ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2020

ΠΟΙΟΣ ΓΕΡΑΣΕ; Ο ΜΙΜΗΣ ΔΟΜΑΖΟΣ; (ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΕΣ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ 35 ΧΡΟΝΙΑ)

 

                            Ο ΔΟΜΑΖΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΠΟΙΟΣ ΓΕΡΑΣΕ; Ο ΜΙΜΗΣ ΔΟΜΑΖΟΣ; (ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΕΣ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ 35 ΧΡΟΝΙΑ)


Το ζήτημα της ποδοσφαιρικής ηλικίας και το πότε ένας ποδοσφαιριστής πρέπει να «κρεμάει» τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια πάντοτε απασχολούσε την κοινή γνώμη. Η γνώμη μας είναι ότι ένας παίκτης μεγάλης τεχνικής αν μπορέσει να συνεχίσει να γυμνάζεται σε υψηλό επίπεδο μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει πολύ περισσότερα από παίκτες που είναι 20 και 25 ετών.

Υπήρχαν ποδοσφαιριστές με μεγάλη αξία – θα αναφέρω για παράδειγμα τον Τζιοβάνι και το Μαύρο που δεν είχαν μεγάλη επαφή με τη μπάλα κατά τη διάρκεια του αγώνα, αλλά όταν είχαν, έκαναν τη διαφορά μέσα στον αγώνα. Κι αυτό σε νεαρή ηλικία. Π.χ ο Τζιοβάνι έκανε «μαγικά πράγματα» κι ο Μαύρος σε 3 επαφές σε όλο το παιχνίδι έκανε ένα γκολ. Γιατί το λέω αυτό; Διότι το να υποστηρίζουν κάποιοι, ότι ο τάδε ή ο δείνα παίκτης π.χ ο Κούδας που σταμάτησε 38 ετών, ο Δομάζος 39 ή ο Δαβουρλής 38 το έκαναν για να «τους θυμάται ο κόσμος όπως ήταν» κατά τη γνώμη μου είναι λάθος. Ο κόσμος ούτως η άλλως θυμάται κάποιον που τον έχει δει. Το να παίζει κάποιος παίκτης στα 42 του με άριστα το δέκα στο επτά ή στο οκτώ (όταν πριν δέκα χρόνια έπαιζε στο δέκα) δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα, όταν πρέπει αυτόν να τον συγκρίνουμε, όχι με τον εαυτό του, αλλά με τους υπολοίπους που παίζουν στο έξι. Φυσικά μιλάμε για υγιείς ποδοσφαιριστές κι όχι για ανθρώπους που ένα ατύχημα ή ένας τραυματισμός τους στερούν τη δυνατότητα να συνεχίσουν (Φαν Μπάστεν στα 31, ή Κώστας Πετρόπουλος στο μπάσκετ στα 30)


Όταν κάποιος έχει μεγάλο ταλέντο μπορεί στα 40 ή στα 45 να κάνει 3 ενέργειες σε ένα παιχνίδι και να το αλλάξει ολόκληρο. Ο Δομάζος μπορούσε να παίξει άνετα για παράδειγμα ως τα 45. Το απέδειξε στη συνέχεια σε φιλικά παιχνίδια όπου έτρεχε 90’. Και φυσικά δεν έχει σημασία ότι είναι φιλικοί οι αγώνες. Άμα έχεις φυσική κατάσταση και πνευμόνια μπορείς άνετα να κάνεις πολλά πράγματα διότι την τεχνική και το στυλ δεν τον ξεχνάς. Είναι λοιπόν η νοοτροπία που οδηγεί πολλούς παίκτες να σταματάνε, «πρόωρα» και ο φόβος ότι θα «πέσουν από κάποιο θρόνο» που έστησαν χρόνια. (Ο εγωισμός δηλαδή). Αλλά και αρκετοί προπονητές μιλάνε για ανανέωση. Αν είναι δυνατόν να έχεις το ΜΑραντόνα στα 38 και να τον βάζεις πάγκο μόνο και μόνο για να λες «τόπο στα νιάτα». Μα τα νιάτα ούτως ή άλλως θα πάρουν την ευκαιρία τους. Μαραντόνα όμως η Πελέ, μια φορά στα 100 χρόνια θα ξαναδείς.  Δηλαδή «δεχόμαστε» τον 28χρονο Τζιοβάνι να ακουμπάει τη μπάλα 4 φορές στο παιχνίδι και να κάνει «παπάδες» «επειδή είναι το στυλ του», αλλά δεν ανεχόμαστε τον 40χρονο Βαζέχα (που αν τον άφηναν 1 χρόνο ακόμα θα έσπαγε το ρεκόρ του Μαύρου) ούτε τον Δομάζο 1 ημίχρονο στα 45 που δε θα είχε τέσσερεις, αλλά δεκατέσσερεις επαφές με τη μπάλα (και θα ‘βγαζε και δυο ασιστ τουλάχιστον στο παιχνίδι. Είναι θέμα τι περνάει στη συλλογική συνείδηση και αυτό καθίσταται «νόμος» για προπονητές και παίκτες. Λάθος «νόμος». Είναι πολλά τα παραδείγματα που δείχνουν αυτό το λάθος.



Αυτό που συμβαίνει είναι με την ηλικία είναι είναι τραγικό. Συσχετίζει ο μέσος φίλαθλος ένα λάθος μέσα στο παιχνίδι σε κάποιον παίκτη ηλικίας από 34 και πάνω με την ηλικία του κι όχι ότι: απλά συνέβη. «γέρασε» θα πει. Αν έκανε το ίδιο λάθος, στα 24 χρόνια του, απλά θα τον έβριζαν.

Ο Ιμπραήμοβιτς φαίνεται να τα γνωρίζει όλα αυτά και γι αυτό συνεχίζει. Αναφέρουμε κι άλλους οι οποίοι ξεπέρασαν τα όρια που βάζει το κατεστημένο και απέδειξαν την κλάση τους σε μεγαλύτερη ηλικία: Μπουφόν: 40 ετών, Τότι: 41 ετών (σκόραρε στο τσάμπιονς λίγκ 38 ετών) , Ριβάλντο: 42 ετών, Σμάιχελ: 40 ετών, Μαλντίνι: 41 ετών, Κοστακούρτα: 41 ετών, Τζοφ: 41 ετών, Γκίγκς: 41 ετών, Μοντραγκόν: 43 ετών (έπαιξε σε παγκόσμιο κύπελλο, Μάθιους: 50 ετών και αρκετοί άλλοι.

Κρίμα Μίμη Δομάζο, που σταμάτησες μόνο 39 ετών…



 



Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ – ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ, Ροές

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ  ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ – ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ, μτφρ: Σταυρούλα Αργυροπούλου,

Ροές.

Ο σημερινός άνθρωπος του 2020, μέσα από την ματιά του Τολστόι, 140 χρόνια πριν.

Στο έργο αυτό «Ο θάνατος του «Ιβάν Ιλίτς» ο Τολστόι επιλέγει τη φιγούρα ενός κρατικού δικαστικού λειτουργού της εποχής του για να ξετυλίξει την ιστορία του. Είναι ένα απλό αφήγημα χωρίς ανατροπές ή κάποια ιδιαίτερη πλοκή. Με τη νουβέλα αυτή ο Τολστόι απέδειξε ότι κινείται με την ίδια άνεση στη μικρή όσο και στη μεγάλη φόρμα. Στην ουσία πρόκειται για αποτύπωση των δικών του υπαρξιακών αγωνιών στο έργο, στο πρόσωπο του άχρωμου ήρωα Ιβαν Ιλίτς αποτυπώνει τα δικά του ερωτηματικά. Ο Ιλιτς είναι ένας δικαστικός υπάλληλος που από νεαρή ηλικία φιλοδοξεί να ανέλθει και να εξελιχθεί. Παντρεύεται μια όμορφη γυναίκα σε μια σχέση που με τον καιρό από ερωτική εξελίσσεται σε σχέση ανοχής του ενός από τον άλλο. Κάνει δυο παιδιά όπως όλοι και προσπαθεί μέσα από την εξέλιξη του να εξασφαλίσει καλύτερες οικονομικές συνθήκες μέσα από μια μετάθεση. Βρίσκει καταφύγιο στην χαρτοπαιξία και η ζωή του κυλάει μέσα στο σε ένα συνηθισμένο μοτίβο, μια γκρίζα, βαρετή ζωή. Όλα αυτά μέχρι που τον χτυπάει η αρρώστια.

 Ο συγγραφέας παρατείνει την αγωνία του Ιλίτς μέσω μιας μακροχρόνιας ασθένειας που τον εκφυλίζει σταδιακά. Αυτό εξυπηρετεί την προσπάθεια του να αναδείξει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες και τα μικρά καθημερινά γεγονότα που μετακυλούν την ψυχοσύνθεση του ρώσου δικαστικού, από την μικρή ελπίδα στην απελπισία. Ο «πόνος» αποτελεί τον πυρήνα του έργου. Ο πόνος μεγαλώνει σταδιακά μέρα με τη μέρα, ούτε το όπιο και η μορφίνη δεν ηρεμούν τον δυστυχή άνδρα ο οποίος αναρωτιέται σε τι έφταιξε. Θέλοντας και μη ταξιδεύει στο παρελθόν και ξαναζεί την ζωή του, συνειδητοποιώντας τη ρηχότητα της μέσα από την ματαιοδοξία του και την επιφανειακή του θέση ανάμεσα στα πράγματα. Η χαμηλή συνειδητότητα, η έλλειψη επίγνωσης του «παρόντος χρόνου», (εδώ ο Τολστόι φωτογραφίζει την πλειοψηφία των ανθρώπων) μέσα από τις πρόσκαιρες απόλαυσεις μιας εφήμερης καθημερινότητας τον κάνουν μέσα από τον φοβερό σωματικό αλλά και ψυχικό πόνο, έστω την ύστατη στιγμή να ανέβει «επίπεδο συνειδητότητας». Ο «θάνατος» στο σπουδαίο αυτό έργο του ρώσου κλασικού αποκτά οντότητα, αποτελεί μια «κατάσταση» την οποία ο Ιλίτς βιώνει για καιρό, δεν είναι μόνο η στιγμή κατά την οποία εκπνέει οριστικά. Έτσι ο Τολστόι συνδέει το μοιραίο  με την ίδια την εμπειρία της ζωής. Ζωή και θάνατος αποτελούν αναπόσπαστη σύζευξη της ίδιας εμπειρίας. Ο Ιλίτς του Τολστόι φτάνει στην έσχατη συνειδητοποίηση ενός «γιογκικού Σαμάντι» μέσα όμως από το δρόμο του πόνου και της αργής αλλά αυξανόμενης απόγνωσης.

«…Ένοιωσε λύπηση γι αυτούς, κάτι έπρεπε να κάνει για να μην πονάνε. Να τους απαλλάξει και να απαλλαγεί κι ο ίδιος από τα μαρτύρια. “Πόσο ωραίο και πόσο απλό” σκέφτηκε. “Ο πόνος όμως; Αυτός που θα πάει; Που βρίσκεσαι λοιπόν πόνε;” Βάλθηκε να αφουγκράζεται.

“Ναι, νάτος κι αυτός. Έστω ας περάσει ο πόνος”. Κι ο θάνατος; Που ναναι αυτός;”

Γύρευε τον παλιό, συνηθισμένο φόβο του για το θάνατο και δεν τον έβρισκε. Που ήταν ο θάνατος; Ποιος θάνατος; Δεν υπήρχε κανένας φόβος για τίποτα, επειδή δεν υπήρχε τίποτα.

Στη θέση του θανάτου υπήρχε το φως.»

Συνειδητοποιεί το μάταιο της ζωής του, μια ζωή περιτυλιγμένη με τα πέπλα της μοναξιάς. Τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή αποτελούν τον τραγικό περίγυρο που αυξομειώνει την τραγικότητα του ήρωα. Η αδιάφορη και υποκρίτρια γυναίκα του, η ασυνείδητη κόρη του, ο εξαιρετικός και φιλάνθρωπος Γεράσιμος, ο μόνος που τον βοηθάει με χαρά γιατί γνωρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια μοίρα. Ο αμόρφωτος μουζίκος αποδεικνύεται ο πλέον συνειδητός άνθρωπος.

Η ειρωνεία πλανάται στο υπέροχο αυτό έργο στηλιτεύοντας θέσεις, καταστάσεις, μικροεξουσίες και επίπεδα διαβίωσης. Ο συγγραφέας ευτελίζει τον «μεγαλογιατρό» σαν σύμβολο της αστικής δύναμης. Απογυμνώνει όχι το λειτούργημα αλλά τη θέση του μέσα στην κοινωνία. Του «αυτοκράτορα» που όλοι τον έχουν ανάγκη κι εκείνος απολαμβάνει φήμη και χρήματα. Απογυμνώνει τον ίδιο το δικαστικό που απολαμβάνει κι εκείνος τα ίδια προνόμια κι έχει τη δύναμη να παίρνει αποφάσεις που κοστίζουν περιουσίες και ζωές. Απογυμνώνει την ίδια την εξουσία του χρήματος, ο ίδιος έχει αρκετά αλλά δεν μπορούν να τον σώσουν σε όσους γιατρούς και να απευθυνθεί. Απογυμνώνει τις σχέσεις των δύο φύλων, σχέσεις συμφέροντος, χωρίς ουσιαστική αγάπη και έρωτα. Αποθεώνει μόνο την γνήσια ανθρωπιά που προέρχεται από εκεί όπου δεν υπάρχει συμφέρον. Από τον νεαρό Γεράσιμο, ο οποίος παρουσιάζεται με υψηλή συνειδητοποίηση του τι είναι ζωή και τι θάνατος.

«… ‘Έβλεπε ότι κανείς δεν τον λυπόταν, επειδή κανείς δεν ήθελε ούτε καν να καταλάβει την κατάστασή του. Μονάχα ο Γκερασίμ τον καταλάβαινε και τον λυπόταν. Γι αυτό και ο Ιβαν Ιλίτς μονάχα με τον Γκερασίμ ένοιωθε άνετα. Του έκανε καλό όταν ο Γκεράσιμ, νύχτες ολόκληρες μερικές φορές, του κρατούσε τα πόδια και δεν ήθελε να πάει να κοιμηθεί λέγοντάς του: “Μην ανησυχείτε, Ιβαν Ιλίτς, εγω θα κοιμηθώ αργότερα”. […] Κάποτε μάλιστα, ενώ ο Ιβάν Ιλίτς  του έλεγε να φύγει, εκείνος του είπε στα ίσια:

“Όλοι μας θα πεθάνουμε. Γιατί λοιπόν να μην μπω σε αυτόν τον κόπο;» Και με αυτό εννοούσε ότι δε βαρυγκωμούσε για τον κόπο του, ακριβώς επειδή ότι έκανε το έκανε για έναν ετοιμοθάνατο και πίστευε ότι όταν θα ερχόταν κι η δική του η ώρα, όλο και κάποιος θα βρισκόταν να κάνει το ίδιο γι αυτόν»[1].

Ο Τολστόι παρουσιάζει τον μέσο άνθρωπο σε αυτή τη νουβέλα, έναν άνθρωπο που δεν έχει καμία διαφορά από τον σύγχρονο πολίτη του 2020, ας μην πούμε ότι με την τεχνολογική πρόοδο και τις ψεύτικες ανάγκες που δημιούργησε ο μοντερνισμός τον πλησιάζει ακόμα περισσότερο. Ο «θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.

 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης

 



[1] Εδώ ο Τολστόι περνάει έντεχνα το «νόμο του κάρμα» στο κείμενο. Βαθιά μεταφυσικός ο Ρώσος κλασικός είχε κάποια εμμονή με το θέμα του θανάτου στο οποίο υπάρχει αναφορά και σε άλλα έργα.


Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Η «ΓΚΟΜΕΝΑ ΚΙ Ο ΠΕΦΤΟΥΛΑΣ» ΣΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

Η «ΓΚΟΜΕΝΑ ΚΙ Ο ΠΕΦΤΟΥΛΑΣ» ΣΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ


Η τεχνολογική εξέλιξη των κινητών τηλεφώνων – ειδικά την τελευταία δεκαετία -  καθώς και η πλήρης επικράτηση και εξάπλωση του διαδικτύου επέφερε σταδιακά, μια ακόμα μεγαλύτερη εξάπλωση του διαδικτυακού φλερτ, με στόχο κυρίως το σεξ και την εύκολη γνωριμία. Οι περισσότεροι περπατάνε ή και οδηγούνε ακόμα με ένα κινητό στο χέρι. Επίσης η χειραφέτηση των γυναικών τα τελευταία 40 χρόνια καθώς, η απομυθοποίηση της ερωτικής πράξης (σε σχέση με το παρελθόν) σε συνδυασμό με την κρίση, ισχυροποίησε ακόμη περισσότερο αυτό που πάντα υπήρχε: «Τη γυναίκα εκλέκτορα». Η φράση φυσικά καλά κρατεί 2500 χρόνια: «Το μ… σέρνει καράβι»[1] απλά τώρα κάνει και επίδειξη δύναμης.
Πληθαίνουν οι λεζάντες στα χρονολόγια του τύπου:

«Παρακαλώ, το προφίλ αυτό το έχω για επαγγελματικούς λόγους και όχι για να δέχομαι προτάσεις κάθε είδους από ηλιθίους»
«Ορίστε, δέστε τι μου πρότεινε ο άνθρωπος, απλά σας το κοινοποιώ για να δείτε το πρόβλημα μου και να αποφεύγετε και σεις, τέτοιου είδους γελοίους τύπους…» [εκθέτει κάποιον ο οποίος συνήθως είναι ανορθόγραφος ή κάνει προσέγγιση με άμεσο ή φαιδρό τρόπο]
«Το ότι μια γυναίκα σας κάνει Like δε σημαίνει ότι σας κάνει πρόταση για να βγείτε ή ότι σας φλερτάρει, μπλά…μπλα μπλα μπλα»


Φυσικά όλες οι παραπάνω «ανακοινώσεις» – εκτός αν αφορά κάτι που πράγματι αγγίζει τα όρια της επικινδυνότητας και πρέπει να γίνει γνωστό – υποκρύπτουν έναν ναρκισσισμό και μια προβολή του τύπου: «Κοιτάτε εμένα μου την πέφτουν, συνέχεια». Διότι το φυσιολογικό θα ήταν ακόμα κι όταν καποια (κάποιος) ενοχληθεί από μια προσέγγιση, απλά να την αγνοήσει, και να διαγράψει ή  να μπλοκάρει τον ενοχλητικό, δεν είναι ανάγκη να δημοσιοποιήσει το γεγονός!
Οι πιο τολμηρές, εκτός από τις «κατάλληλες» φωτογραφίες, βάζουν και λεζάντες του τύπου: «Ε, λοιπόν θέλω να δω ποιος είναι πιο ερωτευμένος μαζί μου, νοιώθω μια μελαγχολία τελευταία», ή χρησιμοποιούν αγοραίες εκφράσεις, (κάτι αδιανόητο παλαιότερα για «καθώς πρέπει» γυναίκες) στην πρόταση, εξάπτουν την ανδρική φαντασία με αποτέλεσμα τα Like να πηγαίνουν σύννεφο. Φυσικά όλες αυτές οι προτάσεις καλύπτονται πίσω από το μανδύα του «χιούμορ» και της πλάκας.
Δεν καταλαβαίνουν οι δυστυχείς υποψήφιοι που «σκίζουν τα ιματιά τους» από κάτω, ότι το μόνο που πετυχαίνουν είναι απλά να ανεβάζουν τον πήχη της ναρκισσιστικής ματαιοδοξίας της βάζουσας τη λεζάντα.
Ούτε λίγο ούτε πολύ το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο. Γυναίκες  από μέτρια εμφάνιση (ας είναι καλά τα φίλτρα και το photoshop) έως πράγματι πολύ ωραίες, να έχουν στις περισσότερες αναρτήσεις τους από 200, έως και πάνω από 1000 like και να διασφαλίζουν έτσι την ανακούφιση (ψευδαίσθηση) της «επιβεβαίωσης». Εκεί είναι που διακρίνεται και ο ανδρικός  ρόλος του «πέφτουλα» η του «θαυμαστή» που σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζει τα όρια του γλειώδους.
«Είσαι ΘΕΑ»
«Είσαι το ωραιότερο πλάσμα του κόσμου»
«Δεν Υπάρχεις…» κλπ
«Παίρνεις 10»
Είναι γνωστό, ότι αν κυκλοφορήσει μια γάτα έξω, αμέσως θα πεταχτούν δέκα γάτοι, «γαμπροί» και είτε σκοτωθούν μεταξύ τους, είτε όχι, η γάτα θα επιλέξει τον «καλύτερο». Βέβαια δε «φταίνε» οι γυναίκες μόνο. Υπάρχει αλληλεπίδραση, και οι συμπεριφορές προσαρμόζονται σε σχέση με αυτή. Όταν μια γυναίκα δέχεται από δέκα έως 100 μηνύματα τη μέρα, με «προτάσεις», δεν είναι φυσικό να βάζει φίλτρο ή να «καβαλήσει το καλάμι»; Σε πολλές περιπτώσεις, βέβαια το φίλτρο γίνεται υπερβολικά «αυστηρό», όταν το απλό «Καλημέρα» ερμηνεύεται με  «Αυτός θέλει να μου πιάσει την κουβέντα». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το «ανέβασμα του πήχη» σε επίπεδα αντικειμενικά δυσανάλογα είτε με την εμφάνιση, είτε με τα συνολικά προσόντα προσθέτοντας πόντους σε ήδη μια αχαλίνωτη ματαιοδοξία.
Φυσικά οι επιλογές γίνονται με διάφορα κριτήρια. 
Διαβάζαμε πρόσφατα αναφορά από άτομο, το οποίο έκανε ευγενική προσέγγιση προσπαθώντας να πιάσει την κουβέντα σε 20 γυναίκες, εξαιρετικής εμφάνισης. Δεν έλαβε καμία απάντηση. Όταν άλλαξε εικόνα προφίλ και η φωτογραφία που έβαλε απεικόνιζε τον ίδιο με το αυτοκίνητο του (Mercedes SLK), οι απαντήσεις και η διάθεση για συζήτηση έγιναν 15 στις 20.
           
Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι έχει χαθεί από αρκετούς άνδρες και κάθε αίσθηση ευγένειας και τακτ. Πάμπολλες γυναίκες αναφέρουν, ότι αντι για «καλημέρα» ή μια κόσμια προσέγγιση, λαμβάνουν (με τη μια) μηνύματα του τύπου: «Είσαι ωραίο μωρό, πάμε για καφέ;», γα να μην γίνει αναφορά σε αισχρολογίες και άλλου τύπου προσεγγίσεις. Μια σημαντική μερίδα σύγχρονων αντρών δεν γνωρίζει καν τι σημαίνει ευγενική ή έξυπνη προσέγγιση.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο "πέφτουλας" χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να πετύχει το σκοπό του, που κατά βάση είναι το "κρεββάτι". Οι ατάκες του επαναλαμβάνονται με copy - paste και σε πολλές περιπτώσεις πέφτει σε γκάφες. Π.χ. μπορεί να ξεχάσει ότι ο "ξανθός άγγελος" είναι "μελαχροινός" ή ακόμα και να εκτεθεί στέλνοντας το ίδιο μήνυμα σε κοινή γνωστή γυναίκας που ήδη νταραβερίζεται και η άλλη να το μάθει. Φυσικά δεν έχει καμία σημασία αν η άλλη είναι παντρεμένη ή όχι.  


Η εικόνα profil που λανσάρεται μέσω του facebook κυρίως είναι το βασικό στοιχείο που έλκει και τις πρωτογενείς αντιδράσεις. Φυσικά η εικόνα αυτή δεν ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα ή είναι πειραγμένη. Ο ενδιαφερόμενος ύστερα σκαλίζει τα φωτογραφικά άλμπουμ για να επιβεβαιώσει την επιλογή του. Κατόπιν ξεκινάει το κυνήγι.
Ζούμε σε μια εποχή που οι γνωριμίες είναι εύκολες αλλά οι πραγματικές σχέσεις έχουν γίνει από δύσκολες έως αδύνατες. Αυτό οφείλεται στην υπερπροσφορά των γνωριμιών και την ευκολία που αυτό συνεπάγεται. Τα πράγματα έχουν γίνει από χαλαρά έως τελείως ανεξέλεγκτα. Αν δεν είναι ο «Α» θα είναι ο «Β», κι αν δεν είναι ο «Β» θα είναι ο «Γ» κοκ. Οι γυναίκες καλύπτονται πίσω από το «Δεν υπάρχουν πραγματικοί άνδρες» και οι άνδρες πίσω από το κλασικό «Όλες οι γυναίκες είναι π…ς ή τρελές», καλύπτοντας έτσι και οι μεν και οι δε τις δικές τους ατέλειες και μη θέλοντας πραγματικά να ενσκύψουν σε αυτό που υπάρχει μέσα τους (και φυσικά αυτό αντανακλούν και έλκουν και έξω τους).   Με το να βλέπεις όμως και να κρίνεις τη καρφίτσα στο μάτι του άλλου αλλά να αγνοείς το παλούκι που είναι καρφωμένο στο δικό σου, δε κάνεις τίποτα περισσότερο από το να διαιωνίζεις την «υπάρχουσα κακή πραγματικότητα» που βιώνεις και που για να αλλάξει πραγματικά πρέπει πρώτα να αλλάξεις εσύ ο ίδιος και ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Αλλιώς οι καταστάσεις συνέχεια «θα σε επιβεβαιώνουν» και δυστυχώς, όχι προς το καλύτερο.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΜΠΑΟΥΜΑΝ



Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΜΠΑΟΥΜΑΝ


Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν παρουσιάζει μια διαφορετική όψη της νεωτερικότητας διυλίζοντάς τη μέσα από το πρίσμα της μετανεωτερικότητας την οποία και αναγνωρίζει ως υφιστάμενη και τροφοδότρια της πολιτικής και κοινωνικής σκέψης. Η νεωτερικότητα και η μετανεωτερικότητα δεν είναι για το στοχαστή δυο διαφορετικές καταστάσεις παρά είναι –η μια της άλλης– μια συμπληρωματική εκδοχή ερμηνείας της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Η μετανεωτερικότητα εισάγει το διφορούμενο χα-ρακτήρα της ανθρώπινης κατάστασης και μέσα από το καλειδοσκόπιο των πολλαπλών ερμηνειών της κριτικάρει τις νεωτερικές θέσεις.[1] Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή που έχουν παρέλθει οι ‘απόλυτες’ αλήθειες και οι ‘μοναδικές’ ερμηνείες φαινομένων και καταστάσεων.
Η νεωτερικότητα για εκείνον είναι ένα πολύχρωμο πάζλ αποτελούμενο από διαφορετικά αφηγηματικά σενάρια τα οποία φωτίζονται διαφορετικά, έτσι ώστε να επιφέρουν διαφορετικές όψεις της κοινωνικής πραγματικότη-τας. Αυτή η πολλαπλότητα των αφηγήσεων είναι που προσφέρει όλες εκείνες τις διαφορετικές οπτικές γωνίες που προσδίδουν εκείνη την πολυσημία των νοημάτων για τον εκάστοτε κοινωνικό στοχαστή.[2]
Η ρευστότητα που χαρακτηρίζει την νεωτερικότητα προσδιορίζεται από τον Μπάουμαν μέσα από τη σχέση συνέχειας και ασυνέχειας που χαρακτηρίζει την σχέση του παρόντος (μετανεωτερικότητα) και του παρελθόντος (νεωτερικότητα).
Η πρώτη σημαντική διαφοροποίηση είναι ότι για τον Μπάουμαν η νεωτερικότητα αποτελείται από ‘κοινωνίες της παραγωγής’, σε αντίθεση με τις ‘κοινωνίες της κατανάλωσης’ που χαρακτηρίζουν την μετανεωτερικότητα. Η συλλογικότητα που χαρακτήριζε τις νεωτερικές κοινωνίες του φορντισμού και των συνδικάτων, και το αίσθημα ομαδικότητας, δίνει σταδιακά τη θέση του σε μια κοινωνία από άτομα που καταναλώνουν όχι τόσο για λόγους ανάγκης αλλά περισσότερο για λόγους ‘προσωπικής θεραπείας’ και ‘συλλογής αισθήσεων’. Δεν υπάρχει πλέον ‘στρατηγική’ ζωής και μακροπρόθεσμοι στόχοι παρά μόνο η συλλογή της εμπειρίας και η ικανοποίηση του πρόσκαιρου ‘παρόντος.[3]
Χαρακτηριστικό είναι το “παράδειγμα του σεξ”, όπως μετεξελίχθηκε την εποχή της μετανεωτερικότητας. Ενώ στη νεωτερική περίοδο το σεξ συνδέθηκε περισσότερο με την οικογένεια, το ρομαντικό έρωτα και την κοινωνικοποίηση που προκύπτει μέσα από το συναίσθημα, μετά την δεκαετία του ’70 άρχισε να ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά της αποδέσμευσης από κοινωνικούς κανόνες και οικογενειακές συμβάσεις.[4] Τα άτομα της μετανεωτερικής κοινωνίας έχουν εντάξει το σεξ περισσότερο σαν μια διαδικασία άντλησης ευχαρίστησης όσο και διαρκούς επιβεβαίωσης, με αποτέλεσμα να αποτελεί πλέον μια διαδικαστική διεκπεραίωση φυσικής ανάγκης, όπως η διατροφή και ο ύπνος. Οι μετανεωτερικοί καταναλωτές του σεξ δεν χρειάζονται πλέον ηθικές ‘θωρακίσεις’ και κοινωνικούς κανόνες. Το σεξ είναι πλέον ένα κομμάτι της κοινωνίας της κατανάλωσης, με αποτέλεσμα η ‘αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’ να αποτελεί μάλλον στάση ζωής παρά ιδιοτυπία κάποιων εκκεντρικών.
Η νεωτερικότητα είναι συνεπώς μια αέναη κίνηση, περιγράφοντας την αδυνατότητα μιας σταθερής κατάστασης και θέσης στην υφιστάμενη κοινωνία. Αυτό έχει τη βάση του στη διάθεση αλλαγής που υπάρχει και αντιτίθεται σε οποιαδήποτε τάση συντήρησης των κοινωνικών δομών. Η μετανεωτερικότητα εξελίσσει αυτή τη λογική ακόμη περισσότερο, μέσα από την αβεβαιότητα και την ρευστότητα του ‘τρέχοντος’. Δεν υφίσταται το μακροπρόθεσμο παρά μόνο ο έλεγχος του παρόντος μιας και το μέλλον μπορεί να είναι οποιοδήποτε. Άρα ο στόχος είναι πλέον η μη υποθήκευση του μέλλοντος κι όχι η οποιουδήποτε είδους τιθάσευσή του. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για κατακερματισμό της γραμμικότητας του χρόνου σε μια σειρά από άπειρα ‘τώρα’ χωρίς παρελθόν και μέλλον.[5]
Ο Μπάουμαν κάνει ακόμη μεγαλύτερη τομή στον κοινωνικό ιστό και μεσω γλαφυρών παραδειγμάτων περιγράφει τη ρευστότητα και αβεβαιότητα της εξελεγκτικής διαδικασία της νεωτερικότητας. Η κοινωνική ανισότητα υπάρχει ακόμα απλά έχει αλλάξει πρόσωπο. Τα κοινωνικά στρώματα εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ ο διαχωρισμός τους δεν είναι πλέον στατικός αλλά γίνεται εμφανής μέσω της ώσμωσης που προκαλείται από το βαθμό κινητικότητας καθώς και στην επιλογή των ατόμων να επιλέξουν που βρίσκονται. Η τεχνολογική πρόοδος ενέτεινε αυτές τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις διότι μέσω της διαρκούς κινητικότητας δημιουργείται μια παραπλάνηση ‘ομογενοποίησης’, κάτι που δεν ισχύει μιας και οι άνθρωποι αδυνατούν να επικοινωνήσουν πλέον μεταξύ τους.[6]
Αυτή η κατάσταση οδηγεί στη δημιουργία ‘ανθρώπων σκουπιδιών’. Η κινητικότητα αυτή παρουσιάζεται από τον Μπάουμαν μέσω του κλασικού πλέον παραδείγματος ‘πλάνητων-τουριστών’. Οι τουρίστες είναι περιπλανώμενοι επειδή το θέλουν ενώ οι πλάνητες είναι καταδικασμένοι να κινούνται μέσω των καθορισμένων τροχιών τους. Έτσι οι σύγχρονοι πλάνητες είναι οι αλήτες που είναι καταδικασμένοι να αλλάζουν τόπο μιας και πουθενά δεν μπορούν να στεριώσουν. Η μεταμοντέρνα κατάσταση ‘παράγει’ όλο και περισσότερους τέτοιους ανθρώπους ‘απόβλητα’ και τους θεωρεί παράγωγα της ίδιας της κοινωνίας. Είναι μια αναπόσπαστη παρενέργεια της ίδιας της εξελιξιμότητας, μια από τις πληγές της παγκοσμιοποίησης.[7] Τραγική φιγούρα που επιβεβαιώνει το πνεύμα της σύγχρονης αβεβαιό-τητας είναι για τον Μπάουμαν, η μορφή του παράνομου μετανάστη.
Σε συνθήκες ενός σύγχρονου ‘Φαρ Ουέστ’ ο πλάνητας είναι το μεγαλύτερο θύμα της παγκοσμιοποίησης, μιας τραγικής κατάστασης που δημιουργεί απελπισία σε πάρα πολλούς περιπλανώμενους ανθρώπους των ‘πολιτισμένων’ κοινωνιών.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση που δείχνει να μην έχει διέξοδο μιας και χωρίς να επιτελούν κάτι ουσιαστικά δημιουργικό, εγκλωβίζονται στην χώρα της προσωρινής παραμονής και φυσικά με ελάχιστες πιθανότητες επιστροφής στη χώρα προέλευσης τους.
Σαν να μην φτάνει όλο αυτό γίνονται και στόχος των ντόπιων κοινωνιών οι οποίες τους θεωρούν απόβλητους και ξεσπούν πάνω τους τη δυσφορία τους μετατοπίζοντας τους ευθύνες που στην πραγματικότητα, τουλάχιστον σε πρωτογενές στάδιο, οι ίδιοι δεν έχουν.
Συνοψίζοντας για τον Ζίγμουντ Μπάουμαν οι σχέσεις των ανθρώπων όπως διαμορφώνονται σε μια σύγχρονη κοινωνία γίνονται όλο και περισσότερο ασθενικές και προβληματικές, σε αντίθεση με το παρελθόν όπου υπήρχε ένα ασφαλέστερο δίχτυ ασφαλείας. Αυτή η εξασθένιση οφείλεται στο ‘ξερίζωμα’ του τοπικού με την έννοια ότι η εξουσία έχει αποσχιστεί σε με-γάλο βαθμό από τις εθνικές κυβερνήσεις κι έχει μεταβιβαστεί στα παγκόσμια κέντρα αποφάσεων. (στον ανεξέλεγκτο παγκόσμιο υπερτοπικό χώρο). Τα μεταναστευτικά ρεύματα, τα ξεριζώματα, η ανασφάλεια που προκύπτει καθώς και η κατάρρευση της συστηματικής σκέψης και του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, όπως και η εξασθένηση των κοινωνικών δομών οδηγούν στον κατακερματισμό της πολιτικής δράσης και του ατομικού βίου και επηρεάζουν την κοινωνική δομή με αποτέλεσμα μια ρευστότητα και ένα ασταθές πλαίσιο αναφοράς.
Ο ίδιος ο Μπάουμαν θεωρεί ότι, το διαφωτιστικό πρόταγμα περί ορθο-λογικότητας που έβαλε τα θεμέλια για την έλευση της νεωτερικότητας, είναι παραπλανητικό υπό την έννοια ότι πίσω από αυτό βρίσκεται μια δυτικού τύπου προπαγάνδα που φυσικά αφήνει ακάλυπτη την παγκόσμια πνευματικότητα.[8] Σε αυτό βρίσκεται σύμφωνος και ο Γκίντενς ο οποίος θεωρεί ότι τα περί’ οικουμενικού λόγου’ του Διαφωτισμού αντανακλούν μόνο τη δυτική σκέψη και αφήνουν έξω ολόκληρη την πολιτιστική κληρονομιά άλλων χωρών, λόγου χάρη της Ανατολής. Έτσι ταυτίζεται με τον Μπάουμαν θεωρώντας ότι δεν είναι δυνατόν επειδή ο Δυτικός τρόπος ζωής έχει τον τρόπο να επιβάλλεται σε πολλούς τομείς πάνω στην υπόλοιπη ανθρωπότητα, ότι οι θέσεις του διεκδικούν παγκόσμια εγκυρότητα.[9]

 Για τον Μπάουμαν η παγκοσμιοποίηση είναι μια διαδικασία καθυπόταξης των κυριαρχούμενων στους κυρίαρχους. Στις μεγάλες αγορές, όπως η αμερικανική, ο Μπάουμαν διακρίνει μια πιο ισορροπημένη εκδοχή της παγκοσμιοποίησης με κεντρικό κυρίαρχο φυσικά τις ΗΠΑ, η οποία απειλείται μόνο στην περίπτωση που δημιουργηθεί μια παγκόσμια αστυνομική ή στρατιωτική εξουσία.[12]

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, από το "Προσεγγίσεις στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό", Δρόμων, 2013.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·       Δεμερτζής, Νίκος, «Ο Zygmunt Bauman και η Νεωτερικότητα», Προσεγγίσεις για τη Νεωτερικότητα κατά τον 20ο Αιώνα, ΕΠΟ 41, Πάτρα, ΕΑΠ.
·       Μαυρίδης, Ηρακλής, «Ο Άντονυ Γκίντενς και η νεωτερικότητα», περιλαμβάνεται στο cd (ΕΔΥ) Προσεγγίσεις για τη νεωτερικότητα κατά τον 20ο αιώνα, ΕΠΟ 41, Πάτρα, ΕΑΠ.
·       Σιακαντάρης, Γιώργος, Οι αόρατες πλευρές της παγκοσμιοποίησης, Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, 15/10/2004.
·       Hall Stuart, Held David, McGrew Anthony, Η νεωτερικότητα σήμερα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2009.
·       Craib, Ian, Σύγχρονη κοινωνική θεωρία, Από τον Λάριους στον Χάμπερμας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1998.


[1] Νίκος Δεμερτζής, «Ο Zygmunt Bauman και η Νεωτερικότητα», στο cd (ΕΔΥ) Προσεγγίσεις για την Νεωτερικότητα κατά τον 20ο Αιώνα, ΕΠΟ 41, Πάτρα, ΕΑΠ, σ. 3.
[2] Στο ίδιο, σ. 4.
[3] Δεμερτζής, Ό.π., σ. 5.
[4] Στο ίδιο, σ. 6.
[5] Στο ίδιο, σ. 8.
[6] Δεμερτζής, Ό.π., σ. 9.
[7] Στο ίδιο, σ. 10-11.

[8] Stuart Hall, David Held, Anthony McGrew, Ό.π., σ. 496.
[9] Στο ίδιο, σ. 503.
[10] Στο ίδιο, σ. 500.
[11] Στο ίδιο, σ. 501.
[12] Γιώργος Σιακαντάρης, Οι αόρατες πλευρές της παγκοσμιοποίησης, Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, 15/10/2004.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΒΑΖΕ ΘΕΜΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19 ΑΙΩΝΑ


Η άνοδος της Γερμανίας στις αρχές του 20ου αιώνα.



Η Ευρώπη από το 1870 κι ύστερα, αυτό γνώρισε μεγάλες πολιτικοκοινωνικές ζυμώσεις, οι οποίες οδήγησαν σε λεπτές ισορροπίες μεταξύ των ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών. Το αποκορύφωμα όλων αυτών των ζυμώσεων ήταν ο «Μεγάλος Πόλεμος» του 1914, ο οποίος αιματοκύλησε την Ευρώπη (κυρίως) για πέντε χρόνια.
Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, οι Γερμανοί δεν είχαν αποκτήσει ακόμη συμπαγή και σταθερή εθνική συνείδηση δεδομένου ότι ο όρος «Γερμανία» δεν αναφερόταν καν σε μια περιοχή με σαφή οριοθέτηση. Αποτελούμενη από ένα ψηφιδωτό κρατιδίων η Γερμανία είχε να περηφανευτεί κυρίως για τη γλωσσική ταυτότητα που χαρακτήριζε πληθυσμούς της Ελβετίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκούσε, κυρίως επειδή οι ανώτερες κοινωνικά τάξεις των περιοχών αυτών μιλούσαν και τη γαλλική γλώσσα.[1] Στην πορεία της ιστορίας και κατά την περίοδο του ρομαντισμού, οι Γερμανοί άρχισαν να αντιδρούν απέναντι στη γαλλική κουλτούρα, αλλά και απέναντι στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού και πρέπει να πούμε ότι εκείνη κυρίως την περίοδο άρχισαν να αναπτύσσονται τα πρώτα εθνικά χαρακτηριστικά των Γερμανών. Κατά τη δεκαετία του 1780 μεγάλη επιρροή άσκησε και το έργο του Χέρντερ με τίτλο Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστορίας της ανθρωπότητας έργο, που έθετε τις βάσεις για μια πιο ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα, μια ταυτότητα που θα χαρακτηριζόταν από τη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα, και γενικότερα από τις συνήθειες των λαϊκών στρωμάτων.[2] Μέσα σε έναν κόσμο που μεταβαλλόταν συνεχώς, η Γερμανία απέκτησε σταδιακά εθνική συνείδηση με κυρίαρχο μοχλό ανάπτυξης την Πρωσία, όπου ο αυτοκράτορας κατεύθυνε το κυβερνητικό έργο, με τη μοναρχία να υπερτερεί τελικά του κοινοβουλευτισμού (παρόλο που τον ακολούθησαν τα περισσότερα γερμανικά κράτη). Πάντως, γύρω στη δεκαετία του 1850, η Πρωσία ήταν μια χώρα συντηρητική χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες και βλέψεις.[3] Μετά το 1870 και τη νίκη των Πρώσων στον πόλεμο με τους Γάλλους, η γερμανική υπεροχή άρχισε να διαφαίνεται ξεκάθαρα σε όλους τους τομείς. Αυτό διαφαινόταν, όχι μόνο από τη στρατιωτική υπεροχή και τον άρτιο εξοπλισμό, αλλά από τη γενικότερη βιομηχανική και βιοτεχνική εξέλιξη της ευρύτερης Γερμανίας. Η εντυπωσιακή αύξηση του πληθυσμού ήταν καθοριστική καθιστώντας την Γερμανία σταδιακά ακαταμάχητη σε όλους τους τομείς. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση ήταν η κορυφαία στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, ενώ η διοικητική και γραφειοκρατική αρτιότητα ενίσχυαν ακόμη περισσότερο την εικόνα ενός κράτους μοντέλου.[4]  

Η εμφάνιση του Βίσμαρκ στην πολιτική ζωή έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη ενός νέου ισχυρού κράτους. Η Γερμανία είχε αποκτήσει μια δυναμική που βασιζόταν στις μεγάλες διπλωματικές και στρατιωτικές επιτυχίες της δεκαετίας του 1860, επιτυχίες που αύξησαν την ισχύ της αριστοκρατίας και όχι της αστικής τάξης κι ενίσχυσαν τη λογική των μεθόδων του Βίσμαρκ: «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».[5] Ο πολιτικός αυτός, εκφραστής του πολιτικού ρεαλισμού, ισορροπούσε ανάμεσα στον αυτοκράτορα και στις εναλλασσόμενες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Συνθηκολόγησε με την καθολική εκκλησία, η οποία κατηγορείτο ότι ενίσχυε αποσχιστικά κινήματα, με απότέλεσμα να «κερδίσει» η Γερμανία ένα πανίσχυρο καθολικό κόμμα που εξελίχθηκε σε κόμμα με μεγάλη επιρροή. Από την άλλη κατάφερε να αποκλείσει τον κίνδυνο του σοσιαλιστικού κόμματος, μέχρι τουλάχιστον το 1890, παίρνοντας μια σειρά απαγορευτικών μέτρων, με αντιστάθμισμα όμως την έντονη κοινωνική πολιτική.[6] Ανάμεσα στα 1885 και στα 1900 πληρώθηκαν ασφάλιστρα σε πενήντα εκατομμύρια περιπτώσεις, για αρρώστιες, ατυχήματα και ανικανότητα από γεράματα.[7]

Ο ευρωπαϊκός ανταγωνισμός, και δη ο αγγλογερμανικός, ενέτεινε τη διάθεση της Γερμανίας για ταχύτερη πρόοδο. Ορισμένα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά αυτής της ανόδου που επέφερε ο ανταγωνισμός. Στα 1884 η γερμανική παραγωγή σε ατσάλι ήταν η μισή από την αγγλική. Στα 1900 η γερμανική παραγωγή περνούσε την αγγλική κατά 20%. Η βρετανική παραγωγή σε χυτοσίδηρο, μένει στάσιμη μεταξύ 1880 και 1900, ενώ η γερμανική αυξάνεται κατά 20%. Το αποκορύφωμα ήταν η άνοδος του γερμανικού εμπορικού ναυτικού. Το τελευταίο, στη δεκαετία 1890-1900, δεν ξεπερνούσε ούτε το ένα έκτο του αγγλικού σε συνολική χωρητικότητα. Κι όμως τα γερμανικά πλοία, μειώνοντας τα ναύλα, κατάφεραν πολλούς βιομηχάνους, ακόμη και Άγγλους, να φορτώνουν τα εμπορεύματά τους σε γερμανικά πλοία. Χαρακτηριστικά, ομολογούν οι Τάιμς, το 1886: «οι Γερμανοί υπερτερούν ήδη ημών εις πολλά από τα προσόντα, τα οποία αποτελούν συντελεστάς της εμπορικής επιτυχίας».[8]

Μετά την απομάκρυνση του Βίσμαρκ από την ενεργό πολιτική σκηνή, τη νέα πολιτική της Γερμανίας εξέφρασε, από το 1890 έως 1914, ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος ο Β. Τα πράγματα άλλαξαν, σε σχέση με την ισορροπημένη πολιτική του Βίσμαρκ, λόγω της υιοθέτησης μιας παγκόσμιας πολιτικής (Weltpolitik) που διακήρυξε ο ίδιος ο Γερμανός αυτοκράτορας το 1897. Με την πολιτική αυτή, ταράχτηκαν τα ευρωπαϊκά «πολιτικά ύδατα», επειδή αμφισβητούσε την εμπορική και ναυτική ηγεμονίας της Βρετανίας.[9] Η κατάσταση, όπως την είχε διαμορφώσει ο Βίσμαρκ, ένα δίκτυο συμμαχιών, με τη Γαλλία εκτεθειμένη και τη Βρετανία οικειοθελώς εκτός, είχε αλλάξει. Η πολιτική του Βίσμαρκ, ήταν μια ευρωπαϊκά προσανατολισμένη πολιτική, χωρίς αποικιοκρατικές βλέψεις και βασιζόταν στο ρεαλισμό (Realpolitik)[10] και τη δημιουργία μιας πανίσχυρης Γερμανίας που θα διατηρούσε την ειρήνη, κυρίως λόγω του φόβου που θα ενέπνεε στους άλλους. Η διπλωματική μαεστρία ήταν εκείνη που τα προηγούμενα χρόνια είχε κρατήσει τις ισορροπίες.[11] Οι ζυμώσεις που ακολουθούν οδηγούν σε μια νέα τάξη πραγμάτων με τη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων. Διαμορφώνονται δυο συμμαχικά μέτωπα στην Ευρώπη: η Βρετανία, η Γαλλία κι η Ρωσία από τη μια πλευρά κι από την άλλη οι δυνάμεις της Τριπλής Συμμαχίας, η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία κι η Ιταλία.

Η Γερμανία, χώρα που είχε μείνει έξω από τον αποικιακό ανταγωνισμό, άρχισε να ορέγεται κι αυτή αποικίες. Έτσι το Ράιχ, πέραν του ευρύτερου ανταγωνιστικού πνεύματος, δημιουργεί ναυτικό δυνατό, για να μπορεί η Γερμανία έστω και καθυστερημένα να ορθώσει αποικιακές απαιτήσεις.[12] Η κατάκτηση εδαφών κι ο αποικιακός ανταγωνισμός μεγαλώνει την ήδη διαμορφωμένη ένταση, ενώ αποτελεί αιτία, όχι μόνο πολιτικού, μα και ψυχολογικού ανταγωνισμού.
Αρχίζει και αναπτύσσεται ραγδαία ο εθνικισμός, με την Παγγερμανική Ένωση το 1891 και τη Ναυτική Ένωση το 1898, με πολλές εκατοντάδες χι-λιάδες μέλη. Σαν σε «ηλεκτρική εκκένωση» αντίστοιχες ενώσεις αναπτύσσονται και σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στη Γαλλία (Ένωση της Γαλλικής Πατρίδας) και στη Βρετανία (Navy League, National service League).[13] Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κ. Ράπτης: «η άνοδος του εθνικισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη του 19ου αιώνα είχε αλλάξει τις συνειδήσεις των Ευρωπαίων».[14]

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Απόσπασμα από το "Δοκίμια στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό", Δρόμων, 2013. 



[1] Κολιόπουλος, Ι.Σ. Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, 1789-1945, Εκ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 69.
[2] Στο ίδιο, σ. 70.
[3] Στο ίδιο, σ. 204.
[4] Κ. Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999, σ. 100.
[5] Κολιόπουλος, Ό.π., σ. 210.
[6] Κ. Ράπτης, Ό.π., σ. 137.
[7] Sir B Ernest arker, Sir George Clark, Professor P. Vaucher, «Εκβιομηχάνιση και Ιμπεριαλισμός», Ιστορία του Πολιτισμού, μτφρ. Νίκας Άγγελος, Εκδοτική, Αθήνα, 1954, σ. 1065.
[8] Sir Ernest Barker, Sir George Clark, Professor P. Vaucher, Ό.π., σ. 1052-1053.
[9] Κ. Ράπτης, Ό.π., σ. 147.
[10] James Joll, Η Ευρώπη, 1870-1970, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2006, σ.129.
[11] G. Trausch, «Από την ισορροπία δυνάμεων στην ισορροπία των μπλόκ » στο Ε. Αρβελέρ, Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, Νεότερη και σύγχρονη εποχή,(τόμος Β΄), εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σελ. 282.
[12] Στο ίδιο, σελ.280.
[13] G. Trausch, Ό.π., σελ. 285.
[14] Κ. Ράπτης, Ό.π., σ. 150.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΟΛΣΤΟΙ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

  ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΟΛΣΤΟΙ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ Η αναγνωστική προσέγγιση στο βιβλίο της Τατιάνας Τολστόι «Ο πατέρας μου, Λέων Τολστόι» δεν χρ...