει ανάγλυφα ότι δεν υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στο ρεαλισμό και το φανταστικό, και ότι υπάρχει μια διαρκής όσμωση ανάμεσά τους. Ο Μιχάλης Σταφυλάς μιλώντας για το επιστημονικό-φανταστικό μυθιστόρημα επισημαίνει τις δυο τάσεις που διαμορφώθηκαν στους κόλπους του, την μηχανικο-τεχνική, με κύριο εκπρόσωπο τον Ιούλιο Βερν, και την κοινωνικο-ψυχολογική, που εξέφρασε ο Ουέλς και ο Άλντους Χάξλευ. Στην τελευταία αυτή κατηγορία πρέπει να εντάξουμε και την «Πολιτεία του ήλιου» του Τομάζο Καμπανέλα καθώς και την «Ουτοπία» του Τόμας Μουρ. Στην ίδια κατηγορία θα μπορούσαν κάποιοι να εντάξουν και το «Κομμουνιστικό μανιφέστο».
  Ο Μάκης Πανώριος μας δίνει μια σύντομη ιστορία της «Ελληνικής φανταστικής λογοτεχνίας» στο εκτενές ομώνυμο κείμενό του, ξεκινώντας από τα αρχαία χρόνια. Χρήζει συζήτησης η θέση του ότι «Εφόσον το Φανταστικό σχετίζεται άμεσα με το αφύσικο, είναι αναμενόμενη η εμφάνισή του σε περιόδους που αποσταθεροποιείται η συνηθισμένη μορφή της καθημερινότητας και η τάξη των πραγμάτων και γενικώς, όταν εμφανίζονται αναταραχές, ανατροπές και ρήγματα στον περιβαλλοντικό και ανθρώπινο ιστό, ‘αφύσικα’ δηλαδή συμβάντα, που τον υπονομεύουν» (σελ.47). Έργα όπως το «1984» και «Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος» ενισχύουν την άποψή του. Ο Θωμάς Μαστακούρης ασχολείται με το δεύτερο υποείδος του φανταστικού, με μια περιεκτική  «Εισαγωγή στη λογοτεχνία της ηρωικής φαντασίας». Μας δίνει τα κύρια χαρακτηριστικά της: «Πρώτον, σε κάθε έργο της υπάρχει ένας λεπτομερώς περιγραφόμενος κόσμος έξω και πέρα από το δικό μας, με ιδιαίτερη γεωγραφία, ιστορία, πανίδα και χλωρίδα. Δεύτερον, υπάρχει ένας πολιτισμός που δε διαθέτει αναπτυγμένη τεχνολογία και ο οποίος τις περισσότερες φορές θυμίζει την ιστορική περίοδο του ευρωπαϊκού μεσαίωνα ή της αναγέννησης. Τρίτον, έχουμε μια έντονη παρουσία του υπερφυσικού με τη μορφή θεών, δαιμόνων, μάγων, τεράτων και εξωτικών έλλογων φυλών, που μοιράζονται τον φανταστικό αυτό κόσμο με τους ανθρώπους» (σελ. 58). Ο Γιώργος Παπαδάκης μας εισάγει στο τρίτο υποείδος του φανταστικού, στο τρόμο. Horror films, thrillers, και παλιότερα Grand Guignol, είναι μερικοί από τους όρους με τους οποίους είναι γνωστό στο χώρο του κινηματογράφου. Κάνει και αυτός μια εκτενή ιστορική αναδρομή, στην οποία δεν παραλείπει να αναφέρει το γνωστότατο σε όλους μας τέρας του Φρανκεστάιν και στον Δράκουλα.
  Στη συνέχεια η Δόμνα Παστουρματζή, μιλώντας για την επιστημονική φαντασία, επισημαίνει ότι υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις ο εμπνευστής επιστημονικών ερευνών, και αυτά που πριν ήταν επιστημονική φαντασία έγιναν επιστημονική πραγματικότητα. Τα υποβρύχια και τα ρομπότ είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ακόμη μιλάει για τον αλληγορικό χαρακτήρα που έχουν πάρα πολλά έργα επιστημονικής φαντασίας.
  Ο Γιώργος Παπαντωνάκης και η Δέσποινα Κώτη τονίζουν πόσο η επιστημονική φαντασία στην παιδική λογοτεχνία ενισχύει την αίσθηση οικουμενικότητας και την ενότητα της ανθρωπότητας. Ένα κοινό μοτίβο, θα έλεγα όχι μόνο στην παιδική λογοτεχνία, είναι όλα τα κράτη της γης να ενώνονται για να αντιμετωπίσουν εξωγήινους εισβολείς.
  Δυο από τα πιο σημαντικά κείμενα του έργου είναι τα δυο επόμενα δοκίμια του Γιώργου Παπαδάκη, το ένα πάνω στον Έντγκαρ Άλλαν Πόε και τον Χάουαρντ Φίλιπς, και το άλλο πάνω στον Ερνέστο Θεόδωρο Αμεδαίο Χόφμαν. Και οι τρεις αυτοί συγγραφείς γεφυρώνουν την «υψηλή» λογοτεχνία με την «παραλογοτεχνία» του φανταστικού, με ή χωρίς εισαγωγικά.
  Η Ελευθερία Τζαβάρα μας μιλάει για ένα λιγότερο γνωστό, αλλά εξίσου σημαντικό έργο του Τόλκιν, το «Σιλμαρίλλιον», μια σύγχρονη εκδοχή κοσμογονίας. Ο Θανάσης Βαρβατσούλης μας θυμίζει πως στα ομηρικά έπη βρίθει το φανταστικό. Η Γαρυφιλλιά Ντζιούνη μας μιλάει για τη μουσική και το τραγούδι στην αρχαιότητα, που συχνά είναι σύμφυτα με τις φανταστικές διηγήσεις. Ο μύθος του Ορφέα και το επεισόδιο με τις σειρήνες στην Οδύσσεια είναι οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Τονίζει ακόμη το πόσο η μουσική και οι κοσμογονικοί θρύλοι ήταν αλληλένδετοι με τις τελετουργίες.
  Πολύ ενδιαφέρον είναι το δοκίμιο του Δημήτρη Κολιοδήμου με θέμα «Το φανταστικό στον ελληνικό κινηματογράφο», όπου γίνεται μια λεπτομερής ιστορική αναδρομή, με άφθονες παραθέσεις τίτλων κινηματογραφικών ταινιών. Το τμήμα με τα θεωρητικά κείμενα κλείνει με τις «Αρχές της τηλεοπτικής επιστημονικής φαντασίας», όπου εδώ έχουμε άφθονες αναφορές σε ξένες τηλεοπτικές σειρές.
  Και περνάμε στο λογοτεχνικό μέρος.
 Το διήγημα το Πέτρου Αργυρίου με τίτλο Flipside είναι κάτι αντίστοιχο με το roman a these. Η ιδέα του είναι ότι πιθανόν να μην είμαστε τίποτε άλλο παρά σκέψεις ενός ανώτερου όντος. Με μια ανάλογη ιδέα, παρεμπιπτόντως, κλείνει η Ευγενία Φακίνου το μυθιστόρημά της «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα», ότι πιθανόν δεν είμαστε παρά ήρωες ενός βιβλίου που μας διαβάζει κάποιος.
  Το διήγημα του Γιάννη Σολδάτου «Διάγγελμα του Προέδρου της Δημοκρατίας προς το έθνος» είναι μια αλληγορία πάνω στην πρόσφατη ιστορία μας, και ταυτόχρονα ένα σαρκαστικό σχόλιο για το «ελληνικό όνειρο», κατά το American dream. «Και πάνω από όλα, λέει ο πρόεδρος, μην ξεχνάτε το οικονομικό μου πιστεύω: Τα μπουρδέλα θα σώσουν τη χώρα από την οικονομική κατάρρευση». Ένα από τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται στην ομιλία του είναι η Αναστασία η πουτάνα. «Χρησιμοποιώ αυτή την παρένθεση για να σας ανακοινώσω πως η Αναστασία, χωμένη στο βούρκο της ντροπής αποκαταστάθηκε τόσο πολύ οικονομικά, που σήμερα ελέγχει τις μεγαλύτερες τράπεζες της Αμερικής, της Ευρώπης και της Κίνας. Έτσι ακριβώς είναι και χαίρομαι που σας βλέπω συγκινημένους να ατενίζετε με αισιοδοξία το μέλλον… (σελ. 208). Θα μου επιτρέψετε να σχολιάσω, οι πουτάνες μπορεί να ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον, εμείς θα έλεγα μάλλον όχι. Θεματικά το διήγημα θυμίζει το «Φθινόπωρο ενός πατριάρχη» του Μάρκες, τυλιγμένο στην αχλή του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού.
  Το «Χαμόγελο του Σαμαρνού» του Θωμά Μαστακούρη, διήγημα ηρωικής φαντασίας, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Βρίσκεται στην παράδοση του μαγικού παραμυθιού. Θα μπορούσαμε να του κάνουμε μια ανάλυση κατά Βλαντιμίρ Προπ, που το βιβλίο του «Η μορφολογία του παραμυθιού» συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία του γαλλικού δομισμού, ή καλύτερα κατά Greimas, τον κύριο εκπρόσωπό του: Έτσι έχουμε τον Πομπό (Αλεάνα) και τον Δέκτη (τον Αμινόρ), το Υποκείμενο (τον Αμινόρ) και το Αντικείμενο (το Χαμόγελο της Σαμαρνούς), τον βοηθό (τη γυναικεία φωνή που τον καθοδηγεί αφού ανέβηκε όλους τους ορόφους του ανακτόρου) και τον αντίμαχο (οι φρουροί του ανακτόρου της σελήνης). Το μοτίβο της αναζήτησης είναι το κεντρικό μοτίβο του διηγήματος, όπως και στον Αλχημιστή του Coelho, αλλά τον ξεπερνά σε ευρηματικότητα. Ο θησαυρός που βρίσκει ο ήρωας στο τέλος της αναζήτησης, που δεν είναι άλλος από το γλυκύ χαμόγελο στο πρόσωπο μιας κοπέλας, τον δικαιώνει για τις περιπέτειες που πέρασε. Τα λόγια του ήρωα «Αυτή η αναζήτηση, όπως κι όλες οι άλλες, δεν έγιναν για χάρη της Αλεάνας, αλλά για χάρη της δικής μου, ανήσυχης ψυχής» (σελ. 216) παραπέμπουν τόσο στην Ιθάκη του Καβάφη, όπου η Ιθάκη δεν είναι ο στόχος αλλά η αφορμή για την περιπέτεια, όσο και στην «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, όπου ο Οδυσσέας πριν καλά καλά φτάσει στην Ιθάκη την εγκαταλείπει για χάρη της περιπέτειας.
  Να αναφέρουμε τέλος τον αριθμό επτά με τις μυστικιστικές ιδιότητές του που επαναλαμβάνεται συνεχώς στο παραμύθι (Επτά φρουροί, επτά δοκιμασίες, επτά θυγατέρες, επτά βράδια) και τα πολλαπλάσιά του (δεκατέσσερις ήρωες, εβδομήντα χρόνια).
  Το «Άγιο Πτώμα» του Χρήστου Κουλούρη είναι ένα διήγημα τρόμου, με αντιπολεμικό μήνυμα. Το εφέ του απροσδόκητου στο τέλος, με τον αφηγητή να μας αποκαλύπτει ότι είναι νεκρός, είναι ιδιαίτερα ευρηματικό.
  Του ίδιου συγγραφέα είναι και το επόμενο διήγημα, το «Βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας 2100». Είναι ένα οργουελικό «1984» στη μικρογραφία του διηγήματος, όπου το πρόβλημα δεν θα είναι ο «μεγάλος αδελφός», αλλά η έλλειψη των μικροαπολαύσεων και των μικροχαρών της ζωής όπως είναι κάποια νόστιμα τρόφιμα.
  Το «Ένα φάντασμα στη μηχανή» του Θανάση Βέμπου, ο οποίος έχει σπουδάσει προγραμματιστής, σχολιάζει τις απίστευτες δυνατότητες της πληροφορικής. Στο τέλος του διηγήματος, καταλήγει: «Ταιριαστή σύμπτωση για τη συμπλήρωση του ενάμισι αιώνα από την αρχή της έκδοσης του περιοδικού. Από το πιεστήριο στο DTP. Από το DTP στην ηλεκτρονική μορφή. Από την ηλεκτρονική μορφή στα Δίκτυα. Και από τα δίκτυα.. πού;» (σελ. 235).
  Φαν και εγώ της πληροφορικής, με δημοσιεύσεις για το ηλεκτρονικό κείμενο και το διαδίκτυο, έχω πει επανειλημμένα σε παρέες ότι την πρόοδο της ανθρωπότητας την βλέπω σε κάθε καινούρια έκδοση των windows.
  Υπάρχουν και οι απαισιόδοξοι. Η στάση εξάλλου απέναντι στην τεχνολογία ήταν πάντα διττή: Ανεπιφύλακτη αποδοχή ή έντονος σκεπτικισμός. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία ανήκει το διήγημα του Μιχάλη Σταφυλά με τίτλο «Διαμαρτυρία». Το μέλλον της ανθρωπότητας κατά τον συγγραφέα διαγράφεται ζοφερό μετά την ανακάλυψη της πυρηνικής ενέργειας.
  Το «Πετ Σοπ» του Βασίλη Χειλά είναι ένα θαυμάσιο διήγημα τρόμου στην καλύτερη παράδοση του Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Αράχνες, σκορπιοί και φίδια, είναι οι πρωταγωνιστές του. Όσο για τον ήρωα και πρωτοπρόσωπο αφηγητή, θα φαγωθεί στο τέλος από τους αρουραίους.
  Το βιβλίο κλείνει ο Γιώργος Παπαδάκης με το εκτενές διήγημα τρόμου «Τα όνειρα στο σπίτι βόρεια του Πλάντον», κι αυτό στην παράδοση του Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Το θαυμασμό του για τον Πόε εξάλλου ο Παπαδάκης τον έδειξε στα θεωρητικά του κείμενα στο πρώτο μέρος. Το θαυμάσιο αυτό ατμοσφαιρικό διήγημα, με το έντονο σασπένς, καταλήγει σε μια φρικιαστική εικόνα. «Ήταν, βουτηγμένο στο αίμα, αποτρόπαιο λάφυρο ενός ακατονόμαστου δαίμονα, με γουρλωμένα μάτια, μια στιγμή πριν από την τελευταία του πνοή, το καταματωμένο κεφάλι του φίλου μου, που με καλούσε σε βοήθεια».
  Η τελευταία αυτή παράγραφος του διηγήματος είναι με πλαγιαστά, πολύ ταιριαστά κατά τη γνώμη μου. Αποτελεί την κορυφαία στιγμή του διηγήματος, και αυτή είναι που εντυπώνεται στον αναγνώστη περισσότερο από κάθε τι άλλο. Μια ανάλογη σκηνή, η μόνη που θυμάμαι, είναι από μια ταινία τρόμου με τον τίτλο «Ανακόντα», η πρώτη που είδα στο καινουριοαγορασμένο μου dvd player πριν από πάρα πολλά χρόνια: το κομμένο κεφάλι του φίλου του κεντρικού ήρωα, στο στόμα του ανακόντα, να του κάνει μια γκριμάτσα.
  Στο διήγημα αυτό βρίσκω και το μοτίβο της γυναίκας-καταστροφέα. Το θείο πλάσμα με το θείο χαμόγελο αποδεικνύεται τελικά διαβολογυναίκα, που παραλίγο να αποβεί μοιραία για τον ήρωα αφηγητή. Το θέμα αυτό το συναντάμε στον Καζαντζάκη, κυρίως στον «Καπετάν Μιχάλη». Ο Καπετάν Μιχάλης σφάζει την Εμινέ Χανούμ, γιατί ο έρωτάς του γι αυτήν ήταν εμπόδιο στον ιερό του σκοπό, την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους.
  Νόμισα ότι αυτό ήταν μια επινόηση του Καζαντζάκη, μέχρι που διάβασα ότι ο Μωάμεθ ο πορθητής, αυτός που κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, έσφαξε μια γυναίκα από το χαρέμι του όταν κατάλαβε ότι την είχε ερωτευθεί. Ίσως ο Καζαντζάκης να είχε υπόψη του το γεγονός. Στον «Τελευταίο Πειρασμό» του Σκορσέζε, στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Καζαντζάκη, η ωραία κοπέλα δεν είναι παρά ο διάβολος που ζητά να παραπλανήσει το Χριστό πάνω στο σταυρό. Ο «Γαλάζιος άγγελος» του Joseph von Sternberg με την Μάρλεν Ντίτριχ έχει σαν κεντρικό θέμα αυτή την ιδέα. Ο αξιοσέβαστος καθηγητής ξεπέφτει εξαιτίας μιας γυναίκας. Ο Οδυσσέας έκανε πολύ καλά και βούλωσε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί για να μην ακούσουν το τραγούδι των σειρήνων, και ο ίδιος ήταν τυχερός που δεν κατάφερε να λυθεί. Όσο για τον Αδάμ, αυτός την πάτησε, και μαζί του όλη η ανθρωπότητα, με το να φάει το μήλο που του πρόσφερε η Εύα. Από την αρχετυπική εικόνα της γυναίκας ως πειρασμού που παρασύρει τον άνδρα μάλλον δεν θα απαλλαγούμε ποτέ.
  Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω τη μοναδικότητά αυτού του βιβλίου, όχι μόνο γιατί καλύπτει ένα κενό στην αγορά πάνω στο θέμα, αλλά και για την εξαιρετική ποιότητα των κειμένων του, τόσο των θεωρητικών όσο και των λογοτεχνικών. Καλοτάξιδο να είναι.
 
 
Μπάμπης Δερμιτζάκης - Κάποιες σκέψεις για το φανταστικό, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Γιώργου Παπαδάκη «Οι δρόμοι του φανταστικού» (Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, Δευτέρα 14 Νοεμβρίου, 2005)


ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΟΛΣΤΟΙ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

  ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΟΛΣΤΟΙ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ Η αναγνωστική προσέγγιση στο βιβλίο της Τατιάνας Τολστόι «Ο πατέρας μου, Λέων Τολστόι» δεν χρ...