ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ - ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Πετάξτε με τα φτερά της φαντασίας και θα έχετε ένα καλό ορισμό της φανταστικής λογοτεχνίας. Αν όχι, το βιβλίο που επιμελείται, έχει γράψει και κάμποσα άρθρα ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, μπορεί να αποτελέσει μια καλή αφετηρία για καλή θεμελίωση του φανταστικού. Οι συγγραφείς των υπόλοιπων άρθρων είναι οι : Θ. Βαρβατσούλης, Δ. Κολλιοδήμος, Δ. Κώτη, Χ. Λιθαρής, Θ. Μαστακούρης, Γ. Ντζιούνη, Μ. Πανώριος, Γ. Παπαντωνάκης, Δ. Παστουρματζή, Θ. Πελεγρίνης, Τ.Ρούσσος, Μ. Σταφυλάς, και Ε. Α. Τζαβάρα. Συνολικά 16 δοκίμια περιλαμβάνει ο τόμος και  διηγήματα. Τα υπογράφουν οι : Π. Αργυρίου, Θ. Βέμπος, Γ. Κουλούρης, Χ. Κουλούρης, Θ. Μαστακούρης, Γ. Πολ. Παπαδάκης, Γ. Σολδάτος, Μ. Σταφυλάς, και Β. Χειλάς. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται ευρετήριο ονομάτων καθως και βιογραφικά των συγγραφέων. 


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Ελευθεροτυπίας, 387, 29/12/2005

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

ΚΩΣΤΑΣ ΔΑΒΟΥΡΛΗΣ Ο ΠΕΛΕ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ - ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΛΛΟΠΟΝΗΣΟΣ

Ένα σημαντικό βιβλίο, το πρώτο για αθλητή της Πάτρας, κυκλοφόρησε ήδη και είναι αφιερωμένο στον κορυφαίο ποδοσφαιριστή που ανέδειξε τούτος ο τόπος, τον Κώστα Δαβουρλή. Συγγραφέας είναι ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης και τιτλοφορείται: «Κώστας Δαβουρλής, ο Πελέ της Ευρώπης». Μέσα από τις 440 σελίδες του (!) ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία μιας μοναδικής περιήγησης στα όμορφα και ρομαντικά χρόνια άλλων ποδοσφαιρικών εποχών. Ο Κώστας Δαβουρλής, εξέχουσα προσωπικότητα του Πελοποννησιακού ποδοσφαίρου και ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες όλων των εποχών, εμφανίζεται ανάγλυφα και αναλυτικά στο βιβλίο. Παρουσιάζονται στατιστικά από όλα του τα παιχνίδια, συνεντεύξεις με μεγάλους άσους που μιλούν για αυτόν, για τους ίδιους, αλλά και για το ποδόσφαιρο γενικά, συνεντεύξεις του ιδίου, φωτογραφίες από αγώνες, εξώφυλλα εφημερίδων κ.ά. Πρόκειται για μια σημαντική προσπάθεια που θα ενθουσιάσει κάθε αναγνώστη ποδοσφαιρόφιλο, φανατικό και μη! Μια ματιά στα περιεχόμενα είναι ενδεικτική: Πρόλογος (από τον Χρήστο Σωτηρακόπουλο). Εισαγωγή συγγραφέως.
Στατιστική ανάλυση - διαγράμματα. Από εφημερίδες. Συνομιλίες - Συνεντεύξεις. Οι ομάδες του Δαβουρλή. Σχόλια εφημερίδας ΦΩΣ, 1974-1977. Διάφορες φάσεις και στιγμές. Συνεντεύξεις Κώστα Δαβουρλή. Συμπερασματικά. Ευρετήριο αγώνων. Πηγές - Βιβλιογραφία. Όλοι οι αγώνες του Δαβουρλή. Σε ό,τι αφορά την ενότητα «Συνομιλίες», ο Γιώργος Πολ.  Παπαδάκης μίλησε και καταγράφει τις απόψεις για τον Κώστα Δαβουρλή, των εξής: Θανάσης Αγγελής, Αντώνης Αντωνιάδης, Χρήστος Βασιλόπουλος, Μάικ Γαλάκος, Μιχάλης Γεροθόδωρος, Πάρις Γεωργακόπουλος, Βασίλης Γεωργίου, Γιάννης Γκαϊτατζής, Γιώργος Γονιός, Γιώργος Δαρίβας, Γιώργος Δέδες, Γιώργος Δεληκάρης, Γιάννης Διακογιάννης, Μίμης Δομάζος, Πέτρος Καραβίτης, Κώστας Καραγιαννάκης, Κώστας Καραπατής, Παναγιώτης Κελεσίδης, Δημήτρης Κίζας, Αλέξης Κούγιας, Γιώργος Κούδας, Βασίλης Κωνσταντίνου, Λεωνίδας Κωστόπουλος, Πέτρος Λεβεντάκος, Τάκης Λουκανίδης, Αρης Λουκόπουλος, Θωμάς Μαύρος, Ανδρέας Μιχαλόπουλος, Κώστας Νεστορίδης, Νίκος Παπαγιαννόπουλος, Μίμης Παπαϊωάννου, Λάκης Παππάς, Γιώργος Ράντος, Μίμης Σπεντζόπουλος, Βασίλης Στραβοπόδης, Χρήστος Σωτηρακόπουλος, Στάθης Χάιτας, Βασίλης Χαρδαλιάς, Βασίλης Χατζηπαναγής, Κώστας Χριστόπουλος. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δρόμων». Διαβάζουμε σχετικά: «Εκείνη η ομάδα που χτίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του '60 και έφτασε στην κορύφωσή της το 1974 περίπου, έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη όλων των ποδοσφαιρόφιλων. Ο Δαβουρλής μαζί με τους Μιχαλόπουλο, Ρήγα, Λεβεντάκο, Στραβοπόδη συνέθεσαν μια εκπληκτική πεντάδα που προσέφερε θέαμα και ποδοσφαιρική ποιότητα στους φιλάθλους όλης της χώρας. Η ομάδα εκείνη είναι η πρώτη επαρχιακή ομάδα που βγήκε στην Ευρώπη και η μόνη που κατέχει τον άτυπο τίτλο της
καλύτερης επαρχιακής ομάδας για τέσσερις χρονιές, ΄72, ΄73, ΄74, ΄75». Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, βιογραφώντας τον Δαβουρλή αυτοβιογραφείται ταυτόχρονα, μιλώντας για τα παιδικά του χρόνια και την αγάπη του για το ποδόσφαιρο. Επίσης αναφέρεται σε γενικότερα ποδοσφαιρικά ζητήματα, όπως την «υποτίμηση» των τοπικών ομάδων στη συνείδηση των ποδοσφαιρόφιλων. Κι ένα σχόλιο του ιδίου του συγγραφέα: «Το βιβλίο αφορά το «μαύρο διαμάντι» του ελληνικού ποδοσφαίρου, τον Κώστα Δαβουρλή. Απευθύνεται σε φιλάθλους αγνούς, που θαύμασαν ποδοσφαιριστές - «ποιητές», όπως ήταν ο Δαβουρλής, ο Χατζηπαναγής, ο Δομάζος, ο Κούδας, ο Δεληκάρης, ο Παπαϊωάννου. Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, κάτοικος Αθηνών, γεννήθηκε στην Αθήνα. Κατάγεται από την Πάτρα, ο πατέρας του Πολυχρόνης Παπαδάκης, ήταν επί σειρά ετών έφορος στην ομάδα πόλο του Αχιλλέα, μάλιστα του αφιερώνει το βιβλίο που έγραψε για τον Δαβουρλή. Αποφοίτησε από το Λεόντειο Λύκειο Νέας Σμύρνης και σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Στη συνέχεια ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών και απέκτησε Master στην Πληροφορική και τη Στατιστική και Επιχειρησιακή Έρευνα. Επίσης είναι κάτοχος πτυχίου στον Ευρωπαικό πολιτισμό. Διορίστηκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως καθηγητής πληροφορικής. Ασχολείται με τη συγγραφή λογοτεχνίας και ποίησης και έχει διακριθεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς σε όλα τα είδη του λόγου. Έζησε για τέσσερα χρόνια, ως φοιτητής στην Πάτρα και όπως δήλωσε: «Είχα κάποια πράγματα που με "σημάδεψαν" στην εφηβεία, ένα από αυτά ήταν ο Δαβουρλής. Κρίμα που δεν τον γνώρισα όταν ήμουν στην Πάτρα, αλλά τότε ήμουν μικρός και το μόνο που είχα στο μυαλό ήταν το Μαθηματικό τμήμα. Πέθανε το Μάιο του ΄92 όταν τελείωνα…».

Τάσσος Σταθόπουλος (Πελοπόννησος. 19/7/15)

ΝΕΑ ΑΤΡΑΠΟΣ - ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

Έχουμε κι άλλες φορές, παλαιότερα, επιχειρήσει αξιολογική προσέγγιση της ποίησης του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη, αναφερόμενοι στις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του, «Φως στη Σιωπή», και «Σήμαντρο Αφύπνισης». Μεταξύ άλλων εντοπίσαμε με ικανοποίηση και στη νέα του δουλειά τις ίδιες αλλά και περισσότερες αρετές.
Την εύστοχη εξιστόρηση του ματωμένου συναισθήματος των διαψεύσεων.
Τη λιτότητα και ευρηματικότητα του εκφραστικού του λόγου.
Την έκφραση της συνειδησιακής του αγρύπνιας για την προστασία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Τη δημιουργία νοητικών ρηγμάτων του θολωμένου νου για να περάσει και να φανει το ουράνιο τόξο που υψώνει το μπόι της ψυχής.
Στη «Νέα Ατραπό» τα ποιήματα του συνθέτουν ένα κύκλο ενδοσκόπησης, απολογίας, και αυτοβιογραφικής παρρησίας.
Συλλέγει τα τραύματα του παρελθόντος και των ματωμένων βιωμάτων του και μ’ αυτά οριοθετεί το εύρος  την ποιότητα και τη γνησιότητα των ιδεών του. Των διαπιστεύσεων και των εμπνεύσεων του, που κρύβονται πίσω από τα σύμβολα και τις αμφισημίες του.
Ο ποιητής  φιλοσοφεί τη ζωή, τον έρωτα, το θάνατο, τη σοφία της Σιωπής, τον πόνο των διαψεύσεων και το ζόφο της μοναξιάς. Σκιαγραφεί τις ανθρώπινες σχέσεις, τις συνεχείς ψυχικές διακυμάνσεις, γενικότερα την τραγική πορεία του ανθρώπου μέσα στα τείχη της απομόνωσης που «υψώθηκαν γύρω μας, χωρις να το αντιληφθούμε, χωρίς  να το αποτρέψουμε, χωρίς να ακούσουμε τους χτύπους των χτιστάδων…»
Συμμαζεύει στο ακρογιάλι της μνήμης κοχύια της βιωμένης γνώσης, της συσσωρευμένης εμπειρίας, της οδύνης των τραυμάτων κι ομολογεί.
«Τα χρόνια που πέρασαν σαν θρυμματισμένοι μίσχοι γιασεμιού…» σελ. 8
«Τον αθέατο σπόρο που μέσα του δονειται ολόκληρο το σύμπαν» σελ. 9.
«τον έρωτα που είναι αργόσυρτο ποτάμι, που αλλάζει κατεύθυνση…» σελ. 10. 
Προφητεύει ότι τους  «νεκρούς αφήστε τους να προχωρούν , έτσι όπως ζεί μέσα τους το αηδόνι της νεότητας αφού ούτως ή άλλως θα τους συναντήσουμε…» σελ. 21
Καταφεύγει πολλές φορές στη Σιωπή, «που η κραυγή της μας τρομάζει αφού είναι η "αστραπή που αίμα στάζει κι αν μέσα της βυθιστείς  το κύμα θα φτάσεις στην έκταση…» σελ. 28.
Ομολογεί την οικτρά διάψευση του προς τη δικαιοσύνη και χαρακτηρίζει «στενόμυαλες τις ετυμηγορίες που δεν έχουν ποτέ φτερουγίσει…"σελ. 35. 
Καταφεύγει κι εμπιστεύεται την ποίηση σαν «ιερό χώρο κατάνυξης» κι εξομολογείται. «Η ποίηση νερό τρεχούμενο που ποτέ δεν στερεύει…» Κι αναρωτιέται. «Οι στίχοι της φθάνουν να σε ξεδιψάσουν». Κι απαντάει ο ίδιος.
«Ο πόνος κι χαρά δεν ζυγιάζονται / Ποίηση, χαρά και πόνος / Τέτοια μητέρα είναι η φύση…» σελ. 34. 
Από την παραπάνω σταχυολόγηση της ποίησης του ΓΠΠ προκύπτει ότι η τέχνη του κυριαρχείται από την ειλικρίνεια των αισθημάτων του και την καθαρότητα του εκφραστικού του λόγου. Μας δίνει ρεαλιστικές εικόνες, αποκαλυπτικά σκίτσα και μορφές και ψυχολογικές καταστάσεις. Η γλώσσα, πλούσια, γόνιμη, ομαλή, ρέουσα.
Όλα αυτά συνθέτουν τα «προσωπικά δεδομένα» της ποιητικής του ταυτότητας που συνοψίζονται στην καιριότητα, την αμεσότητα και την περιεκτικότητα του αφυπνιστικού του λόγου. Καθιστά κι εμάς ασυμβίβαστους, άκαμπτους κι άτρομους, απέναντι σ’ ένα κόσμο που κλυδωνίζεται από ψυχική γυμνότητα, από εσωτερική αποδιοργάνωση και με συντρίμμια όλα τα ηθικά του ερείσματα.
Με την ποίηση του ο ΓΠΠ βρίσκει πολλές διεξόδους «για να ζει, χωρίς ζωή» , για να επιχειρήσει να ζήσει σαν «…ένα δέντρο μοναχό στο δάσος του γαλαξία» κι αποδέχεται το πάθος της σοφίας που ονομάζεται «Σιωπή» και συνδιαλέγεται μαζί της…»
Κλείνουμε με τη συνοπτική, τελική επισήμανση ότι η ποίηση του εκφράζει την τραυματισμένη ευαισθησία του και τη ματωμένη ανθρωπιά του. Ξεπηδάει σαν ασυγκράτητη κραυγή ανταρσίας και σαν λυτρωτική αμφισβήτηση. Σου δίνει χειροπιαστή την αίσθηση ότι δεν αντέχει να βλέπει τον συνάνθρωπο μαζί με τον εαυτό του να συνθλίβονται ανάμεσα στις δύο ανηλέητες μυλόπετρες: της ισοπεδωτικής «νέας τάξης πραγμάτων» και την πλημμυρίδα της εσωτερικής ανησυχίας της ψεύτικης ευδαιμονίας και των συμπλεγματικών καταστάσεων.

Γιάννης Ανδρικόπουλος, τύπος της Αιγιαλίας, 16/7/15

ΝΕΑ ΑΤΡΑΠΟΣ - ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Υπάρχουν πολύπλευρα ταλέντα που έχουν ασχοληθεί με διάφορα ήδη λόγου και τέχνης, όμως ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Δεν έχει ασχοληθεί μόνο με την πεζογραφία, το δοκίμιο, την ποίηση και τη στιχουργία, αλλά και το κόμικς.
Και όχι μόνο. Η παιδική του όπερα «Οι μικροί φυγάδες και το σπίτι στο δάσος» παρουσιάστηκε σε θέατρο της Μόσχας.
Συνήθως οι ποιητές τιτλοφορούν τις συλλογές τους με τον τίτλο ενός ποιήματος, όμως ποίημα με τέτοιο τίτλο δεν βρήκαμε. Να υποθέσουμε ότι μιλάει για ένα νέο μονοπάτι που ακολουθεί ανεβαίνοντας τον ποιητικό Παρνασσό; (Παρεμπιπτόντως, από τον ομώνυμο φιλολογικό σύλλογο βραβεύτηκε το 2002). Δεν έχω υπόψη μου το προηγούμενο ποιητικό του έργο για να αποφανθώ με σιγουριά, πάντως το μονοπάτι που ακολουθεί οδηγεί άσφαλτα στην κορυφή. Η τόλμη στη χρήση των λέξεων, οι ευφάνταστες μεταφορές, οι ζωηρές εικόνες, και βέβαια η ευαισθησία στην πραγμάτευση των θεμάτων του αποκαλύπτουν ένα πολύ ταλαντούχο ποιητή. Χρησιμοποιώντας διακείμενα κυρίως από την κλασική μας παράδοση πραγματεύεται θέματα που, ακόμη και αν είναι εντελώς προσωπικά, αγγίζουν την ευαισθησία κάθε αναγνώστη. Εξάλλου αυτό σημαίνει ποίηση, το προσωπικό να το αναδεικνύει ο ποιητής σε παγκόσμιο, και ο κάθε αναγνώστης να αναγνωρίζει σ΄αυτό ένα κομμάτι του εαυτού του. Ένα τέτοιο «προσωπικό» ποίημα είναι και η «Κατανόηση», στην οποία συναντάμε τη φράση «Πέδρο Πάραμο» σε εφέ επανάληψης κάμποσες φορές. Χάρη στο Γιώργο γνώρισα το ένα και κορυφαίο αυτό έργο του Χουάν Ρούλφο.
Ο έρωτας, σαν αίσθημα και σαν πάθος, κυριαρχεί σε αρκετά ποιήματά του. Διαβάζουμε:
«Το χέρι σου πυρακτωμένη λάβα.
Το άγγιγμά σου ολική διαστολή» (σελ. 14).
Επίσης:
«Τα στήθη της σκληρά σαν λάβα
που πέτρωσε σε σχήμα πόθου»
(σελ. 29). Υπογραμμίζουμε το ιαμβικό μέτρο.
Όμως το πιο ερωτικό ποίημα είναι το σύντομο «Βωμός».

Βωμός ιερός το σώμα σου.
Συνάθροιση από ενορχηστρωμένες φλόγες.
Μ΄ένα σου λίκνισμα μονάχα,
πώς παγιδεύεις τη στιγμή, στου νου τα οδοφράγματα!
Η ένωση καυτός κρατήρας, εκχέει λάβα ως το άπειρο! (σελ. 11). 

Σε κάποια ποιήματά του εικονογραφεί το μικρό, το ταπεινό, ακόμη και το ξεχασμένο.  Στο «Σταμνί» διαβάζουμε:
Ένα σταμνί γερμένο, μισοχωμένο στης άμμου τη χοάνη.
Το αίμα του στέγνωσε από αιώνες. Τα χείλη του ξερά,
σα λησμονημένος λόγος. Πώς να μιλήσει για τη ζωή του;
Τα χρόνια πέρασαν πάνω του σα θρυμματισμένοι μίσχοι
γιασεμιού (σελ. 8).
Στο «Ζήλεψα» γράφει:
Ζήλεψα το μικρό κεράκι στο δωμάτιο.
Λιώνει αργά με ζηλευτή διακριτικότητα,
προσφέροντας το λίγο φως του, λιγοστεύει (σελ. 12).
«Σ΄ένα σπόρο μέσα δονείται ολόκληρο το σύμπαν» (σελ. 9) γράφει στο «Σπόρο», παραπέμποντας διακειμενικά στις «μονάδες» του Λάιμπνιτς, που κάθε μια της αντικατοπτρίζει το σύμπαν.
Στην «Έκλειψη» μιλάει με το ελλειπτικό, αποκαλυπτικό ύφος του Ιωάννη.
«…Βούλιαξαν τα νησιά κι η Πάτμος πρώτη. Σηκώθηκε ο Κύνωψ, με πόδια κοράλλια, μεγάλος καημός μας περιμένει. Οι ναύτες τρελάθηκαν και σκάβουν τα σκαριά τους. Σαν πεταλούδα που κλείνει τον κύκλο της η μέγγενη σφίγγει το ραβδί της μοίρας. Χάθηκαν οι σειρήνες. Τα πρόσωπα περνούν, μπροστά μας. Η ιστορία κλαίει τους πεθαμένους. Μικρά σπασμένα κρύσταλλα οι μνήμες. Στον τροπικό του Αιγόκερω το κέντρο της γης. Μια δίνη που απορροφά τους επτά ανέμους…» (σελ. 16).
Στη «Σιωπή» αφιερώνει ένα ξεχωριστό, ομότιτλο ποίημα. Θα παραθέσουμε τον πρώτο στίχο, για την αποφθεγματικότητά του.
«Η σιωπή είναι η κραυγή του άρρητου» (σελ. 28).
Τη λέξη «σιωπή» τη συναντάμε και στο ποίημα «Κάθε στίχος». Όπως έχουμε ξαναγράψει, σχεδόν σε κάθε ποιητική συλλογή συναντάμε και ποιήματα για την ποίηση και τον ποιητή. Διαβάζουμε:

Κάθε λέξη είναι τ΄ αμόνι
που σφυρηλατείται η στιγμή
μπας και περισώσει
κάτι απ΄την άρρητη αλήθεια της.
Κάθε στίχος είναι η σιωπή που, κάθε
στιγμή του, γιομίζει τις αδειανές στέρνες….
Σμιλεύοντας τη λέξη βγάζει σπίθες.
Οι περισσότερες από αυτές
κρατάνε ζωντανό το όνειρο (σελ. 33).

Θέλω να παραθέσω ένα ακόμη ποίημα που μου άρεσε πάρα πολύ. Τίτλος του, «Οι νεκροί δεν μιλούν».

Οι νεκροί δε μιλούν ποτέ. Μονάχα σαν η υγρασία της νύχτας
σκουριάσει τους αρμούς απ΄τα χείλη τους, αναρωτιούνται.
Πού πήγαν τα κορμιά που τους ανέθρεψαν.
Πώς πέρασαν οι αιώνες σ΄ένα δευτερόλεπτο μονάχα.
Οι νεκροί δε μιλούν. Σιωπούν, με μάτια ανύπαρκτα
και τέρπουν τη γύρη απ΄την αύρα των ζωντανών.
Κάπου βαθιά μέσα τους ζει το αηδόνι της νεότητάς τους.
Κελαηδεί ακόμα μακριά απ΄τη ματαιότητα.
Ας αφήσουμε τους νεκρούς να προχωρούν.
Ούτως ή άλλως θα τους συναντήσουμε (σελ. 21).

  Πολύ μας άρεσαν τα ποιήματα αυτά του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη. Ακολουθεί τη σωστή ατραπό.
Τις βιβλιοκριτικές μας τις τελειώνουμε με την παράθεση των ιαμβικών δεκαπεντασύλλαβων που συναντήσαμε. Περιέργως εδώ συναντήσαμε μεν τον ίαμβο, αλλά όχι σε δεκαπεντασύλλαβο. Μπορεί και να μας διέφυγε βέβαια. Όμως δεν μου διαφύγανε δυο στίχοι που είναι σε τροχαϊκό μέτρο, οι παρακάτω:
Το γεράκι αιωρείται πιο ψηλά από ποτέ (σελ. 7)
Κυματίζει η αφθονία στα αυλάκια της ζωής (σελ. 9).

Μπάμπης Δερμιτζάκης - 2015


ΣΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ - ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ

«……….Αυτή η στέρηση , αυτό το μεταφυσικό έλλειμμα είναι που σπρώχνει τον άνθρωπο να φιλοσοφήσει.Η συνηδειτοποίηση αυτού του ελλέιματος κάνει τον άνθρωπο να απορεί . Η απορία είναι η αφετηρία της φιλοσοφίας. Αυτό ακριβώς πράττει και ο ποιητής Γιώργος Πολ. Παπαδάκης στα «Μπαλκόνια του Ουρανού». 
Αυτός ο οποίος ανήγαγε την απορία σε μία μόνιμη διαδικασία ήταν ο Σωκράτης. Κάποτε το μαντείο των Δελφών είχε αποφανθεί ότι ο πιο σοφός άνθρωπος στο κόσμο ήταν ο Σωκράτης. Ο ίδιος απόρησε διότι δεν θεωρούσε τον εαυτό του σοφό.Επισκεπτόμενος πολιτικούς ρήτορες, επιστήμονες, διαπίστωσε ότι αυτό που τον ξεχώριζε από τους άλλους ήταν ότι οι άλλοι απεδέχοντο τα πάντα σαν δεδομένα, είχαν σταθερές γνώσεις, ήταν ικανοποιημένοι με αυτό που κατείχαν. Ο ίδιος απορούσε ακόμη και για τα πιο αυτονόητα πράγματα, πολλές φορές μάλιστα προσποιόταν ακόμα και αν ήξερε κάτι, ότι δεν το ήξερε , διότι η απορία είναι αυτή που σε οδηγεί να φύγεις μέσα από τα δεδομένα. Το να ρωτάς σημαίνει ότι ζητάς κάτι άλλο.
Η ποίηση, θα μπορούσα να πώ, ότι είναι αν όχι η θεραπαινίς, η αδελφή της φιλοσοφίας. Ο Αριστοτέλης αντιδιαστέλλει την ποίηση προς την ιστορία λέγοντας ότι η ιστορία ασχολείται με τα καθέκαστα, με τα συγκεκριμένα πράγματα και ότι καταγράφει γεγονότα, η ποίηση ζητάει πέρα από τα γεγονότα, που συμβαίνουν γύρω μας, το καθολικό. Ο ποιητής όπως ο φιλόσοφος απορεί.Μέσα από την απορία , μέσα από την συνειδητοποίηση του αδιέξοδου, τη συνειδητοποίηση της στέρησης, τη συνειδητοποίηση του μεταφυσικού ελλέιμματος, ο άνθρωπος, ο ποιητής στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο φιλόσοφος, αναζητούν κόσμους άλλους διαφορετικούς από τους καθημερινούς.
Όλα αυτά τα είπα για τον εξής λόγο. Διαβάζοντας τα ποιήματα του Κυρίου Παπαδάκη που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Στα Μπαλκόνια του Ουρανού» μου έκανε εντύπωση ότι από τα σαρανταπέντε  ποιήματα το ένα τέταρτο, τα δώδεκα περίπου,  έχουνε σαν κύριο μοτίβο την ερώτηση, την απορία, αν και η απορία είναι διάχυτη σε όλα τα ποιήματα του. Παντού υποβόσκει αυτή η απορία, δεν ικανοποιείται μ΄ αυτό το δεδομένο, με το τι συμβαίνει γύρω του, αλλά προσπαθεί να πάει πάρα πέρα.  Σας αναφέρω για παράδειγμα το ποιήμα  «Εκείνος» που ξεκινάει:
“Με θυμάσαι ; /
Θυμάσαι που Πέρναγα τις αυλές μ΄ άσπρο φουλάρι εν μέσω θέρους μ΄ υποβόσκουσα επιθυμία; / Θυμάσαι;
Θυμάσαι που κοίταζα τα μάτια σου προσπερνώντας σε σα θαλασσοδερμένη γαλέρα αιώνια αγκυροβολημένη”;
Δηλαδή αυτό για μένα είναι πάρα πολύ σημαντικό για ένα ποιητή, να μην καταγράφει αλλά να απορεί και να διαλέγεται μ'  αυτόν τον κόσμο ο οποίος όσο κι αν προσπαθείς να τον δείς δεν τον βλέπεις, πρέπει να τον συλάβεις μέσα από την φαντασία σου.
Οι λέξεις στην ποίηση είναι οι λέξεις οι καθημερινές που χρησιμοποιούμε στην επικοινωνία μας, τη συνήθη. Αλλά ο ποιητής ρωτώντας διεμβολίζει και μας κάνει να ταξιδέψουμε, να πάμε  κάπου αλλού. 

θεωρώ πως η ποίηση του Κυρίου Παπαδάκη είναι ουσιαστική. Χρησιμοποιεί περισσότερο  λέξεις καθημερινές, αλλά εφοδιασμένες μ' αυτή την απορία και μ΄ αυτή την αίσθηση της ερώτησης που ανοίγονται και μας μεταφέρουν σ' άλλους κόσμους. Έχω την εντύπωση ότι το μέλλον είναι μπροστά του κι εύχομαι να  είναι καλά  να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο.

Θεοδόσης Πελεγρίνης Πρύτανης της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών -   12/11/2001 (Από την παρουσίαση στο Πνευματικό κέντρο του Δήμου Αθηναίων, Νοέμβριος 2001)

ΣΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ - ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ

Από τις πρώτες πληροφορίες που άντλησα πρέπει τούτο το πόνημά  να είναι το πρώτο του ποιητή, το οποίο δεν μου έδωσε την εντύπωση ενός πρωτολείου έργου αλλά ένα έργο ενός ώριμου και φτασμένου δημιουργού. Η ποίησή του λαγαρή, έχει μία πολυμέρεια ενός λόγου βιωμένου, υψηλό λυρισμό και  έξαρση, άγρυπνη συνείδηση, υψηλή πνοή συνειδησιακή κρίση,  οντολογικό βάθος και μεταφυσική εμβάθυνση.  Αμέσως μας  κέρδισε με τον αποφθεγματικό λόγο του ως και τις συγκλίνουσες και συγκοινωνούσες διαστάσεις των σκέψεών του  αφού με νηφαλιότητα και ωριμότητα αγγίζει τις άξιες της  ζωής και με υψηλή στόχαση, καταθέτει τις αποτιμήσεις σου.

Εκφράζεται σαν γνήσιος οραματιστής με «παιδική αθωότητα» δέχεται να μπει και να υπηρετήσει το παιδί και να του μεταφέρει των ιδιαιτέρων αξιώσεων τις απαιτήσεις του. Είμαι υπερήφανος που γνωρίζω το δημιουργό μέσα από το στίχο του μέσα εις τον οποίον εξομολογείται ο βλεπόμενος και μη κόσμος της ψυχής του. Η πρώτη εντύπωση που απεκόμισα διαβάζοντάς τον μου έδωσε την αίσθηση ότι επρόκειτο περί ερωτικής ποιήσεως, όμως μελετώντας πιο βαθιά το λόγο του διαπίστωσα πως αγκαλιάζει τα πολλά προβλήματα της ζωής και ότι προβληματίζει τον ίδιο. Διέκρινα έναν αυθορμητισμό, συναίσθηση στη σκέψη και το στοχασμό. Μια έγνοια για τον άνθρωπο, ένα πνευματικό ήθος, αξιoπρέπεια και φιλοσοφική ενατένιση. Πρόσεξα τις μεγάλες του αγωνίες, τις ιαχές χαράς, τη διαρκή του αναζήτηση και θαλπωρή, τη βαθιά του στόχαση και τους "αίτιους" ιδεοψυχαναγκασμούς που δέχεται ή που θα θελήσουν κάποιοι να του επιβάλλουν και να του υποθηκεύσουν το αύριο των αξιών και ιδεών του μέσα σ' ένα κόσμο θνησιγενών θεωριών και να τον γεμίσουν με ασυνέπεια λόγου και έργου, Πέραν όλων αυτών των εντυπώσεών μου θεωρώ πως τόσο η ελευθέρα αλλά και η παραδοσιακή του ποίηση έχει τέχνη και τεχνική, έχει μιά σαφήνεια, γνώση, ειλικρίνεια, ποιητικό οραματισμό, νοηματική συμπύκνωση, συνειδησιακή φόρτιση, αφοσίωση και συνέπεια. Είναι δεμένος με την παράδοσή μας ο λόγος του, οι αξίες και ιδέες του. 
Δεν μοιρολατρεί δέχεται τις εμπειρίες του παρελθόντος, τις κρατάει σερμαγιά, θέλει αρυτίδωτη τη νιότη και με ψυχικό αναπαλμό και ευγνώμονη διάθεση πορεύεται μέσα στα δυσμενή τεκταινόμενα και αφήνει αχαλίνωτο το όνειρο για να κουρνιάσει σ'A ένα καλύτερο αύριο που του ανήκει. Πιστεύει πως οι διαχρονικές πνευματικές αξίες δεν υποστέλλουν τη σημαία και δεν επιθυμεί σαν ελεύθερος άνθρωπος να νιώθει αυτό το αίσθημα της ιδιοκτησίας. Δεν μένει εις το χτές δεν επιθυμεί το πίσω και γι αυτό πορεύεται με αισιοδοξία να θωπεύσει την πορεία του αύριο.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ - Σεπτέμβριος 2001 - Κυριάκος Βαλαβάνης.

ΣΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ - ΑΠΟΣΤΟΛΑΤΟΣ

Αυτή είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του ποιητή. Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης αν και θετικός επιστήμων, δεν διέπεται από απόλυτα μοντέρνα εκφραστική αφού αρκετά από τα  υλικά του αντλούν από την παράδοση σχηματίζοντας ένα κράμα από ρομαντικές και νατουραλιστικές συνιστώσες, με αποχρώσεις μεταμοντέρνου.

Μετασχηματίζει το βάρος της ύπαρξης σε πλούσια συναισθήματα κι ανάμεσα στη ρέμβη και τη νοσταλγία, τις εγγενείς επιθυμίες και τις εγωκεντρικές εξομολογήσεις, απελευθερώνει άφθονα φορτία ερωτικής ενέργειας, πότε βουλιάζοντας σε νοσταλγικούς λειμώνες και πότε εξυψώνοντας αδρές εικόνες αισθησιασμού σε πεδία εξειδανίκευσης.
Αξονας των πεταγμάτων του στα «Μπαλκόνια του ουρανού» η γυναίκα, μοιάζει συνώνυμη της απόδρασης, της ελευθερίας , της ουτοπίας , ακόμα κι όταν η χρήση του εγώ αποδυναμώνει την προοπτική - αρκετές φορές της υπαρξιακής της ιδιοσυστασίας. 
Πρέπει να επισημάνουμε πως σ'  αυτή τη συλλογή ποταμό, παρόλη  την έντεχνη περιγραφική μακρηγορία υπάρχουν στίχοι μαργαριτάρια:

«Οι λέξεις ακόμα κείτονται κρεμασμένες από τα χείλη του ουρανού..»

«Μια θάλασσα συλφίδα μας νανουρίζει το απομεσήμερο..»

«πάρε μια φλούδα έλατο να γράψεις το ονομά σου,
μια στιγμή μονάχα / υγρή / σαν τις άκρες των χειλιών σου..»

«Δεν βλέπω παρά μιαν οργιά καλοκαιρινό ουρανό / κι ένα μαντήλι κόκκινο με τον ιδρώτα του ήλιου στις άκρες να  / ανεμίζει     

Όλα μου τα τραγούδια μοιάζουν 
Μ'  αέρηδες χαμένους στη βροχή 
Ονόματα, σημάδια όλα χαράζουν 
Το χνώτο τους βρεγμένο στη σιωπή»

Μάκης Αποστολάτος Εκδότης Δ/ντης περιοδικού «Ομπρέλα»-  12/11/2001 (Από την παρουσίαση στο Πνευματικό κέντρο του Δήμου Αθηναίων)

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

ΑΜΛΕΤ – ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ



ΑΜΛΕΤ – ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

Ο «Αμλετ» είναι ένα από τα περισσότερο συζητημένα και αναλυμένα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Είναι ένα έργο που μπορεί να διαβαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά φυσικά θα προσφέρει διαφορετική αναγνωστική εμπειρία κάθε φορά. Ο ίδιος ο ρόλος του πρίγκιπα της Δανιμαρκίας είναι αμφίσημος και επιτρέπει διαφορετικές προσεγγίσεις. Έτσι υπάρχουν προσεγγίσεις που τονίζουν την πολιτική διάσταση του έργου, άλλες την φιλοσοφική, άλλες την επαναστατική ακόμα και την ψυχαναλυτική.  Η βάση εκτύλιξης της υπόθεσης εμπεριέχει τα συνηθισμένα συστατικά της ελισαβετιανής περιόδου : Βασιλιά, πρίγκιπα, βασίλισσα, συγγενικά πρόσωπα, αυλικούς, συνωμότες. Όπως και στο Μάκβεθ έτσι κι εδώ το κεντρικό θέμα, σε πρώτο επίπεδο είναι η χθόνια κατάληψη της εξουσίας. Το υπερφυσικό στοιχείο με την μορφή του φαντάσματος έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα του βασιλείου της Δανιμαρκίας. Ο ίδιος ο νεκρός βασιλιάς αποκαλύπτει την δολοφονία του στον Άμλετ. Εκείνος αναλαμβάνει το βάρος της εκδίκησης. Παριστάνει τον τρελό. Εξορίζεται σκοτώνει. Αναρωτιέται για το νόημα της ζωής.  Με σαφείς τις ομοιότητες με τον «Ορέστη» αλλά με μια διαφορετική δυναμική από την αρχαία τραγωδία και με την πρωτοτυπία του φαντάσματος, ο Δανός πρίγκιπας παραπαίει μπροστά στο ηθικό δίλημμα της εκδίκησης ή της αποστασιοποίησης από μια δεδομένη κατάσταση, αλλά τελικά περνάει στη δράση σκοτώνοντας τον Πολώνιο. Η απαίτηση της ιερής εκδίκησης προέρχεται όχι άνωθεν (από το Θεό) αλλά από το ίδιο το πνεύμα του πατέρα του.
Ο Άμλετ ποιος είναι τελικά; Ο επαναστάτης πρίγκιπας που περιφρονεί το θρόνο και περιφρουρεί τη δικαιοσύνη; Ο ανώριμος νεαρός διεκδικητής που φαντασιώνεται προκλήσεις και βλέπει φαντάσματα; Ένας στοχαστής του καιρού του που αναρωτιέται για το νόημα της ίδιας της ζωής; Ένας υπαρξιακός φιλόσοφος; Σίγουρα πάντως αποτελεί την κλασική τραγική φιγούρα, που όπως και ο Οιδίποδας υποκρύπτει ενοχικά σύνδρομα.
Η εξιλέωση «έρχεται» τραγική στο τέλος με τους πολλαπλούς θανάτους  της Οφηλίας (αυτοκτονία) του Λαέρτη, του Κλαύδιου, της Γερτρούδης αλλά και του ίδιου του πρίγκηπα. Όλο το έργο – όπως και τα περισσότερα του Σαίξπηρ – εμπεριέχει όλο το ανθρώπινο αξιακό σύστημα και τις «αναταράξεις» του: ηθική, συμφέρον, φόνος, εκδίκηση, έρωτας, δικαιοσύνη, διαταραγμένος ψυχισμός.

Ενδιαφέρουσα είναι η ενδοσκοπική προσέγγιση του  Francis Barker στον ήρωα, ο οποίος διαβλέπει σε εκείνον (μέσα από το βλέμμα του Σαίξπηρ) στοιχεία πρώιμης νεωτερικότητας: «ο ‘Αµλετ προβάλλει µία εγγενή εσωτερικότητα, «έναν διαχωρισµό που έχει ήδη αρχίσει να αναδεικνύεται µεταξύ της εσωτερικής πραγµατικότητας του υποκειµένου … και µίας µη αυθεντικής εξωτερικότητας: και, σε αυτόν τον χώρο που ανοίγεται, αρχίζει να αναδύεται πριν την ώρα της εκείνη η φιγούρα που έµελλε να κυριαρχεί και να οργανώσει την αστική κουλτούρα», το νεωτερικό υποκείµενο. Όπως όµως ο ίδιος τονίζει, αυτή η υποκειµενικότητα είναι µία χειρονοµία που παραµένει άδεια, παρά τις µεταγενέστερες αναγνώσεις που προσπαθούν να γεµίσουν το κενό στην καρδιά µίας παραπλανητικής περίσσειας. Η ουσία του ‘Αµλετ απλώς διαγράφει ως χειρονοµία «ένα ‘χώρο’ για υποκειµενικότητα αλλά και τα δύο είναι αναχρονιστικά και ανήκουν σε µία ιστορική τάξη της οποίας το περίγραµµα έχει µόνον αναδειχθεί.»

Το έργο έχει γνωρίσει πάμπολλες μεταφορές στο θέατρο αλλά και στον κινηματογράφο. Γνωστότερη και επιτυχέστερη εκείνη με τον Λώρενς Ολιβιε το 1948, όπου ο μεγαλύτερος για πολλούς ηθοποιός όλων των εποχών, έδωσε μια ανεπανάληπτη ερμηνεία. (Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου). Παρόλα αυτά και η εκδοχή του  Κόζνιτσεφ το 1964 με τον Σμοκτουνόφσκι στο ρόλο του Άμλετ υπήρξε ανεπανάληπτη. Λέγεται, πως οι Άγγλοι κριτικοί που παρακολούθησαν την ταινία έμειναν άφωνοι. Ο ίδιος ο Ολιβιέ έδωσε συγχαρητήρια στον Σμοκτουνόφσκι. Η μετάφραση ήταν του Μπόρις Πάστερνακ και η μουσική του Ντμίτρι Στοστακόβιτς.


Απόσπασμα: (μτφρ : Γ. Χειμωνάς)

ΑΜΛΕΤ
Να ζεις. Να μη ζεις. Αυτή είναι η ερώτηση.
Τι συμφέρει στον άνθρωπο
Να πάσχει    να αντέχει σωπαίνοντας τις πληγές
από μια μοίρα πού τον ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος
Η να επαναστατεί. Να αντισταθεί
στην ατέλειωτη παλίρροια των λυπημένων κόπων
Να πεθάνεις. Να κοιμηθείς. Αυτό είναι όλο
Να κοιμηθείς και να κοιμηθούν
όλοι οι πόνοι που από αυτούς είσαι πλασμένος
Να μη ξυπνήσουν πια ποτέ. Αυτόν τον ύπνο
να εύχεσαι για σένα. Να πεθάνεις. Να κοιμηθείς
Κι αν στον ύπνο σου έρθει ένα όνειρο;
Τι θα είναι αυτό το όνειρο; Μετά τον αιώνα τού σώματος
ποιος ύπνος αναλαμβάνει τα όνειρα; Πώς ονειρεύεται
ο θάνατος; Σε πιάνει φόβος    αργείς
Και ζεις. Και ή πανωλεθρία διαρκεί ζώντας
από την ζωή σου. Τελείωσε τον κόσμο εσύ
Τέλειωσε την ζωή σου. Αυτήν την στιγμή. Τώρα. Μ’ ένα μαχαίρι…»


Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ


Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ – ΛΙΟΥΙΣ ΚΑΡΟΛ- 1865

Το  κλασικό έργο, για παιδιά και ενήλικες  «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» συναρπάζει ακόμα και σήμερα με την ευρηματικότητα του συγγραφέα, την πολυδιάστατη φαντασία του καθώς και την σουρεαλιστική θεματική του, πολλά χρόνια πριν την εμφάνιση του υπερρεαλισμού στα γράμματα. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε στις 26 Νοεμβρίου του 1865, με τίτλο Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και εικονογράφηση του Τζον Τένιελ. Ο συγγραφέας το εμπνεύστηκε όταν σε μια βόλτα με πλοίο στον Τάμεση, έπλασε μια φανταστική ιστορία για να τη διηγηθεί σε τρία μικρά κοριτσάκια. Ο ενθουσιασμός των μικρών που ήταν και αδέλφια, και η παράκληση της πιο μικρής της Αλις, να της γράψει την ιστορία, του έδωσαν το έναυσμα για την δημιουργία του βιβλίου που έμελλε να γίνει κλασικό.

Η μικρή Αλίκη πέφτει σε μια κουνελότρυπα και από εκεί και πέρα αρχίζει η περιήγηση της σε μια μαγική χώρα όπου όλα μπορούν να συμβούν. Συναναστρέφεται με κάθε είδους ζώα, που μπορούν να μιλούν να σκέφτονται και να επικοινωνούν σαν άνθρωποι. Της συμβαίνουν διάφορα παθήματα – όπως ο εγκλωβισμός της σε ένα μικρό δωμάτιο – όταν το σώμα της γιγαντώθηκε αφού δοκίμασε ένα μαγικό μανιτάρι, βλέπει γάτες και ψάρια συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι, ενώ συναντά μια κάμπια που καπνίζει ναργιλε, καθώς και πολλά άλλα κωμικά συμβάντα. Σε πρώτο επίπεδο είναι ένα διασκεδαστικό παραμύθι για παιδιά.

Σε δεύτερο επίπεδο το βιβλίο είναι μια αλληγορία με πολλά κρυφά μηνύματα. Ο Κάρολ επιχειρεί ένα καθοριστικό χτύπημα στον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία της βικτοριανής Αγγλίας κάνοντας κυριολεκτικά «ότι θέλει». Όχι μόνο μιλάνε τα ζώα αλλά και έχουν εξαιρετικούς διαλόγους με στοχαστικό υπόβαθρο :
«Α χα! Αυτό είναι που φταίει!» είπε ο Καπελάς. «Ο Χρόνος δεν το ανέχεται να τον κρατάνε. Αν όμως διατηρούσες καλές σχέσεις μαζί του, τότε θα μπορούσες να κάνεις σχεδόν ότι θάθελες με το ρολόι. Για παράδειγμα ας υποθέσουμε πως είναι εννέα η ώρα το πρωί – ώρα για να αρχίσεις τα μαθήματα. Λοιπόν δεν θα χες παρά μόνο να του σφυρίξεις μια κουβέντα κι ο Χρόνος θα κανε το γύρο του ρολογιού ώσπου να ανοιγοκλείσεις τα μάτια. Μιάμιση ώρα για φαγητό!»

Οι ανατροπές στην αφήγηση δεν αφορούν μόνο την «ανθρωποποίηση» των ζώων, αλλά και το «ζωντάνεμα» άψυχων αντικειμένων που συμπεριφέρονται κι αυτά σαν άνθρωποι όπως τα τραπουλόχαρτα. Απολαυστικό είναι το τελευταίο κεφάλαιο όπου εκτυλίσσεται η δίκη παρωδία με το Βασιλιά, τη Βασίλισσα, το Βαλέ, το Ρήγα και άλλα χαρτιά να διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. «Κόψτε της το κεφάλι» αναφώνησε η Βασίλισσα για την ανυπάκουη Αλίκη η οποία την χλεύασε όταν ζήτησε να βγει πρώτα η καταδίκη και μετά η απόφαση. Μήπως η διαταγή αυτή εκτός από το να «πλήξει» και να διακομωδήσει τη μοναρχία αποτελεί και μια «προφητεία» για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που θα ακολουθήσουν;

Εκτός από το «χτύπημα» απέναντι στην υποκρισία ο συγγραφέας αμφισβητεί συνολικά την κοινωνία. Τα παιδιά εισέρχονται σε ένα κόσμο διεφθαρμένο, γεμάτο ανατροπές με τις περισσότερες να είναι αρνητικές. Το μέλλον είναι αβέβαιο, εκεί που μπορεί κάποιος να «γιγαντωθεί», την επόμενη στιγμή μια λάθος κίνηση είναι αρκετή για να «μικρύνει». Το μαγικό μανιτάρι ή το μαγικό φίλτρο συμβολίζει την «τύχη»; ή μήπως την «ικανότητα» να αντιληφθεί κάποιος το είδος του μανιταριού  που προκαλεί αυτές τις θεαματικές αλλαγές και να το δοκιμάσει; Μπορεί και τα δύο.



Η «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» είναι ένα έργο που λοιδορήθηκε και κατηγορήθηκε στην εποχή του αλλά και μεταγενέστερα. Ο συγγραφέας κατηγορήθηκε ότι περνάει μηνύματα για ναρκωτικά στα παιδιά (η Αλίκη έτρωγε το μανιτάρι για να αυξομειώνει το ύψος της αλλά και διάφορα ποτά), ενώ σόκαρε το γεγονός ότι τα ζώα μιλούσαν. (Σε μια περιοχή μάλιστα απαγορεύτηκε η ανάγνωση του διότι: «ο συγγραφέας “ταυτίζει τα ζώα με τους ανθρώπους”). Δεκαεννέα αιώνες μετά την γέννηση του Χριστού, μια «Αναγέννηση» και ένας «Διαφωτισμός» δεν ήταν αρκετά για να σβήσουν εντελώς, μεσαιωνικές και σκοταδιστικές αντιλήψεις. Ευτυχώς σήμερα το έργο έχει πάρει την θέση που του ανήκει ανάμεσα στα μεγάλα κλασικά έργα. 

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΤΗ

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΤΗ – ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ

Στο γνωστό οικείο απλό ύφος, που όμως συνεπαίρνει με την λεπτή ειρωνεία και τους υπαινιγμούς του, ο Ροτ γράφει το τελευταίο του έργο με τίτλο, «Ο θρύλος του Άγιου πότη». Το έργο γράφτηκε το 1939, έτος θανάτου του ίδιου του συγγραφέα,  και περιγράφει αποσπάσματα από την ζωή ενός ταλαίπωρου πλάνητα και πότη. Οι ανατροπές που συμβαίνουν στην καθημερινότητα του, συνθέτουν μια πλοκή παράδοξη και απρόβλεπτη. Η φαινομενική απλότητα της αφήγησης του πρώτου επιπέδου καλύπτει το μελαγχολικό δεύτερο επίπεδο ενώ ταυτόχρονα το διακωμωδεί. Τα απλά και καθημερινά γεγονότα που περιγράφει ο συγγραφέας είναι αποκαλυπτικά σε ότι αφορά την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και την θέση της στο «θέατρο που ονομάζουμε ζωή» ως μια μαριονέτα που χοροπηδάει, με οργανοπαίκτη το ίδιο το πεπρωμένο. Το πιοτό, η γυναίκα, το καλό φαγητό προτάσσονται σαν έξοδοι διαφυγής από την σκιά της προκαθορισμένης μοίρας, έστω και προσωρινές. Ο άστεγος και πότης άνδρας ευημερεί για ένα διάστημα από τα συνεχή σκουντήματα της τύχης. Τα χρήματα οι γυναίκες, η προσωρινή πολυτελή διαβίωση και το  καλό φαγητό έρχονται και παρέρχονται είναι  όμως είναι σε θέση ο Αντρέας να επωφεληθεί από όλα αυτά ή είναι έρμαιο του πεπρωμένου του;
Απόσπασμα από το βιβλίο :
«Αυτή η γυναίκα ήταν η Καρολίνε. Όλα αυτά τα θυμήθηκε ο Ανδρέας βλέποντας απλωμένα στο τραπέζι τα χαρτιά του, που ήταν ήδη άκυρα. Και παράγγειλε άλλο  ένα περνό, γιατί ένιωσε πολύ δυστυχισμένος.

Όταν τελικά σηκώθηκε, ένιωσε κάτι σαν πείνα. Αλλά ήταν η πείνα που μόνο οι πότες αισθάνονται, ένα ιδιαίτερο είδος έντονης επιθυμίας(όχι για τροφή) που κρατάει μερικά δευτερόλεπτα κι αμέσως καταλαγιάζει, μόλις αυτός που τη νοιώθει φανταστεί ένα συγκεκριμένο ποτό – το ποτό που τη στιγμή εκείνη νομίζει ότι θα τον χορτάσει». 

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Η ΔΙΚΗ

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ – Η ΔΙΚΗ

Η «Δίκη» θεωρείται ένα από τα «μεγαλύτερα» βιβλία του 20ου αιώνα. Ο Κάφκα εισάγει το γραφειοκρατικό παράλογο, την παραδοξότητα και το απρόσωπο περιβάλλον μιας σύγχρονης κοινωνίας. Ο Γίοζεφ Κ. συλλαμβάνεται και απορεί γιατί έγινε αυτό. Ορίζεται δικάσιμος για την υπόθεση του και ακόμα δεν έχει αντιληφθεί  το λόγο. Αυτή η απορία θα τον ακολουθεί μέχρι το τέλος, όπως και στον ίδιο τον αναγνώστη που απλά παρακολουθεί την υπόθεση να ξετυλίγεται. Αυτό που συνεπαίρνει στον Κάφκα, δεν είναι η γλωσσική δομή ή η περιγραφική δεινότητα,  αλλά ο τρόπος που χειρίζεται την υπαρξιακή αγωνία και τα συναισθήματα του κεντρικού ήρωα. Τα «γιατί» ακολουθεί η αμφισβήτηση, η ελπίδα, η ψυχική κόπωση,  η απορία. Ο συγγραφέας κατόρθωσε μέσα από τα έργα του και την – εκ των υστέρων -επικράτηση του όρου καφκικός να περιγράφονται καταστάσεις όπου το γραφειοκρατικό παράλογο της κρατικής εξουσίας κυριαρχεί. Ποίος δεν έχει βιώσει "καφκικές" καταστάσεις σε δημόσιες υπηρεσίες; Καταστάσεις όπου σου έρχεται να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, αν όχι να «δολοφονήσεις» τον υπάλληλο που σε «εξυπηρετεί». Το πιο φριχτό σημείο στην «Δίκη» αλλά γενικότερα στα έργα του Κάφκα είναι η αίσθηση της μοναξιάς που υπάρχει, όχι με την έννοια της έλλειψης συντροφικότητας αλλά με την ουσιαστική έννοια, της εγκατάλειψης, ο ήρωας νοιώθει ότι δεν του συμπαραστέκεται κανένας, κανένας δεν μπορεί να τον καταλάβει, κανένας δεν εκδηλώνει βαθύ συναίσθημα για εκείνον.
Αρκετοί από τους αναλυτές θεώρησαν πως υπήρχε ένα καλά κρυμμένο αδίκημα πίσω από την καταδίκη του Κ. Ο Μαξ Μπροντ – ο άνθρωπος που διέσωσε το έργο του Κάφκα από την πυρά – θεωρεί πως ο Κ. ήταν ανίκανος να αγαπήσει. Άλλοι διατύπωσαν την άποψη ότι ο Κ. είχε διαπράξει ένα έγκλημα. Θεωρούμε ότι ο Κάφκα είχε τους λόγους του που δεν αποκάλυψε για ποιο λόγο κατηγορείτο ο Κ. Ο Κ. ήταν ένα θύμα του συστήματος, ένας ενοχικός άνθρωπος που όμως δεν είχε κάνει τίποτα. Ο Κάφκα ήθελε να περιγράψει ακριβώς αυτό. Το παράλογο του συστήματος στον έσχατο βαθμό, ώστε να οδηγηθεί στην καταδίκη ένας ανυποψίαστος πολίτης.  Η λογική είναι δυναμική: Ο καθείς από εμάς είναι υποψήφιος για το ρόλο του Κ.

Απόσπασμα: Μετάφραση Γιώτα Λαγοδάκου


«Η σκέψη του δεν έφευγε πλέον από τη δίκη. Είχε σκεφτεί πολλές φορές μήπως θα ήταν καλό να συντάξει μια γραπτή απολογία και να την υποβάλει στο δικαστήριο. Σκόπευε να συμπεριλάβει σε αυτήν κι ένα σύντομο βιογραφικό και για κάποιον τινά σημαντικό γεγονός θα εξηγούσε για ποιον λόγο ενήργησε όπως ενήργησε, αν, σύμφωνα με την τωρινή του κρίση, θα έπρεπε να επιδοκιμαστεί ή να αποδοκιμαστεί ο τρόπος που είχε ενεργήσει και ποιους λόγους μπορούσε να επικαλεστεί υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης». 

ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΟΛΣΤΟΙ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

  ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΟΛΣΤΟΙ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ Η αναγνωστική προσέγγιση στο βιβλίο της Τατιάνας Τολστόι «Ο πατέρας μου, Λέων Τολστόι» δεν χρ...